Παραμονής παράνομοι


Πάντοτε, μέσα σε βρώμικα νερά θα καθρεφτίζεται η ομορφιά σου.

Αγωνιούμε, προσπαθούμε να αγωνιστούμε, ελπίζουμε.

Για κάθε τι αληθινό που αντιστέκεται στης όχθης την ασχήμια.

Για τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.

Όλοι μαζί, παράνομοι εραστές μιας αλλιώτικης ζωής.

Καλή χρονιά.

ανάμεσα

Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης συνάντησα ένα αγόρι που έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.

Τι ψάχνεις; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και χάθηκε μέσα στο εορταστικό βουητό και τα απρόσεχτα βήματα των περαστικών.

Όταν γύρισα στο σπίτι έλειπαν όλοι.

Μπήκα στο παιδικό μου δωμάτιο και κάτω από τη σκόνη και τις αναμνήσεις με περίμενε το ίδιο ακριβώς αγόρι.

Ποιος είσαι; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και τρύπωσε ανάμεσα στα ξεραμένα πινέλα και το πρώτο μου σκισμένο παραμύθι.

Έφτιαξα ένα σάντουιτς να φάω. Πολύ κέτσαπ, πολύ μουστάρδα και κρεμμύδι. Έκανα ένα μπάνιο.

Ένας ένας, οι δικοί μου επέστρεψαν, γέμισε το σπίτι, όπως τότε, παλιά, όταν ήμασταν μικροί. Γέμισε πρώτα κι ύστερα καθώς νύχτωσε, άδειασε ξανά. Ένας ένας έφυγαν τα αδέρφια μου.

Έμειναν μόνο ο πατέρας μου κι η μάνα μου, αποκοιμισμένοι αγκαλιά στον καναπέ κι η τηλεόραση να παίζει σιγανά.

Έφυγα κι εγώ.

Στην αυλή, πλάι στη γέρικη ροδιά, με περίμενε πάλι το αγόρι.

Τι θέλεις; Το ρώτησα.

Να με θυμάσαι. Μου απάντησε και κρύφτηκε πίσω από τα άστρα.

O θείος Χάρης και το Βαβέλατο

Όλα ξεκίνησαν πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που ήμουν ακόμη μικρός και περνούσα τα Χριστούγεννα με τα ξαδέρφια μου, τη θεία μου και το θείο μου, το θείο Χάρη, που ήταν αδερφός της μαμάς μου. Ο θείος Χάρης είχε μεγάλη αγάπη για τα Χριστούγεννα και κάθε χρόνο στόλιζε στην αυλή του ένα πελώριο έλατο με όλων των λογιών τα χριστουγενιάτικα στολίδια και ήταν πολύ περήφανος για αυτό.

Όλη η γειτονιά μιλούσε για το πανύψηλο έλατο του θείου Χάρη.

Μέχρι που μια μέρα, όταν βγήκαν όλοι οι γείτονες το πρωί να πάνε στη δουλειά τους, αντίκρυσαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που βρισκόταν στην αυλή του κυρ-Σταύρου, ακριβώς απέναντι δηλαδή από την αυλή του θείου Χάρη. Τους ήρθε πολύ ξαφνικό, μα κανείς δεν είπε κουβέντα. Το κοίταξαν για λίγη ώρα και ύστερα έφυγαν σκεφτικοί για τις δουλειές τους.

Το έλατο του κυρ-Σταύρου ήταν πιο ψηλό από το έλατο του θείου Χάρη.

Ο θείος Χάρης δεν το πίστευε. Μα να του κάνει τέτοιο πράμα ο γείτονας του! Δεν έχασε καιρό, έφυγε αμέσως για την χριστουγεννιάτικη αγορά και βρήκε ακόμη ψηλότερο δέντρο. Το ζήτημα τακτοποιήθηκε, το δεντρο του ήταν και πάλι το ψηλότερο στη γειτονιά. Ο θείος Χάρης κοιμήθηκε ήσυχος και ξύπνησε την άλλη μέρα ευδιάθετος παρά την χθεσινή κούραση από την αλλαγή και ξαναστόλισμα του δέντρου.

Αλλά μια ακόμη έκπληξη τον περίμενε.

Η γειτονιά είχε μεταμορφωθεί σε ένα χριστουγεννιάτικό δάσος! Όλοι οι κάτοικοι είχαν από ένα πελώριο δέντρο στην αυλή τους και κοκορεύονταν πως το δέντρο τους είναι το ψηλότερο από όλα. Ο θείος Χάρης έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε ξοδέψει όλα του τα χρήματα για να αγοράσει τα δυο δέντρα και έτσι ήταν αναγκασμένος να εγκαταλείψει κάθε σχέδιο για να διεκδικήσει πάλι την πρωτοκαθεδρία.

Τότε πέρασε από τη γειτονιά ο δήμαρχος.

Ο δήμαρχος, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε πολή σημασία στην εικόνα του. Για αυτό εξάλλου και ήταν δήμαρχος. Μόλις είδε το χριστουγεννιάτικο δάσος απόρησε. Τι πάει να πει πάλι αυτό; Όλοι αυτοί εδώ βάλθηκαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του και ύψωσαν χριστουγεννιατικα δέντρα ψηλότερο από το δέντρο του δήμου, που ήταν και μεταλλικό! Τι θα έλεγε ο κόσμος αν το έβλεπε αυτό; Ο δήμαρχος θα έπεφτε στα μάτια τους το δίχως άλλο.

Έδωσε αμέσως διαταγή να φτιάξουν καινούριο δέντρο στην κεντρικη πλατεία. Ψηλότερο.

Όλα έμοιασαν πως τακτοποιήθηκαν και πάλι. Ο θείος Χάρης βέβαια δεν πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του, αλλά έκανε σχέδια για την επόμενη χρονιά. Έκανε μάλιστα και ειδική παραγγελιά από τη μακρινή Σουηδία για την επόμενη χρονιά. Είναι γνωστό σε όλους πως τα Σουηδικά δέντρα είναι ψηλότερα από τα ελληνικά. Ο δημάρχος από την άλλη, πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του: το Χριστουγεννιάτικο δέντρο του ήταν το ψηλότερο ολόκληρης της Αθήνας.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα συνέβαινε την επόμενη χρονιά.

Ο δήμαρχος Αθηναίων δε θα επέτρεπε να συμβεί ξανά το ίδιο. Τα φετινά Χριστούγεννα το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο θα ήταν αυτό του δήμου της Αθήνας. Όμως δεν ήταν μόνο αυτός που ζήλεψε το επίτευγμα του άλλου δημάρχου. Όλοι οι δήμοι της Αθήνας βάλθηκαν να συναγωνίζονται ποιος θα φτιάξει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οι υπέυθυνοι κάθε δήμου εργάζονταν πυρετωδώς και τελικά όταν ήρθε η μέρα που τέλειωσαν οι προετοιμασίες, άπλωσαν τα μέτρα και τις μεζούρες και μέτρησαν. Ο δήμαρχος της Αθήνας ήταν ο νικητής. Έτσι έπρεπε να γίνει, η πρωτεύουσα οφείλει να είναι πρώτη.

Αυτό βέβαια δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους της συμπρωτεύουσας.

Μετά από αυτό, μπορείτε να φανταστείτε τι συνέβη την επόμενη χρονιά. Όλοι οι δήμοι της Ελλάδας, με πρώτο το δήμο της Θεσσαλονίκης, έβγαιναν και δήλωναν πως φέτος ο δικός τους δήμος θα έχει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ελλάδας. Εκείνο το Δεκέμβρη οι καλύτεροι μηχανικοί της χώρας δούλεψαν πυρετωδώς στην υπηρεσία των δημάρχων, στην υπηρεσία της τοπικής αυτοδιοίκησης δηλαδή, για το καλό των κατοίκων κάθε δήμου. Η μάχη ήταν σκληρή, μα το αποτέλεσμα... Ο δήμος Θεσσαλονίκης είχε πάρει τη ρεβανς και μάλιστα είχε καταφέρει να φτιάξει το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης.

Η είδηση έκανε το γύρω της γηραιάς ηπείρου.

Και η γηραιά ήπειρος ζήλεψε. Την επόμενη χρονιά σειρά είχε η Ρώμη και ύστερα το Παρίσι. Τα χρόνια περνούσαν και τα δέντρα έφταναν όλο και πιο ψηλά. Να η Μόσχα! Να το Λονδίνο! Η Μαδρίτη, το Ελσίνκι, οι Βρυξέλες! Και τότε το πήραν χαμπάρι οι Αμερικάνοι, καθυστερημένοι ως συνήθως. Για να λέμε την αλήθεια δε θα το έπαιρναν, αλλά έψαχνε η κόκα κόλα υλικό για την καινούργια διαφημιστική της εκστρατεία, μετά από αυτή με τον Άι Βασίλη.

Μα είναι δυνατόν να μην έχουμε εμείς το ψηλότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του πλανήτη;

Αναρωτήθηκε ο πλανητάρχης. Έτσι ξεκίνησε το πιο φιλόδοξο σχέδιο όλων των εποχών: ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο από τη γη μέχρι τα άστρα. Ένα σύγχρονο θαύμα, δείγμα του σύγχρονου τεχνολογικού θριάμβου της ανθρωπότητας, αλλά και ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπεροχής της αμερικανικής υπερδύναμης προς τις υπόλοιπες χώρες. Οι πολυεθνικές εταιρίες ενθουσιαστηκαν με αυτή την ιδέα και βιαστηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της αν χρειαζόταν. Κανείς δεν ήθελε να μείνει απ' έξω από ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα, που θα έμενε για πάντα στην ανθρώπινη ιστορία. Κάποιοι μάλιστα πρότειναν να στολίσουν με τα αγαθά που κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν το δέντρο αντί για Χριτουγεννιάτικα στολίδια.

Κι έτσι και έγινε.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο έφτανε όλο και πιο ψηλά. Πιο ψηλά και απο εκεί που πετάνε τα πουλιά, πιο ψηλα και από τα σύννεφα, πιο ψηλά και από το ψηλότερο βουνό. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο πλησίαζε όλο και πιο κοντά στα άστρα. Πλησίαζε Δεκέμβρης και οι αμέτρητοι εργάτες δούλευαν όλο και πιο σκληρά για να το τελειώσουν στην ώρα τους. Όλα πήγαιναν ρολόι και οι άνθρωποι των πολυεθνικών έτριβαν τα χέρια τους, όπως και ο πλανητάρχης.

Όλα αυτά τα χρόνια ο θείος Χάρης συνεχιζε το δικό του ετήσιο αγώνα με τους γείτονες.

Τα Χριστούγεννα που θα ολοκληρωνόταν η κατασκευή, έτυχε και βρεθήκαμε πάλι στο σπίτι του. Είχε περάσει πολύς καιρός από τη χρονιά εκείνη που για πρώτη φορά κάποιος είχε αμφισβητήσει την χριστουγεννιάτικη κυριαρχία του. Καθίσαμε όλοι μαζί μπροστά στην τηλεόραση, όπως απαιτεί το έθιμο για να παρακολουθήσουμε το άναμμα του δέντρου. Ένα δισεκατομμύριο λαμπιόνια το στόλιζαν, μαζί με εκατομμύρια συσκευασίες από κάθε λογής προϊοντα. Η βάση του ήταν μεγαλύτερη από την Ελλάδα, ίσως και από ολόκληρα τα Βαλκάνια.

"Σαχλαμάρες. Τι καταλαβαίνουν με αυτό;".

Είπε ο Θείος Χάρης και άλλαξε κανάλι. Μα και το επόμενο κανάλι έδειχνε το ίδιο και το επόμενο και το επόμενο και το επόμενο... Κι έτσι τελικά το είδαμε. Όχι το άναμμα, αλλά το σβήσιμο.

Ο πλανήτης έσβησε.

Και ύστερα ράγισε.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο άρχισε να πέφτει. Πρώτα αργά και ύστερα όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που συνάντησε το έδαφος με ένα κρότο που όμοιο του δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά ο άνθρωπος. Ο πλανήτης, σκοτεινος και μόνος, ράγισε κι άλλο. Σχίστηκε στα δύο και ύστερα στα τέσσερα και ύστερα στα οχτώ και ούτω καθεξής μέχρι που απέμεινε μοναχά ένα κομμάτι βράχο για κάθε άνθρωπο. Κι ύστερα οι άνθρωποι άρχισαν να απομακρύνονται όλο και πιο μακριά ο ένας από τον άλλο και να χάνονται αργά στην παγωνιά του σύμπαντος.

Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα ήταν ο θείος Χάρης.

Τον είδα καβάλα πάνω στο δικό του Χριστουγεννιάτικο δέντρο, φέτος το είχε παραγγείλει από το μακρινό Καναδά. Με κοίταξε απορία και κάτι μου είπε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα, ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό. Αλλά και να μεταδιδόταν πάλι τίποτα δε θα άκουγα. Ο κρότος από το πέσιμο του γιγάντιου έλατου με είχε κουφάνει.

Όπως και κάθε άλλο άνθρωπο.

Βιβλιοπλοπωλείο

Με σκούφο από μαύρο μαλλί και γάντια μπαλωμένα στις άκρες των δακτύλων του
κοιτάζει τα σκαλιά που κατηφορίζουν βαθιά μέσα στα έγκατα της γης του.

Τη γη των μπερδεμένων λέξεων και των ελαφρώς κοινότοπων νοημάτων.
Την κοιτάζει με ευλάβεια, πόθο και μια ανάλαφρη εγκληματική διάθεση.

Όπως θα υποψιάζεστε νιώθει ήδη ελαφρώς ανάλαφρος.

Πατάει στο πρώτο σκαλοπάτι και τα ρουθούνια του γεμίζουν τη γνώριμη πια μυρωδιά της πυρίτιδας.

Πατάει στο δεύτερο και οι κάνες των ματιών του αναστενάζουν ανυπόμονα.

Σταματά και καθισμένος στην άκρη της τελευταίας σελίδας αναρωτιέται,
έχεις να του προτείνεις ένα βιβλίο για τις μέρες ξεκούρασης που έρχονται;

the bright side of life












Καθώς η τελευταία μου βδομάδα στη δουλειά τελειώνει με εξαντλητικούς ρυθμούς και ευτυχώς υπάρχει το ράδιοφωνο να μου υπνεθυμίζει ότι..

Some things in life are bad
They can really make you mad
Other things just make you swear and curse.
When you're chewing on life's gristle
Don't grumble, give a whistle
And this'll help things turn out for the best...

And...always look on the bright side of life...
Always look on the light side of life...

If life seems jolly rotten
There's something you've forgotten
And that's to laugh and smile and dance and sing.
When you're feeling in the dumps
Don't be silly chumps
Just purse your lips and whistle - that's the thing.

And...always look on the bright side of life...
Always look on the light side of life...

For life is quite absurd
And death's the final word
You must always face the curtain with a bow.
Forget about your sin - give the audience a grin
Enjoy it - it's your last chance anyhow.

So always look on the bright side of death
Just before you draw your terminal breath

Life's a piece of shit
When you look at it
Life's a laugh and death's a joke, it's true.
You'll see it's all a show
Keep 'em laughing as you go
Just remember that the last laugh is on you.

And always look on the bright side of life...
Always look on the right side of life...
(Come on guys, cheer up!)
Always look on the bright side of life...
Always look on the bright side of life...
(Worse things happen at sea, you know.)
Always look on the bright side of life...
(I mean - what have you got to lose?)
(You know, you come from nothing - you're going back to nothing.
What have you lost? Nothing!)
Always look on the right side of life...


Δυο μέρες μόνο για τη χριστουγεννιάτικη ανάσταση.

track 5

Σκοτείνιασε μεσημεριάτικα.

Λες και ξαφνικά θυμήθηκε ο χειμώνας πως τόσο καιρό είναι απών και αποφάσισε να ρίξει όλα του τα σύννεφα να πνίξουν τον ήλιο.

Ψιχαλίζει.

Εκείνη διασχίζει το δρόμο ανέμελη, ένα αυτοκίνητο τη σκίζει στα δύο.

Η φωτογραφία που κρατούσε στα χέρια της θα κρυφτεί πίσω από έναν τρομαγμένο κάδο.

Δεν ήταν δική της, αλλά ήταν από τις διακοπές της στη νήσο Φερουγιατ.

Είχε πάθος με τη φωτογραφία, μικρή ήθελε να γίνει φωτογράφος. Πάντα είχε στην άκρη του μυαλού της πως μια μέρα ίσως να γινόταν.

Τελικά έγινε τροχαίο ατύχημα.

Η νήσος Φερουγιατ, βρίσκεται στην άλλη άκρη του πλανήτη και την επισκέφτηκε φέτος το καλοκαίρι. Έκανε δύο χρόνια οικονομίες για να πάει και να φωτογραφίσει το εξωτικό νησί με τους μυστήριους κατοίκους του.

Έμεινε δέκα μέρες.

Την τελευταία, μια γριά γυναίκα την πλησίασε και την άγγιξε στο μάγουλο. Τα μάτια της ήταν θλιμμένα και τα λόγια της είχαν τη στεναχώρια του θανάτου. Εκείνη δεν μπόρεσε να καταλάβει τίποτα, ένιωσε μονάχα μια απροσδιόριστη απειλή.

Την έβγαλε φωτογραφία.

Και τώρα η φωτογραφία αυτή κρύβεται πίσω από έναν βρεγμένο κάδο.

Εκείνη είναι δίπλα του και η γρια βαριά άρρωστη, αφήνει την τελευταία της πνοή στην άλλη άκρη του πλανήτη.

«Μείνε», της είχε πει, «και θα ζήσεις και εσύ και εγώ».

Άραγε αν την καταλάβαινε θα έμενε; Θα είχαν γλιτώσει;

Καθώς κάθομαι και κοιτάζω το αίμα της που σμίγει με το νερό της βροχής δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι για όσα ανέβαλλα για την επόμενη εβδομάδα, όσα ανέβαλλα για τον επόμενο μήνα, όσα ανέβαλλα για τον επόμενο χρόνο.

Σκοτείνιασε μεσημεριάτικα.

Και ψιχαλίζει.

Στη νήσο Φερουγιάτ, με οδήγησε το τραγούδι σου. Σε ευχαριστώ.

αλήθειες

Αυτή η ιστορία μπορεί να είναι μικρή, αλλά τελείωνει με μια μεγάλη αλήθεια.

Σου αρέσουν οι μεγάλες αλήθειες, το ξέρω.

Σε ποιον δεν αρέσουν, θα μου πεις.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην κουβαλάει μια μεγάλη αλήθεια μέσα του.

Και που να μη θέλει να τη μοιραστεί.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ανάγκη τη μεγάλη αλήθεια.

Και που αν δεν τη βρει θα την αναζητήσει ακόμη και στα σκουπίδια του πολιτισμού μας.

Για αυτό, χρόνια τώρα, φτιάχνουμε θεούς, νόμους και εξισώσεις.

Για αυτό φτιάχνουμε ιστορίες.

Ναι, ιστορίες, σαν και αυτήν εδώ που τώρα διαβάζεις.

Μια μικρή ιστορία που αρχίζει με ένα ακόμη μικρότερο ψέμα.

Αγγελία

«Πωλείται ουράνιο τόξο, με εφτά χρώματα. Εφτά πραγματικά χρώματα και άπειρες αποχρώσεις. Μία για κάθε συναίσθημα – μία για κάθε διαφορετικό χαμόγελο και μία για κάθε διαφορετικό δάκρυ. Τα χρώματα είναι σε άριστη κατάσταση, και ο ιδιοκτήτης τους τα έχει δει ελάχιστα. Δεκτός κάθε έλεγχος από ειδικούς, τόσο για την ποιότητα όσο και τη γνησιότητα του προϊόντος. Τιμή λογική».

- Ποια μπορεί να είναι δηλαδή, μια λογική τιμή για κάτι τέτοιο;

Τη ρώτησε, καθώς εκείνη ακουμπούσε το κεφάλι της στην κοιλιά του.

- Δεν ξέρω, αν δεν είναι πολύ ακριβό θα μου το πάρεις;

Τα λόγια της ξεχείλιζαν από τη γνωστή αχόρταγη προσμονή της.

- Θα δούμε, απάντησε εκείνος.

Διάβασαν την επόμενη αγγελία.

Και αυτή, όπως και η προηγούμενη, ήταν γραμμένη σε σύστημα Μπράιγ.

δια σταύρωσις

Λένε πως η ζωή είναι μονάχα ένας δρόμος.

Καθώς της ζήτησε απόψε να τον παντρευτεί,

εκείνη στέκεται μετέωρη σε μία διασταύρωση.

Αμήχανη, δεν ξέρει τι να προτιμήσει.

Τη διαίρεση.

Ή τη σταύρωση.


αφιερωμένο στον padrazo και τις όμορφες αλληγορίες του

Στο σούπερ μάρκετ των ευθυνών

Πήγαμε πάλι χθες το βράδυ με την καλή μου στο σούπερ μάρκετ των ευθυνών.

Μόνος μου δεν πάω σχεδόν ποτέ, μονάχα με την καλή μου ή με το αφεντικό μου ενίοτε.

Τι κόσμος! Μικροί και μεγάλοι γέμιζαν τα καροτσάκια τους, βιαστικοί με όσες περισσότερες ευθύνες μπορούσαν.

Παρατήρησα πως όσο περνάει ο καιρός βλέπεις όλο και μικρότερες ηλικίες στην υπεραγορά των ευθυνών. Παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Ούτε είχε τόσο κόσμο.

Καθώς περπατούσαμε, πιασμένοι σε ένα γλυκύτατο αγκαζέ (το είδος εκείνο του αγκαζέ που χαρακτηρίζει τη διάθεση του ενός να τραβήξει τον άλλον κάπου που εκείνος δε θα πήγαινε ποτέ), με το μικρό, σχεδόν άδειο καρότσι μας, βρεθήκαμε απέναντι του.

Η καλή μου έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

Στην αρχή κι εγώ εντυπωσιάστηκα.

Το καρότσι του είναι πέντε φορές σαν το δικό μας και οι ευθύνες σχεδόν ξεχειλίζουν. Ξεχειλίζουν τακτοποιημένες.

Τον κοιτάζω λοιπόν πίσω από το τακτοποιημένο καρότσι του, μπρος από το τακτοποιημένο μυαλό του και παραδέχομαι πως είναι ο πιο υπεύθυνος άνθρωπος που έχω γνωρίσει.

Κοιτάω και τα χάλια μου (ναι, είμαι ο πιο ανεύθυνος άνθρωπος που θα μπορούσα να γνωρίσω) και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ.

Αναρωτιέμαι αν αγαπάει τις ευθύνες του.

Αν τις απολαμβάνει. Αν λαχταρά να μαζέψει κι άλλες. Να μαζέψει όσες περισσότερες μπορεί, να γεμίσει και δεύτερο καρότσι ή ακόμη και τρίτο.

Να γίνει ευθυνάρχης. Ή υπερευθυνάρχης.

Αναρωτιέμαι αν κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί τις απαριθμεί μία μία και τις ακουμπά δίπλα στο μαξιλάρι του.

Μα περισσότερο από όλα αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν έπρεπε μια μέρα να του αναθέσουν την ευθύνη να μην έχει καμιά απολύτως ευθύνη;

Ανυπόνομος

Ο κύριος Κ. ζούσε για χρόνια μέσα στον υπόνομο.

Αυτό ήταν κάτι το συνηθισμένο για τους ανθρώπους της γενιάς του, όπως και για τους ανθρώπους της προηγούμενης γενιάς και της προπροηγούμενης, και ούτω καθεξής.

Ζούσε σε ένα υγρό και βρώμικο καταφύγιο, κάτω από τα βιαστικά βήματα των περαστικών και τα θυμωμένα λάστιχα των αυτοκινήτων.

Αν και αντιμετώπιζε τα αναμενόμενα προβλήματα υγείας, εξαιτίας της υγρασίας και της πληθώρας των επίδοξων μικροβίων, ο κύριος Κ. δεν παραπονιόταν.

Η ζωή του στον υπόνομο του άρεσε.

Του άρεσε γιατί πάνω από όλα του έδινε ασφάλεια και σιγουριά.

Σε ποιον εξάλλου δε θα έδινε σιγουριά το να ζει υπό του νόμου;

Για αυτό και είχαν φτιάξει τους νόμους. Για αυτό είχαν φτιάξει τον υπόνομο.

Για αυτό και υπονόμευαν την ίδια τους τη ζωή.

Ένα πρωινό, ο κύριος Κ. αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο.

Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό, που οι σωλήνες έσταζαν και το ταβάνι βούιζε.

Οι αρουραίοι επέστρεφαν χορτασμένοι στις τρύπες τους.

Κι όμως εκείνο το συνηθισμένο πρωινό ο κύριος Κ. δεν μπορούσε πια να εκτιμήσει την ορθότητα του νόμου και την τάξη του υπονόμου.

Η δυσωδία άρχισε να τον ενοχλεί, το πάτωμα πλησίασε το ταβάνι. Οι σκέψεις του δεν χωρούσαν πια ανάμεσα τους.

Ένιωσε για πρώτη φορά κλειστοφοβία.

Προσπάθησε να μιλήσει στους ανθρώπους γύρω του.

Προσπάθησε να μιλήσει στον εαυτό του.

Δεν κατάφερε πολλά πράγματα, παρά μόνο να μεγαλώσει κι άλλο η ανάγκη του εκείνη για καθαρό αέρα. Η ανυπομονησία του όλο και μεγάλωνε.

Απομονώθηκε.

Ύστερα απονομώθηκε.

Και τελικά, ανυπόμονος πάντα, ο κύριος Κ. έμεινε για πάντα ανυπόνομος.

Η γάτα













Θα την βρεις να τριγυρίζει στα όνειρα του.

Επιλέξεων

Τα χρόνια εκείνα όλοι υμνούσαν την επιλογή.

Έλεγαν ψέματα.

Ο κόσμος τους δεν είχε καμιά απολύτως αληθινή επιλογή.

Κάποιοι δεν το κατάλαβαν.

Κάποιοι άλλοι φώναξαν πως εξαπατήθηκαν.

Και κάποιοι μίλησαν για επιλογές κρυμμένες.

Επιλέγεις, λοιπόν, ανάμεσα στης γνώσης την απόγνωση και στην ελπίδα της εξέγερσης.

Επιλέγεις;

Γνώσης απόγνωσις

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου φίλε μου, μα εκείνη σιωπά.

Γιατί σιωπά;

Κάποτε ο άνθρωπος ήταν φυλακισμένος και όμως μιλούσε. Τολμούσε.

Τώρα ελεύθερος πια, στέκει βουβός. Τρέχει βουβός.

Και είναι περήφανος για τη σιωπή του τούτη.

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου΄, μα δεν ακούω τίποτα παραπάνω από την ήσυχη ηχώ της ανάσας μου.

Που πήγαν οι μεγάλοι δάσκαλοι;

Σκόρπισαν; Δεν υπήρξαν ποτέ;

Τι συμβαίνει;

Έγινε ο άνθρωπος έρμαιο της μοναξιάς του και του χρήματος;

Της μοναξιάς του χρήματος;

Αφού κι αυτό καιρό τώρα αρχίζει και το χάνει. Τα χάνει.

Και ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός.

Και το συναίσθημα δεν είναι ποτέ δυνατό.

Τα παιδιά μας γίνηκαν δολοφόνοι.

Προσπαθώ ν αφουγκραστώ την εποχή μου, μα εκείνη βάζει το δάχτυλο στο στόμα.

Σσσσσσς.

Να ζεις ήσυχα.

Μάθαμε πια να ζούμε ήσυχα κι ανώνυμα.

Να είναι η ζωή μας τακτοποιημένη, να μην ενοχλούμε.

Μα το χειρότερο από όλα δεν είναι πως γίναμε ανώνυμοι. Πως μας φόρτωσαν ανώνυμες ιδέες και ανάγκες, πως τα όνειρα μας δεν έχουν όνομα πια.

Το χειρότερο είναι πως μάθαμε να πεθαίνουμε ανώνυμα.

Μέσα σε κάτασπρα νοσοκομεία, δίχως να ξέρουμε καν ποιος είναι αυτός που πεθαίνει στο διπλανό κρεβάτι.

Δίχως να ξέρουμε ποιος είναι αυτός που αργοπεθαίνει στο διπλανό διαμέρισμα;

Αργοπεθαίνουμε.

Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος ξεπεσμός από αυτόν;

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου, μα εκείνη ουρλιάζει.

Ουρλιάζει τόσο δυνατά που το τύμπανο μου αιμορραγεί.

Το ξεριζώνει από το αυτί μου. Το συνθλίβει.

Καλύτερα έτσι.

Τώρα τουλάχιστον ξέρω πως για τη σιωπή της φταίω μονάχα εγώ.

Είχες δίκιο φίλε μου για τον άνθρωπο.

Είναι τελικά ένα λάθος της φύσης.

Κι εμείς τώρα το πληρώνουμε με τις πυρωμένες βελόνες της λογικής και των ενστίκτων, πάνω στη γερμένη πλάτη της συνείδησης.

Ελπίδας εξέγερσις

Σε λίγο ξημερώνει.

Η πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας φίλε μου, λένε πως είναι αυτή.

Τώρα, λίγο πριν η πρώτη σταγόνα φωτός μουτζουρώσει το μαύρο καμβά του ουρανού.

Συλλογιέμαι τον άνθρωπο.

Το φοβισμένο εκείνο τριχωτό πλάσμα, που άφησε πίσω του τις σπηλιές στη μεγάλη περιπέτεια για τα άστρα.

Συλλογιέμαι το ταξίδι του νου.

Τις εξεγέρσεις του νου. Τις εξεγέρσεις της ψυχής. Την αναζήτηση.

Την ομορφιά, την αγάπη για την ομορφιά.

Την αγάπη.

Συλλογιέμαι τον άνθρωπο.

Έπλασε και σκότωσε θεούς.

Σκότωσε και έπλασε τον ίδιο του τον εαυτό.

Τα έβαλε με το αδύνατο, πολέμησε το δυνατό.

Νιώθω το πνεύμα του αρχαίο και ζεστό, να ρέει αδιάκοπα μέσα στις κοίτες που έχτισε ο χρόνος.

Κάθε γενιά αφήνει κάτι στην επόμενη.

Τη σκοτεινιά διαδέχεται το φως.

Το φως της εξέγερσης.

Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα της εξέγερσης. Η ίδια του η ύπαρξη είναι εξέγερση.

Αυτό μας διδάσκει το ποτάμι του χρόνου.

Αυτό μας διδάσκει το αίμα που χύθηκε και χύνεται. Το αίμα που φτιάχνει τον καλύτερο άνθρωπο.

Δεν είναι εύκολο, το ξέρω.

Μάθαμε όμως τόσα, ακόμη μαθαίνουμε και έχουμε τόσα να μάθουμε ακόμη.

Μην απελπίζεσαι. Μαζί προχωράμε

Εγώ. Εσύ. Αύριο αυτός, μεθαύριο αυτοί.

Ξημερώνει και σε αγαπάω φίλε μου.

Ξημερώνει και δημιουργώ.

Ελπίζω.

Στην ντουλάπα

Σήμερα το πρωί άνοιξα τη ντουλάπα μου και βρήκα μέσα έναν άγγελο να σαπίζει.

Είχε τετράγωνα δόντια και γένια και μύγες που ζουζούνιζαν ανάμεσα στο ξεθωριασμένο φωτοστέφανο του.

Το μισό του πρόσωπο είχε λιώσει. Το άλλο μισό χαμογελούσε.

Παραδόξως δε βρώμαγε, αλλά το θέαμα μου έφερε ναυτία.

Έκλεισα την ντουλάπα. Ζαλιζόμουν.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μέχρι να συνέλθω.

Να συνέλθω για να πάω δουλειά, να αρχίσω τη μέρα μου.

Και ο άγγελος;

Θα τον αποτελειώσουν τα ποντίκια. Έτσι δε γίνεται συνήθως;

Κοίταξα ξανά την ντουλάπα, κλειστή. Έκλεισα κι εγώ τα μάτια.

Ονειρεύτηκα μια πλατεία γεμάτη κόσμο και μουσικές.

Ξύπνησα. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή και άδεια.

Προσπάθησα να σηκωθώ, ζαλιζόμουν ακόμα. Έκλεισα πάλι τα μάτια.

Ονειρεύτηκα μια πλατεία γεμάτη καμένα αγάλματα και σκοτωμένα παιδιά.

Ανάμεσα τους μια φωνή ψιθύρισε

«Κόλαση είναι ο παράδεισος που καίγεται».

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν σκοτεινά.

Σκοτεινά και στενάχωρα.

Όπως μέσα σε μια κλειστή, ασφυκτικά μικρή, ντουλάπα.

Γένεσις

Δεν εχω ξαναβρεθεί σε μαιευτήριο.

Χθες για πρώτη φορά συναντησα δυο ανθρώπους 7 ωρών ο καθένας. Ναι το άθροισμα των ζωών τους δεν ήταν ούτε μια μέρα ακόμη.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με την καθαρή ύπαρξη, ανόθευτη ακόμα από τις τεχνητές προσμίξεις που οι ιδιοι δημιουργήσουμε.

Μαζί μας μια νοσοκόμα, γκρινιάρα, φωνακλού, πιο αποστειρωμένη από τα μπιμπερό που ρουφούσαν λαίμαργα τα δίδυμα, μας έκανε παρατηρήσεις και μας αγριοκοιτούσε.

Ανίκανη να μοιραστεί τη χαρά των γονιών, τη χαρά της δημιουργίας.

Η εξουθενωτική επαναλειψιμότητα των συναισθημάτων την έχει ξεφλουδίσει.

Άνθρωπος, μυστήριο πλάσμα, αντίφαση της ίδιας του της ύπαρξης.

Δεν ανησυχώ, τελικά η ζωή θριαμβεύει.

Καλό χυμώνα

Με τον υδράργυρο ως συνήθως σε υψηλά για την εποχή επίπεδα.

















Και το έγκλιμα να συνεχίζεται.

Εξερευνητής

Ο Ιντίγκο Ρενάδα Αλβάρεζ, μπορεί να μη έγινε ποτέ διάσημος εξερευνητής αλλά πέρασε την περισσότερη ζωή του στις άκρες του μέχρι τότε γνωστού κόσμου.

Τότε, η γη ήταν ακόμη τετράγωνη και οι ωκεανοί χύνονταν στο απύθμενο άπειρο.

Οι ποιητές ονειρεύονταν τους κοσμικούς καταρράκτες και οι ζωγράφοι τους ζωγράφιζαν σε καμβάδες γεμάτους υπαρξιακές τρύπες.

Τότε, η λογική λύγιζε σαν καμπύλη και σπάνια όρθωνε αιχμές. Δεν ήταν τυχαίο που όλοι οι άντρες της εποχής λάτρευαν τις καμπύλες.

Ο Ιντίγκο Ρενάδα Αλβάρεζ ήταν ένας από αυτούς.

Η λογική του ήταν ολοστρόγγυλη σαν το αριστερό γυάλινο μάτι του. Γελούσε με την προσπάθεια κάποιων ανθρώπων να εξηγήσουν τα πάντα με τη λογική, να φτιάξουν νόμους και κανόνες.

«Τι κι αν καταλάβεις τον κόσμο όλο, αν δεν ξεκουνήσεις ποτέ από την κάμαρα σου να τον δεις», έλεγε συχνά.

Κι έτσι, όποτε συναντούσε κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει,

ένα μισοσκισμένο χάρτη θησαυρού γεμάτο γρίφους,
μια σκοτεινή γυναίκα της ανατολής,
ή ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό

η λογική του καμπυλωνόταν.

Εύκαμπτη, σαν το ζεστό ζυμάρι του ψωμιού, η λογική του ξεγλιστρούσε. Δεν έμενε.

Συνέχιζε τότε εκείνος το ταξίδι του, δίχως βάρη στο νου και στην ψυχή του.

Ταξίδευε για χρόνια.

Και κάποια στιγμή, ανάμεσα σε έναν κόκκινο ήλιο που πνιγόταν στην άκρη του τετράγωνου του κόσμου και τη μυρωδιά των μπαχαρικών που χε ποτίσει πια την κουπαστή του πλοίου του, συλλογίστηκε.

«Για φαντάσου να ‘τανε ο κόσμος στρογγυλός και η λογική των ανθρώπων τετράγωνη».

Όταν ο Καμύ συνάντησε τον Μπωντλαίρ

Νιώθω τη δύναμη μου. Νιώθω και τις αλυσίδες.

Σκουριασμένες από το χρόνο, παγωμένες.

Τις νιώθω να με κρατάν αιχμάλωτο, να με περιορίζουν.

Βαριές, σχεδόν ασήκωτες, φτιαγμένες από μολύβι.

Να με κρατούν δεμένο, τόση δύναμη μέσα μου να μένει αξόδευτη και στείρα.

Αν ήμουν λεύτερος...

Κι όμως τις αγαπώ τις αλυσίδες μου. Μου είναι απαραίτητες.

Διώχνουν την αμφιβολία από μέσα μου, μου δείχνουνε ποιος είμαι.

Και μου θυμίζουν την ασύγκριτη μου δύναμη.

Δίχως αυτές θα πρέπει να σας δείξω ένα σημάδι από δαύτη.

Να αποδείξω τα λεγόμενα μου.

Και να πράξω όλα εκείνα που οι αλυσίδες δε με άφησαν να κάνω.

Ο δικαστής

Μες στη σκοτεινή μας πόλη τριγυρνά ένας δικαστής.

Δεν έχει μάτια και η γλώσσα του είναι κομμένη από τη ρίζα. Ακούει μόνο και γράφει.

Και μυρίζει.

Μυρίζει τον ιδρώτα του ένοχου, έτσι όπως μαζεύεται ανάμεσα στα φρύδια.
Μυρίζει την αγωνία στο δέρμα σου και το ψέμα στο χνώτο του ψεύτη.
Μυρίζει και αφουγκράζεται τις κρυμμένες λέξεις πίσω από τα λόγια κάθε του κατηγορούμενου.

Κανείς δεν του ξεφεύγει.

Κανένας δεν μπορεί να του κρυφτεί.

Κι οι άνθρωποι…

Αντί να τον τιμούν, τον αποφεύγουν.

Αλήθεια, στον δρόμο κανείς δεν τολμά να τον πλησιάσει και αν τυχόν βρεθείς κοντά του νιώθεις γυμνός, νιώθεις το χέρι του να ψαχουλεύει τα σωθικά σου.

Έτσι, ο δικαστής της πόλης τούτης αν και έχει μοιράσει τόσες καταδίκες δίχως ποτέ να σφάλει, έχει κι ο ίδιος να κουβαλάει μία. Μια καταδίκη από τους συνανθρώπους του, από όλους αυτούς που προστατεύει και τόσο πιστά υπηρετεί.

Είναι για πάντα μοναχός του.

Τρομαχτικός και μόνος, όπως όλοι εκείνοι που τα κατάφεραν και αντίκρισαν αληθινά τον άνθρωπο.

Αν δεν μας ήταν χρήσιμος, σίγουρα θα τον είχαμε διώξει μακριά.

Μα αυτό δεν έγινε ποτέ γιατί ήρθε μια μέρα που από μόνος του εξαφανίστηκε. Κανείς δεν έμαθε το λόγο, απλά εξαφανίστηκε.

Εμείς τότε αποφασίσαμε πως ήταν καλύτερα. Θα δικάζουμε μοναχοί μας και ο δικαστής που κρύβει ο καθένας μέσα του είναι ελεύθερος πια να κρίνει.

Σωστά, λάθος; Τι σημασία έχει; Σε ποιον δεν αρέσει εξάλλου να δικάζει;

Ύστερα πέρασαν τα χρόνια, μέχρι που στην τύχη ανακαλύψαμε, πως ο δικαστής εκείνος βρίσκεται στη φυλακή.

Κλεισμένος ισόβια.

Ο ίδιος τον εαυτό του πως φυλάκισε.

Και ζει ανάμεσα σε εκείνους που δίκαια καταδίκασε.

Κανείς μας δεν κατάλαβε το λόγο κι ακόμη έχουμε μείνει με την ίδια απορία. Κάποιοι είπανε πως του ‘στριψε.

Όμως εκείνος μες στο κελί του δεν ακούει τις φωνές των ελεύθερων ανθρώπων και σιωπηλά όπως πάντα συλλογιέται.

«Καλύτερα στη φυλακή μαζί τους, παρά ελεύθερος και μόνος».

Μονόχειρας αυτόχειρας

Γδύνεσαι γρήγορα, χωρίς πολλές περιστροφές.

Με κοιτάς στα μάτια και δε μου δίνεις υποσχέσεις.

Και μυρίζεις σαν τις σελίδες των πρόστυχων ρομάντζων.

Πάθος και βρώμικα λόγια. Αληθινά λόγια.

Μη βγάζεις το σουτιέν, σε θέλω έτσι.

Το κρεβάτι τρίζει, το μυαλό μου τρίζει, καρά καρέ περνούν φωτογραφίες με πρόσωπα λάγνα.

Σε θέλω. Ναι, σε θέλω και εσύ βογκάς μες στο αυτί μου.

«Θέλω να με πονέσεις».

Θέλω να σε πονέσω.

Πιο δυνατά.

Πιο δυνατά.

Δυνατά.

Σιωπή.

Ανάβεις τσιγάρο.

Ανάβω κι εγώ. Σε ακολουθώ υπάκουα. Σε παρακολουθώ.

Κι εσύ, με μάτια γυαλιστερά, σαν εξώφυλλο πορνοπεριοδικού, με ρωτάς τι σκέφτομαι.

Σε κοιτάζω με βλέμμα ονειροπόλο και μόνος πια στο κρεβάτι δεν αποκρίνομαι.

Μονάχα ταλαντεύομαι αμήχανα ανάμεσα στη μαγική τέχνη του αυνανισμού και στο λυτρωτικό αυνανισμό της τέχνης.

Μπολ Μασκέ

Εκείνος ήταν δάσκαλος και προσπαθούσε να εξηγήσει το σύμπαν.

Εκείνη ήταν φοιτήτρια και έπαιρνε χάπια από χόμπι.

Γνωρίστηκαν σε ένα μπολ μασκέ.

Φλέρταραν όλο το βράδυ κάτω από εκθαμπωτικούς πολυέλαιους, ανάμεσα σε πορφυροκόκκινες σκιές και νότες κρυμμένες σε άλλες εποχές.

Εκείνος ήταν ντυμένος ζορό.

Εκείνη παξιμαδοκλέφτρα.

- Χορεύετε?

- Χα!

- Τι σημαίνει χα?

- Χα! Γλυκέ μου, χα!

Την έπιασε από το χέρι και άρχισαν να χορεύουν. Δεν αντιστάθηκε.

Χόρεψαν μέχρι να τους χωρίσει η πρώτη στάλα ιδρώτα. Δεν τον παράτησε.

Προσπάθηκε να την φιλήσει. Δεν τα κατάφερε.

- Ποια είσαι?

- Χα!

- Τι σημαίνει χα?

- Χα! Γλυκέ μου, χα!

Όταν ήρθε το τέλος της βραδιάς, η σάλα άδειασε κι απέμειναν μονάχα οι δυο τους.

Δεν έβγαλαν τις μάσκες τους, μόνο κοιτάχτηκαν στα μάτια.

- Γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω;

- Μα στα αλήθεια νομίζεις πως μπορείς να καταλάβεις ένα γέλιο;

- Αν δε φορούσες μάσκα είμαι σίγουρος πως θα σε καταλάβαινα.

- Μα στα αλήθεια νομίζεις πως αν δε φορούσα μάσκα θα σου χαμογελούσα;

Ανάμεσα στις δυο τελείες..

Από όλα τα σημεία στίξης προτιμώ τις δυο τελείες..

Ίσως, γιατί είναι το σημείο στίξης του μονίμως αναποφάσιστου..

Δεν είναι σίγουρος αν η πρόταση του είναι οριστική..

Αλλά πάλι δεν έχει ξεκαθαρίσει και αν κρύβει κάποιο υπονοούμενο..

Έτσι, δεν μπορεί να μείνει στη μια τελεία, αλλά ούτε και να φτάσει στις τρεις..

Μονάχα πατάει με το ένα πόδι του στη μία και με το άλλο του στην άλλη..

Δε ζει με βεβαιότητες, ούτε προκαλεί αβεβαιότητες..

Βρίσκεται κάπου ανάμεσα..

Και τελικά, μένει τελείως ατελής και το ξέρει..

Έκπληξη ηλίου

Ο Μισέλ Ονφρέ στο ΒΗΜΑ, (19/11/2006) για τον ηλιακό ερωτισμό.

"Η απόλαυση που δεν βλάπτει ούτε τον εαυτό μας ούτε τον άλλον. Η δράση σύμφωνα με μια συνθήκη που έχουμε επιλέξει ελεύθερα, το χτίσιμο μιας σχέσης βασισμένης στην ελευθερία, η τάση προς έναν έρωτα ανάλαφρο, προς μια σεξουαλικότητα χωρίς ξένες προσμείξεις (γάμος, μονογαμία, πίστη, συγκατοίκηση, τεκνοποίηση), που να αποτελεί μέσον πρόσβασης στο είναι του άλλου, η προσωπική διαχείριση των επιθυμιών και των φαντασιώσεών μας, η τάση προς έναν αναρχικό φεμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο δονζουανισμός δεν θα είναι πλεονέκτημα των ανδρών που αποκαλούν νυμφομανείς τις γυναίκες οι οποίες επιδίδονται σε αυτόν, ο ελεύθερος τρόπος διάθεσης του εαυτού μας, της ψυχής μας, του κορμιού μας, της ζωής μας... Ο ηλιακός ερωτισμός προσφέρει καινούργιες δυνατότητες ύπαρξης, εντελώς προσωπικές για τον καθένα".

Υπάρχει μια απάτητη παραλία κάπου ανάμεσα στην άκρη και το τέλος του κόσμου, με ζεστά τροπικά νερά και αρχαίους φοίνικες.

Εκεί δε θα δεις παραδείσια πουλιά πιασμένα σε ξώβεργες.

Ούτε ξεραμένη πίσσα ανάμεσα στα βότσαλα.

Κάποιος μου είπε πως τις ξώβεργες τις βάζουνε παπάδες με πολύχρωμα ράσα και η πίσσα έχει τη μυρωδιά των τύψεων και των ενοχών.

Αυτά όμως δε θα τα βρεις εκεί.

Εκεί, η θάλασσα θα γλείφει τα δάχτυλα των ποδιών σου και ο ήλιος θα γράφει σκούρα παραμύθια στο δέρμα σου.

Οι γλάροι θα υπάρχουν μόνο για να ομορφαίνουν το ηλιοβασίλεμα και το ηλιοβασίλεμα για να ομορφαίνει τα μάτια σου.

Θα βρεις την ειλικρίνεια.

Και ίσως,

λέω ίσως,

απαρνηθείς ένα κομμάτι από τον εγωισμό εκείνο που γίνεται κτητικότητα.

Ο ικανός και η χύτρα

Η χύτρα έχει αρχίσει πια και σιγοβράζει.

Είναι ωραία χύτρα ανοξείδωτη, τελευταίας τεχνολογίας. Ασημένια σαν καθρέφτης.

Μες στην νύχτα το ταμπούρλο χαϊδεύει τα άστρα. Είναι χαμηλά τα άστρα απόψε, λες και προσπαθούν να διακρίνουν καλύτερα τις παράξενες συνήθειες των ανθρώπων.

Ποτέ δεν μπόρεσαν να τους καταλάβουν.

Τι συνήθεια κι αυτή η τελετουργία! Μακάρι να μπορούσες να την παρατηρήσεις κι εσύ καλύτερα.

Θυμάσαι πως σε είχαν αγκαλιάσει όταν είχατε πρωτογνωριστεί; Πόσο είχαν πιστέψει στις ικανότητες σου;

Τα χαμόγελα, τα μεγάλα χάρτινα λόγια; Οι υποσχέσεις;

Δεν είναι δα και τόσο μακρινά.

Να είσαι ικανός σου έλεγαν και μη φοβάσαι τίποτα. Όλα τα άλλα θα έρθουν.

Να είσαι ικανός.

Η χύτρα έχει αρχίσει πια και σιγοβράζει.

Κι εσύ μέσα της αναρωτιέσαι πως έφτασες μέχρι εδώ.

Πως άραγε, αλήθεια;

Βγάζεις το κεφάλι σου και τώρα τους βλέπεις να σε αποχαιρετάνε πεινασμένα. Σχεδόν λαίμαργα.

Ξερογλείφονται μες στις καλές τις φορεσιές τους και τα επίσημα τους πρόσωπα.

Και όποτε τα βλέμματα σας συναντιόνται ψιθυρίζουν.

«Να είσαι ικανός και μη φοβάσαι τίποτα. Εμείς αυτό θέλουμε από εσένα».

Μες στη ζούγκλα της πόλης μας, ικανοίβαλοι.

Αναχρονισμός

Μυρίζει θάλασσα εδώ.

Και χειμώνα και βιαστικές κουβέντες στο κρύο.

Και φουσκοθαλασσιά.

Μετράμε το χρόνο που μας απομένει, όχι αυτόν που έχουμε ξοδέψει.

Θυμήθηκα τότε που ήμουν ακόμη δρομέας μακρινών αποστάσεων.

Θυμήθηκα την αρμονία ανάμεσα στην κίνηση και το χρόνο. Κάθε χρόνο το ένιωθα να αλλάζει.

Τώρα μου ζητάς να γίνω δρομέας ταχυτήτων. Για να σε προλάβω. Για να σας προλάβω.

Βλέπω τους λεπτοδείκτες ολόγυρα μου να με δείχνουν.

Πάλι καθυστερημένος.

Να συναντιόμαστε μοναχά σε κάθε αφετηρία και άδοξο φινάλε.

Μα κάπου μέσα μου το ξέρω.

Για στάσου μια στιγμή μονάχα να το αναλογιστείς.

Είναι το ρολόι σου που γερνάει πιο γρήγορα.

Και οι λεπτοδείκτες σου σύντομα ετοιμοθάνατοι θα πέσουν.

Εν λευκώ

Τον βλέπω που στέκεται άτολμος, στη μέση ακριβώς του κάδρου.

Είναι χιονισμένα, παντού. Χιονισμένα και λεία, όλος ο κόσμος γύρω του κάτασπρος, δίχως το παραμικρό σημάδι.

Ένας κάμπος δίχως δέντρα ή μια λίμνη δίχως όχθες.

Μια παγωμένη θάλασσα από γάλα και λευκό ορίζοντα. Χωρίς ορίζοντα.

Δε θα καταφέρει να προσανατολιστεί. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω για να τον βοηθήσει.

Ακόμη κι οι χιονάνθρωποι έχουν κρυφτεί βαθιά μέσα στο χιόνι. Τον κοιτάζουν με τις παγωμένες καροτομύτες τους και κρυφογελάνε.

Μάταια ψάχνει για κάποιο χνάρι. Μάταια αναζητά μια πατημασιά στο απάτητο χιόνι.

Ψάχνει με τα μάτια του, δεν τολμά να κουνηθεί.

Μα πως θα μπορούσε να κουνηθεί, δίχως να ξέρει που να πάει;

Μα πως θα μπορούσε να ξέρει που πάει, δίχως να κουνηθεί;

Χιονίζει και ένας απέραντος φόβος τον κυριεύει.

Πρώτα μοναξιά κι ύστερα φόβος.

Ο φόβος της λευκής σελίδας.

Δέκα χωρίς εφτά Νοέμβρη

Περπατούσε αδιάφορα στην άκρη του λιμανιού.

Δήθεν αδιάφορα.

Το βλέμμα της χοροπήδαγε πότε από κύμα σε κύμα και πότε από σκέψη σε σκέψη. Έβλεπε τις σκέψεις της σαν ολοστρόγγυλες χρωματιστές σαπουνόφουσκες να μεγαλώνουν, η μια μετά την άλλη και να τις καταβροχθίζει η αρμύρα και η συννεφιά.

Κάθισε σε ένα κάβο, μια ψιχάλα φλέρταρε με τη μύτη της.

Ψιχάλα;

Αυτό είναι το ωραίο όταν κάθεσαι δίπλα στο κύμα. Δεν ξέρεις αν σε χαϊδεύει η θάλασσα ή ο ουρανός.

Ένα κρουαζιερόπλοιο έριξε άγκυρα ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν τόσο μεγάλο που το φουγάρο του χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα.

Σκέφτηκε την επέτειο της επόμενης βδομάδας.

Σκέφτηκε τη σημερινή, δικιά της, προσωπική εξέγερση και χαμογέλασε.

Δεν πήγε στη δουλειά.
Δε διάβασε εφημερίδα, ούτε άνοιξε την τηλεόραση.
Δεν αγόρασε κάτι για να γίνει πιο όμορφη.

Μια ήσυχη εξέγερση ενάντια σε όλους εκείνους τους μικρούς δικτάτορες της καθημερινότητας της.

Μα η ψιχάλα της ψιθύρισε.

«Και είναι αρκετό;»

Γλωσσοδέτις

Ήταν πάντοτε ερωτευμένος με τις λέξεις.

Άλλοτε τις έβλεπε σαν χρώματα και άλλοτε σαν μυρωδιές. Το πράσινο της μέντας ανάμεσα στα δόντια της. Το κίτρινο ταξί μέσα στις λάσπες.

Κι όπως σε κάθε μεγάλο και έντονο και αληθινό πάθος, πότε τις χάιδευε και πότε τις κλωτσούσε. Σχεδόν τσαλαπατούσε.

Ίσως τσαλαβουτούσε.

Μα πάντα, ναι πάντα, δεν ξέφευγε και έμενε δεμένος εκεί στην άκρη της γλώσσας της. Καμιά φορά μύριζε μέντα.

Δεμένος.

Και περίμενε, δεν προσπαθούσε, δεν ευχόταν. Περίμενε, αυτή ήταν η εμμονή του.

Μια αναμονή επίπονη στην εμμονή επίμονη.

Ανάδρομη παραμονή σαν πονηρή παράνομη.

Σαν μία γλωσσοδέτις.

Ο ταυρομαχομάχος

Κάποτε υπήρχε ένας ταύρος που ήθελε να γίνει ταυρομαχομάχος.

Ήταν ένας ταύρος τολμηρός και έξυπνος, είχε τέσσερα πόδια γερά και κέρατα ακόντια. Ήταν ο πιο μεγάλος μαύρος ταύρος που πάτησε τις εύφορες ανδαλουσιανές πεδιάδες.

Ήταν ένας τοπικός ήρωας.

Ήρθε λοιπόν μια μέρα που τον έπνιξε η αδικία που γινόταν τόσα χρόνια σε βάρος των ταύρων.

Αποφάσισε να βάλει ένα τέρμα.

Ξεκίνησε λοιπόν για τις πόλεις των ανθρώπων, εκεί που συχνάζουν οι ταυρομάχοι, κι όταν μετά από μέρες έφτασε έψαξε για τον πρώτο του αντίπαλο.

Οι άνθρωποι της πόλης τα ‘χασαν. Δεν είχαν ξαναδεί τόσο μεγάλο και τρομαχτικό ταύρο, κανείς τους δεν τολμούσε να πλησιάσει.

Οι ταυρομάχοι, που μέσα στην αρένα έδειχναν τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους, είχαν κρυφτεί στα πιο απίθανα μέρη και δεν ξεμύτιζε κανείς τους.

Αλλά και ο ταύρος βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Πως θα γινόταν ταυροταυρομάχος, αν δεν έβρισκε ούτε ένα ταυρομάχο να σκοτώσει;

Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ένας γεράκος. Ήταν ο Ντιέγκο, ο πιο παλιός όλων των ταυρομάχων.

Ο ταύρος τον κοίταξε με απορία. Ο Ντιέγκο του μίλησε.

«Έτσι δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα. Αν θες να σκοτώσεις ταυρομάχους πρέπει να το κάνεις μέσα στην αρένα».

«Εγώ δεν ξέρω να παλεύω στην αρένα», του απάντησε θυμωμένα ο ταύρος.

«Θα σε μάθω, εγώ αλλά υπό ένα όρο. Θα σου μάθω όλα τα μυστικά των ταυρομάχων, όπως μου τα έμαθε κι εμένα ο δάσκαλος μου. Μέχρι να τελειώσει η εκπαίδευση σου θα πολεμάς μόνο με ταύρους».

Ο ταύρος δεν το πολυσκέφτηκε, συμφώνησε.

Κάθε φορά που ο ταύρος έμπαινε στην αρένα να πολεμήσει με άλλους τους ταύρους, θύμιζε στον εαυτό του πως το κάνει για το καλό όλων τους.

Όμως καθώς περνούσε ο καιρός και ο κόσμος ύστερα από κάθε μάχη αποθέωνε το μαύρο ταύρο, ο ίδιος άρχισε να αγαπά την καλή του φήμη ανάμεσα στους ανθρώπους και ήρθε η μέρα που έπαψε πια να υπενθυμίζει στον εαυτό του για τι ξεκίνησε και ποιους σκοπούς είχε τότε.

Ένα πρωινό μετά από κάμποσα χρόνια στις αρένες, ο μαύρος ταύρος βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν άλλο ταύρο νεώτερο και πιο δυνατό του.

Λαβώθηκε, η ζωή της πόλης τον είχε κάνει μαλθακό. Κατάλαβε πως ο θάνατος ήταν κοντά.

Κοίταξε τον εχθρό του στα μάτια και του ζήτησε έλεος.

«Εγώ το κάνω μονάχα για το καλό όλων μας», είπε και ο νους του πέταξε στον παλιό του σκοπό.

«Εσύ δεν κατάλαβες ποτέ πως είτε ταύρος θα είσαι είτε ταυρομάχος», του απάντησε ο νέος και τον σκότωσε.

Βιβλιοθοικονομία

Υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που δεν έγραψες, όπως και ένα ταξίδι που δεν έκανες ή μια γυναίκα που δεν αγάπησες.

Υπάρχει όμως κι ένα, μόνο ένα, βιβλίο που δεν έγραψες για ένα ταξίδι που δεν έκανες και στο τέλος του θα συναντούσες μια γυναίκα που ποτέ δεν γνώρισες για να την αγαπήσεις.

Το ταξίδι αυτό αρχίζει με το τέλος ενός τηλεφωνήματος και όχι, δεν τελειώνει με την αρχή ενός άλλου, παρά μονάχα με το ελαφρό ανασήκωμα της πένας από το χαρτί.

Το τηλεφώνημα θα είναι σύντομο και θα απευθύνεται σε κάποιον που γνωρίζεις καλά. Ίσως τον εαυτό σου.

Η φωνή σου στον καθρέφτη θα σου φανεί οικεία, αλλά θα είναι άγνωστη. Θα κοιτάς το ταβάνι από αμηχανία. Θα μασάς τσίχλα.

Μετά το τηλεφώνημα αυτό δε θα έχεις κερδίσει τίποτα απολύτως. Ούτε θα έχεις χάσει.

Θα πάρεις το λεωφορείο όπως κάθε μέρα για τη δουλειά ή τη σχολή και θα δεις τις ίδιες διαφορετικές φάτσες. Μια από αυτές είσαι κι εσύ.

Θα αποφασίσεις να μην πας στη δουλειά ή τη σχολή και απλά θα περιφέρεσαι στην πόλη. Μέχρι να κουραστείς.

Θα φοράς γουόκμαν, θα βαδίζεις μες στο βιντεοκλίπ τις ίδιας σου ζωής όμως για πρώτη φορά από πρωταγωνιστής θα γίνεις κομπάρσος. Θα σου αρέσει. Ναι, αυτό θα σου αρέσει.

Το πεζοδρόμιο θα γίνει λίγο πιο κοινότυπο από ότι συνήθως και η φευγαλέα μελαγχολία του μεσημεριού που γίνεται σιγά σιγά απόγευμα θα σε κυριεύσει.

Θα πιεις καφέ μόνος σου και θα πάρεις την αγαπημένη σου εφημερίδα. Ψέματα, δεν υπάρχει αγαπημένη εφημερίδα, όπως δεν υπάρχει και αγαπημένο εργοστάσιο.

Η νύχτα θα σε βρει ερωτευμένο, αλλά δε θα ξέρεις με ποια είσαι ερωτευμένος, γιατί θα την έχεις προσπεράσει. Ίσως ήταν στην καφετέρια, ίσως και στην πρώτη σελίδα αυτής της τόσο συνηθισμένης μέρας.

Μπορεί να μεθύσεις. Αν το κάνεις δε θα το μετανιώσεις. Ποτέ δεν το μετάνιωσες εξάλλου.

Θα εμπιστευτείς ένα παλιό μυστικό σου στο μπάρμαν δίχως να τον ξέρεις και θα ζητήσεις δυο φόρες το αγαπημένο σου τραγούδι από τον DJ.

Φεύγοντας θα συναντήσεις έναν παλιό σου φίλο στην πόρτα. Αν τελικά έχεις μεθύσει, δε θα του μιλήσεις. Αν είσαι νηφάλιος, θα του ρίξεις ένα νηφάλιο χαμόγελο. Και στις δυο περιπτώσεις δε θα σε δει.

Κι όταν ξαπλώσεις τελικά στο κρεβάτι σου θα θυμηθείς κάτι που έπρεπε να είχες κάνει πριν μια βδομάδα και θα το ξεχάσεις αμέσως γιατί θα σε πάρει ο ύπνος.

Θα ονειρευτείς.

Και υπνοβατώντας θα βάλεις το βιβλίο αυτό στη βιβλιοθήκη με όλα εκείνα τα βιβλία που ποτέ δεν έγραψες.

Και ύστερα θα συνεχίσεις να ονειρεύεσαι.

Όταν ξυπνήσεις δε θα θυμάσαι τίποτα από τη χθεσινή μέρα.

Αναρωτιέμαι

Αναρωτιέμαι αν ήταν επίδειξη ισχύος ή ηλιθιότητας.

Αναρωτιέμαι πως νιώθει ένας πολίτης όταν χτυπάει απροειδοποίητα η πόρτα του σπιτιου και τον περιμένουν οι κύριοι με τις χειροπέδες.

Αναρωτιέμαι ποιοι νόμοι ορίζουν τέτοιου είδους μεταχείριση σε κάποιο πολίτη ο οποίος κατηγορείται για συκοφαντική δυσφήμιση (ασχέτως βέβαια αν στην προκειμένη περίπτωση οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν λάθος πρόσωπο).

Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι γιατί όλη αυτή η υπερβολή.

Όπως δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ποιος θα είναι ο επόμενος.

Ή τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Και τέλος ναι, αναρωτιέμαι αν ζω σε μια πειθαρχημένη δημοκρατία ή σε μια δημοκρατία της πειθαρχίας.

Αντώνη θα ήθελα να σου εκφράσω την αλληλεγγύη μου.

Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ.

Το μoυνί και η τέχνη του bloging

Όπως λέμε το ζεν και η τέχνη της μοτοσικλέτας. Ή το τάι τσι και η τέχνη της ορθογραφίας.

Και μόνο η αναφορά στη λέξη αυτή ή σε υποκοριστικό της αρκεί για να διπλασιαστεί με μαγικό τρόπο η επισκεψιμότητα του μπλογκ σας.

Βασική προϋπόθεση, να είναι στον τίτλο ή στις πρώτες γραμμές του κειμένου (αυτές που φαίνονται στο monitor).

Και καλό θα ήταν η αναφορά να είναι κυριολεκτική και όχι μεταφορική (π.χ. ο Πρετεντέρης είναι μεγάλο μουνί).

Αν μάλιστα συνοδεύεται από ρήματα που δίνουν έμφαση στην ερωτική πράξη (όπως ‘σκίσω’, ‘γαμήσω’, κλπ), τότε συνήθως παρατηρούνται καλύτερα αποτελέσματα.

Αντιθέτως, εξευγενισμένα συνώνυμα της λέξης, όπως για παράδειγμα αιδοίο, μειώνουν αισθητά την αποτελεσματικότητα της προσπάθειας.

Το προηγούμενο κείμενο μου ήταν η αιτία όλων αυτών των σκέψεων.

Το παρόν μια απορία προς επιβεβαίωση.

Κι όπως λέει κι ο εγγλέζικος θυρεός, ας είναι ντροπιασμένος εκείνος που σκέφτεται άσχημα.

όλα εκείνα τα μικρά πρόστυχα πράγματα



- Θες να πηδηχτούμε;
- Θεέ μου τι γοητεία! Τι λεπτότητα!
- Να σε γαμήσω και εσύ να ουρλιάζεις από ηδονή;
- Είσαι τόσο ρομαντικός!
- Θες να σου σκίσω το μουνί και εσύ να χύνεις και να φωνάζεις «θέλω κι άλλο»;
- Αχ, έρωτα μου, ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα.
- Έλα, να σου δώσω ένα φιλάκι.
- Φύγε από δω, παλιάνθρωπε.

- Θες να κάνουμε σεξ;
- Θεέ μου τι γοητεία! Τι λεπτότητα!
- Και να σε κάνω να ουρλιάζεις από ηδονή;
- Είσαι τόσο ρομαντικός!
- Θες να σε σκίσω, να τρέμεις από τον οργασμό και να φωνάζεις «θέλω κι άλλο»;
- Αχ, έρωτα μου, ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα.
- Έλα, να σου δώσω ένα φιλάκι.
- Φύγε από δω, παλιάνθρωπε.

- Θες να κάνουμε έρωτα;
- Θεέ μου τι γοητεία! Τι λεπτότητα!
- Και να νιώσεις μια ηδονή πρωτόγνωρη;
- Είσαι τόσο ρομαντικός!
- Θες να σκίσουμε τα εσώρουχα μας, να τρέμεις γυμνή από την ένταση της στιγμής και να μου ψιθυρίζεις στο αυτί «θέλω κι άλλο»;
- Αχ, έρωτα μου, ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα.
- Έλα, να σου δώσω ένα φιλάκι.
- Φύγε από δω, παλιάνθρωπε.

- Θες να ξαπλώσεις στην αγκαλιά μου;
- Θεέ μου τι γοητεία! Τι λεπτότητα!
- Και να αφήσουμε την ηδονή να κατακλύσει τα κορμιά μας;
- Είσαι τόσο ρομαντικός!
- Να σκίσουμε το πέπλο των προκαταλήψεων, να απομείνουμε γυμνοί ο ένας με τον άλλο, οι αληθινοί εαυτοί μας, και πάνω στην ένταση της στιγμής, με το βλέμμα σου να μου λες μες στα μάτια «θέλω κι άλλο»;
- Αχ, έρωτα μου, ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα.
- Έλα, να σου δώσω ένα φιλάκι.
- Φύγε από δω, παλιάνθρωπε.

Ηθικά διδάγματα:

Τέχνη είναι η μετουσίωση του ωμού ενστίκτου σε κοινωνικά αποδεκτές μορφές. Η ακριβώς αντίστροφη διαδικασία ονομάζεται βαρβαρότητα.

Η αυτολογοκρισία του καλλιτέχνη χάριν της λεπτότητας, πηγάζει κατ’ αρχάς από την ανάγκη του για κοινωνική αποδοχή. Η αυτολογοκρισία του εραστή χάριν της λεπτότητας, πηγάζει κατ’ αρχάς από την ανάγκη του για σεξουαλική ικανοποίηση.

Αν μπορούσαμε να διαβάζουμε τις σκέψεις του άλλου, η σεξουαλική μας ζωή θα ήταν σαφώς φτωχότερη. Αρχικά, γιατί στη συνέχεια οι αισιόδοξοι μπορούν να ισχυριστούν πως τελικά θα συμφιλιωθούμε με τα ένστικτα μας και θα αποδεχτούμε τους εαυτούς μας ως είναι.

Το βασικότερο όμως δίδαγμα είναι το εξής:

Σημασία δεν έχει ο τρόπος, σημασία έχει να θέλει εκείνη.

Ροβινσώνας Κροίσος

Οι παρακάτω σκέψεις γράφτηκαν χθές σε χαρτί.

Κάρπαθος, αποκλεισμένος σε ένα ξενοδοχείο του μεσοπολέμου, με ξεκοιλιασμένες ταπετσαρίες και ξεθωριασμένους πίνακες, κοιτάζω τη βροχή, το δρόμο που έχει γίνει ποτάμι, κοιτάζω τα σπασμένα δέντρα και τους αναποδογυρισμένους σκουπιδοτενεκέδες και δε βιάζομαι καθόλου να τελειώσω αυτή την πρόταση. Γιατί να την τελειώσω εξάλλου, δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω από το να βλέπω πρωινές εκπομπές στα μόνα τέσσερα κανάλια που τολμάνε να τα βάλουν με τα παράσιτα και να κοπανήσουν με δύναμη τα κεφάλια τους στη ραγισμένη οθόνη της τηλεόρασης μου.

Ήρθα στην Κάρπαθο για επαγγελματικούς λόγους. Ήρθα για μερικές ώρες, χωρίς λεφτά ή ρούχα, με ένα εισιτήριο επιστροφής κάποιου αεροπλάνου που μάλλον έπεσε ή προσπάθησε να πέσει και έτσι δεν επισκέφτηκε ποτέ το μυστικό αεροδρόμιο που κρύβεται ανάμεσα στα Καρπάθια όρη. Φταίει η κακοκαιρία λέει με την ψυχραιμία του θηριοδαμαστή, ο κύριος της ολυμπιακής πίσω από το γραφείο. Κακοκαιρία σε όλη τη νότια Ελλάδα λένε οι ειδήσεις με την αδιαφορία των λιονταριών απέναντι στο θηριοδαμαστή και η οθόνη γεμίζει πλημμύρες και καταποντισμούς. Η ρωγμή της οθόνης αρχίζει τώρα να στάζει.

Στο διπλανό μου δωμάτιο κάποιος πηδάει μια ρωσίδα. Ίσως αυτό να έχει τεντώσει τα νεύρα μου τόσο πολύ. Μπορεί και να μην είναι ρωσίδα βέβαια – όποια σλαβόφωνη φυλή μας κάνει. Μπορεί και να μην την πηδάει. Μπορεί να τον πηδάει η ρωσίδα, κόρη Μαφιόζου πετρελαιοπαραγωγού στη Μαύρη Θάλασσα, έχει έρθει στην Κάρπαθο για αναψυχή. Αναψυχή και ο ταλαίπωρος ξενοδόχος που νόμιζε πως απλά θα έριχνε ένα ακόμη πήδημα στο ανατολικό μπλοκ κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του μέσα στα χέρια της αχόρταγης Σβετλάνα. Ή πιο σωστά μέσα στα πόδια της.

Σβετλάνα σημαίνει Φωτεινή, γιατί σβετ σημαίνει φως. Στα ρώσικα, γιατί στα ελληνικά σημαίνει πήδημα. Τώρα κοπανάει το κεφάλι της στον τοίχο, ή μήπως είναι εκείνη που κοπανάει το κεφάλι του. Δυο μπράβοι στην πόρτα, θεόρατοι σα ρωσικές αρκούδες, εξαφανίζουν κάθε δυνατότητα διαφυγής. Ο ξενοδόχος μας θα το θυμάται για καιρό αυτό το πήδημα.

Βαρέθηκα να τους ακούω. Δε λέει να σταματήσει να βρέχει, δε λέει να σταματήσει να βροντάει ο τοίχος. Βαρέθηκα να φτιάχνω ιστορίες εκδίκησης με τη μαφιόζα ρωσίδα. Τουλάχιστον γλιτώνω τη δουλειά. Χα! παρήγορη σκέψη μες σε αυτό το κελί.

«Κύριε, είστε ελεύθερος να κάνετε ότι θέλετε σήμερα».

Ελεύθερος από δουλειά, αποκλεισμένος σε ένα νησί-δωμάτιο. Σαν να λέμε ζάμπλουτος στο νησί των Θησαυρών.

Εγώ, ο Ροβινσώνας Κροίσος.

ταπεινες σκέψεις, τώρα που είσαι μακριά μου

Κυριακή, καφές με εφημερίδα.

- Το ήξερες πως αν κάψεις κέρατο από ελάφι διώχνει μακριά τα φίδια?
- Όχι, αλήθεια?
- Ναι, έτσι γράφει εδώ.

Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.

Και λίγη φαγούρα στο πάνω μέρος του κεφαλιού.

- Δε μου λες...
- Έλα.
- Ισχύει μόνο για κέρατα ελαφιού;
- Έτσι νομίζω, γιατί;
- Γιατί από τότε που βγαίνει με τον πρώην της με έχουν ζώσει τα φίδια.

Στην μπυρά

Πάλι προσπάθησα να κάνω το σωστό και κατέληξα στην πυρά της ιερής εξέτασης.

Τελικά, σήμερα για να καταφέρεις να είσαι ιππότης, πρέπει να είσαι τουλάχιστον πότης.

Το αντίθετο βέβαια δεν ισχύει. Ενέχει όμως μια προσπάθεια για κάτι καλύτερο.

Σα να λέμε, από βάτραχος πρίγκιπας.

Παρένθεση: πρόσφατα πληροφορήθηκα πως αυτό το αθώο παραμύθι, συμβολίζει (ψυχαναλυτικά) το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Η χρυσή μπάλα που χάνει το κοριτσάκι είναι η παρθενιά της και ο βάτραχος ένα φαλλικό σύμβολο (κακάσχημο και τρομαχτικό στα μάτια του μικρού κοριτσιού). Το ότι πρέπει να του εκδηλώσει την αγάπη της (φιλί) για να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα, υπονοεί πως η αγάπη είναι το κλειδί για τη σωστή ανάπτυξη της γυναικείας σεξουαλικότητας. Εδώ θα κλείσω την παρένθεση, παρά τον πειρασμό μου να επεκταθώ σε άλλου είδους προεκτάσεις που αφορούν παραμύθια με κοριτσάκια που φιλάνε φαλλικά σύμβολα.

Προσπάθησα, λοιπόν να κάνω το σωστό.

Οι λεπτομέρειες λίγη σημασία έχουν.

Η καχυποψία και η μικροψυχία θριάμβευσαν και τελικά βρέθηκα κατηγορούμενος.

Η πιο σωστά, η ανθρώπινη βλακεία θριάμβευσε.

Για άλλη μια φορά.

Για αυτό λοιπόν πότης και πάλι πότης.

Κι αντί για απαρίθμηση ανδραγαθιών, μονάχα απαρίθμηση τεκιλών.

Κι αντί να σε κυνηγάει κάθε τρεις και λίγο η πυρά, εσύ να έχεις το νου σου μόνο στην μπυρά.

Γράμμα σε ένα ποιητή

Γνώρισα έναν ποιητή.

Μα τι να το κάνω, ποτέ δε μου άρεσε η ποίηση.

Πάντοτε, όμως θαύμαζα τους ποιητές.

Μες στο γενναίο παραλογισμό τους.

Και στο γοητετικό τους περιθώριο.

Όσο πιο μικρό το ποίημα τόσο πιο πολύ το περιθώριο.

Κι όσο πιο κοντά στο περιθώριο τόσο πιο μικρό το ποίημα.

Ακόμα κι ατελεία

Ο κ. Πλιμ ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος.

Είχε μια ήσυχη ζωή και καθημερινά πήγαινε σε μια ήσυχη δουλειά. Τα σαββατοκύριακα του τα περνούσε ήσυχα με την οικογένεια του. Η γυναίκα του ήταν τόσο ήσυχη που πολλές φορές ξεχνούσε την ύπαρξη της και τα παιδιά του δεν είχαν ποτέ υψώσει τη φωνή τους, δεν είχαν κλάψει, δεν είχαν τσακωθεί.

Ο κ. Πλιμ ευχαριστούσε καθημερινά το Θεό που όλα ήταν τόσο ήσυχα στη ζωή του.

Ναι, είναι αλήθεια πως είχε σταθεί τυχερός στη ζωή του. Δε χρειαστηκε να προσπαθήσει πολύ για να τα καταφέρει όλα αυτά, ήρθαν σχεδόν από μόνα τους. Πόσοι άνθρωποι πραγματικά, έχουν τέτοια τύχη;

Και είναι αλήθεια πως ο κ. Πλιμ αγαπούσε την ησυχία περισσότερο από κάθετι.

Η απουσία και της παραμικρής έντασης στην καθημερινότητα του, του χάριζε μια νεκρική σχεδόν γαλήνη την οποία και απολάμβανε κάθε στιγμή. Οι ώρες διαδέχονταν αδιατάρακτες η μία την άλλη, ολόιδιες σαν τους κτύπους της καμπάνας. Οι μέρες το ίδιο, δεν παρουσίαζαν καμία απολύτως διαφορά.

Στα μάτια του έβλεπες πάντα το ίδιο χιονισμένο τοπίο.

Δίχως τελειωμό και χωρίς καμια ατέλεια.

Έχω καιρό να τον δω τον κ. Πλιμ από τότε που με μετέφεραν στην καινούρια πτέρυγα, αλλά είμαι σίγουρος πως τίποτα δε θα έχει αλλάξει.

Βλέπετε, δυστυχώς καλυτέρευσα.

Εκείνος όμως, βρίσκεται ακόμα ξαπλωμένος στο ήσυχο κρεβάτι του και απολαμβάνει για εικοστή πέμπτη χρονιά το τέλειο του κόμα.

Νέμεσις

Φορούσε σκούρο μπλε και είχε ένα δόντι χρυσό. Ήταν σαραπέντε χρονών, χωρισμένη και άσχημη. Χοντρή.

Όμορφη δεν ήταν ποτέ, είχε όμορφα λεφτά και δικιά της εταιρία.

Η σεξουαλική της απραξία ξεπερνούσε τη δεκαετία.

Κι όμως όσο στραβά κι αν ήταν όλα μέσα της, πιο μαύρα κι από την πιο βρώμικη καπνοδόχο της Βόρειας Αγγλίας, υπήρχε κάτι που της έδινε λόγο να ζει.

Όχι μόνο λόγο να ζει, μα και την ηδονή του να ζεις. Ακόμα και η πιο βρώμικη καπνοδόχος έχει τον Αι-Βασίλη της.

Και αυτός ήταν η απόλαυση που ένιωθε καθώς εξουσίαζε όσους την είχαν ανάγκη. Με τον αγενή και προσβλητικό της τρόπο, γεμάτη φθόνο και κυνισμό, λες και έπρεπε κάθε μέρα να πάρει εκδίκηση για τη ζωή που ποτέ δεν έζησε.

Μέχρι σήμερα, όταν συναντούσα ανθρώπους σαν κι αυτή, προσπαθούσα να τους αγνοήσω.

Αυτή τη φορά όμως με άρπαξε από το λαιμό και κόλλησε το μίζερο πρόσωπο της στο δικό μου. Ένιωσα την ανάσα της μες στο στόμα μου και τη μυρωδιά της μέχρι τα πνευμόνια μου.

Αηδίασα.

Κι ένιωσα ανήμπορος.

Αυτά μάλλον παθαίνεις όταν αγνοείς.

Με εννοείς;

Αντίστροφη Μέτρηση

Ο παρών πύργος θα εγκαταλειφθεί σε 131 μέρες.

Περίπου.

Ο μοναδικός ιδιοκτήτης του, αποφάσισε πως ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου, να διακόψει την αναβολή του και να υπηρετήσει την ένδοξη πατρίδα που τον έθρεψε.

Ήρτε το τέλος.

Ή πιο σωστά, έρχεται.

Χωρίς λόγο

Ξύπνησα, με μια διάθεση σκοτεινή σαν το σύννεφο που ήρθε και καρφώθηκε πάνω από το σπίτι μου. Έβρεχε φθινόπωρο και ο καφές ήταν πικρός. Πικρός και μαύρος. Η μοναδική ομπρέλα που βρήκα ήταν σπασμένη, το φως του μπάνιου δε δούλευε. Ούτε το μυαλό μου.

Ο δρόμος είχε πλημμυρίσει. Είχε πλημμυρίσει ξανά και κατέβαζε λάσπη και σκουπίδια και μια πνιγμένη γάτα. Το κουφάρι της ήρθε και σκάλωσε ακριβώς δίπλα μου σαν μια σιωπηλή προειδοποίηση που βιάζεσαι να προσπεράσεις. Την προσπέρασα.

Προσπάθησα να βρω μία στεγνή διαδρομή. Παραπάτησα, έγινα μούσκεμα και το σύννεφο μου χαμογέλασε χαιρέκακα. Το ίδιο έκανε ένα κοριτσάκι απέναντι μου με σάπια δόντια. Τους διαολόστειλα και τους δύο.

Λίγο πριν φτάσω στο γραφείο, δυο άντρες μου έκλεισαν το δρόμο. Φορούσαν κίτρινα αδιάβροχα και μύριζαν φτηνό αφτερσέιβ. Δε σήκωσαν το βλέμμα, μόνο κοιτούσαν το πεζοδρόμιο, λες και κουβαλούσαν όλη τη βροχή του ουρανού στους σβέρκους τους.

Δεν είχαν ηλικία, ούτε πρόσωπα. Μόνο μια πένθιμη γοητεία της ανώνυμης ζωής τους.

Βρέχει ακόμα και σκέφτομαι πόσο ανάγκη έχω ένα μπουκάλι κονιάκ.

Όχι, σήμερα δεν είναι καλή η μέρα.

Έτσι, χωρίς λόγο.

Το άλλο του μισό

Σε όλους αυτούς που με ζαλίζουν καθημερινά με τη σοβαροφάνεια και την τυπολατρεία τους.

Σε όλους αυτούς που αγαπάνε τους καθάριους κανόνες και την τάξη των πραγμάτων, μα αδιαφορούν για τα πράγματα αυτά καθεαυτά.

Ένα έχω να πω.

Μου λέτε πως η αρχή είναι το ήμιση του παντός και πως η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά.

Σκεφτήκατε ποτέ ποιο είναι το υπόλοιπο μισό;

Κάποιοι όμως το σκέφτηκαν.

Και κάποιοι το περιμένουμε.

Ναι, ανυπομονούμε ανήσυχοι να έρθει το βρώμικο φινάλε.

Σκασμός

Αραχτός στην αυλή μου λιάζεται ένας κάκτος.

Περιμένει υπομονετικά, χρόνια τώρα, να του φέρει ο αέρας ένα μπαλόνι.

Ένα μπαλόνι για να το σκάσει.

Τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει;

Από τότε που ήταν μικρό κακτάκι, άκουγε για τα μπαλόνια.

Για μεγάλα, χρωματιστά μπαλόνια που αψηφούν αυθαδικα τους νόμους της βαρύτητας.

Πως ο μεγάλος προορισμός της ζωής κάθε κάκτου είναι να σκάσει ένα τέτοιο μπαλόνι.

Και τώρα που μεγάλωσε περιμένει.

Ένα μπαλόνι για να το σκάσει.

Μα το μπαλόνι δε λέει να φανεί.

Κι εκείνος κοντεύει πια να σκάσει.

Τον δύστυχο, δεν πέρασε ποτέ από το ανυπόμονο μυαλό του, πως ένα μπαλόνι

αντί για να το σκάσεις

- και ας σου λένε όλοι πως για αυτό πραγματικά γεννήθηκες -

μπορεί και να σε βοηθήσει να το σκάσεις.

στραβόξυλο

Η μέρα σήμερα, τσουλάει αργά.

Ενοχλητικά αργά, σαν ιδρωμένη κάλτσα που δυσκολεύεσαι να τη βγάλεις.

Άρρωστος καιρός, ζέστη και φθινοπωρινή υγρασία.

Και συννεφιά.

Και στο ραδιόφωνο παίζει τα ίδια και τα ίδια.

Χθες το βράδυ πάλι με έστησες.

Σήμερα σειρά μου.

Έχω κουραστεί να σε κυνηγάω.

Μα ακόμα σε έχω ανάγκη.

Πότε θα τελειώσουμε;

Αφού το ξέρουμε κι οι δυο μας, ότι τελικά θα γίνει.

Και τότε, το σπίτι δε θα είναι πια ίδιο όταν φύγεις.

Αλλά για να φύγεις, πρέπει πρώτα να έρθεις.

Κι εγώ σε περιμένω.

Οι τοίχοι σε περιμένουν.

Οι πόρτες σε περιμένουν.

Και τα ράφια που ποτέ δεν έβαλες.

Μαραγκέ μου, καλέ μου μαραγκέ, σε παρακαλώ μη με ξεχνάς.

bang bang

Γιατί οι γυναίκες πήρανε τα όπλα;

Είναι άραγε μια προμελετημένη αντεπίθεση των καιρών ή η βεβιασμένη άμυνα σε αυτά που πρόκειται να έρθουν;

Μία φίλη μου είπε κάποτε,

"Όσο πιο έξυπνη η γυναίκα, τόσο πιο δυστυχισμένη".

Γιατί με σημαδεύεις τώρα καουμπόισσα?

Μια ερώτηση μονάχα κάνω. Μια απορία για όλα αυτά τα όπλα.

Θα μου απαντήσεις εσύ Αλεξάνδρα?

Σε βλέπω να βγάζεις το όπλο από το στόμα σου και να μου απαντάς.
Με το στόμα ή με το όπλο?

Θυμήθηκα αυτό που είχες πει Μπόνυ, πριν μερικές μέρες.

Το όπλο είναι μοναχά φαλλικό σύμβολο.

Αυτό ίσως να εξηγεί την σεξουαλική αντιστροφή των ρόλων σήμερα.

Ή πάλι μπορεί να είναι αυτό που δίνει στον ελεύθερο σκοπευτή την ελευθερία του.

Εγώ όμως εξακολουθώ να στέκομαι στην κρύα άκρη της κάνης σας και να αναρωτιέμαι.

Γιατί όλα αυτά τα όπλα κυρίες μου?

Λουρείδες?

Σήμερα παραιτήθηκα.

Θα σταματήσω όμως το Δεκέμβρη, με το τέλος του χρόνου.

Πολιτισμένα πράγματα.

Όσο το σκεφτόμαι, μου ρχεται ξανά και ξανά στο μυαλό ο Φρόντο, ο σκύλος του αδερφού μου.

Ο Φρόντο τρελαίνεται για βόλτες.

Μόλις πιάσεις το λουρί, θα ορμήξει αμέσως καταπάνω σου, θα αρχίσει να σε γλύφει και να χοροπηδάει και γενικότερα θα χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο για να σου δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Φέτος το καλοκαίρι τον πήραμε μαζί στο χωριό.

Εκεί δε χρειαζόταν το λουρί, για τις βόλτες του, απλά μας ακολουθούσε κατα βούληση.

Μια μέρα, ο αδερφός μου δεν ήθελε να τον πάρει μαζί του στη θάλασσα κι έτσι εγώ του έβαλα το λουρί για να μην τον ακολουθήσει. Τον έδεσα κι ο αδερφός μου έφυγε για τη θάλασσα.

Η προσμονή της βόλτας και τα χοροπηδητά μετατράπηκαν σε κατοίκον περιορισμό.
Δεν είχα δει ζώο πιο απογοητευμένο.

Τον λυπήθηκα.

Όταν τον έλυσα, δεν πρόλαβα καν να του βγάλω το λουρί. Έφυγε σφαίρα ξωπίσω του.

Όμως στα μισά του δρόμου σταμάτησε.

Γύρισε πίσω.

Ξαναέφυγε.

Ξαναγύρισε.

Αμφιταλαντευόταν στην επιθυμία του να ακολουθήσει τον αδερφό μου και στην επιθυμία για βόλτα. Γιατί το λουρί σημαίνει βόλτα.

Εγώ βέβαια, απλά του έβαλα το λουρί. Και δεν τον έχω πάει ποτέ βόλτα.

Αυτό όμως, δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Για εκείνον αυτός που θα του βάλει το λουρί θα τον πάει και βόλτα.

Και έτσι ο Φρόντο παγιδεύτηκε.

Τελικά, του έβγαλα το λουρί κι ακολούθησε περιχαρής τον αδερφό μου.

Τότε είχα σκεφτεί πως συχνά τα αυτονόητα για μας και τα αυτονόητα για τους άλλους απέχουν όσο η μία άκρη του λουριού από την άλλη.

Σήμερα, καθώς αυτή η σκηνή παίζεται ξανά και ξανά στην οθόνη του μυαλού μου με φόντο την παραίτηση μου, σκέφτομαι πως η ελευθερία δε νικά πάντα τη συνήθεια.

Και αναρωτιέμαι ποιος θα βρεθεί άραγε να μας απαλλάξει από όλη αυτή την ελευθερία του λουριού;

Η επαίτιος και το δείλημμα.

Ξύπνησε για τα καλά ο τίγρης μέσα μου και γυρεύει να με κάνει του χεριού του.

Σε μερικές μέρες κλείνω ένα χρόνο δουλειάς.

Είναι η πρώτη μου εργασιακή επέτειος.

Πριν μερικές ώρες επέστρεψα από το μέρος που έζησα τα πιο ουσιώδη χρόνια της ζωής μου.

Κουβέντιασα πάλι με τους φίλους μου, διαβάσαμε την ίδια σιγουριά στα βλέμματα μας, μετρήσαμε το μέλλον μας.

Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο βρίσκεται η αιτία.

Ο τίγρης χαμογελά, δείχνει τα δόντια του και η μουσική των Χαΐνιδων αντηχεί κάπως παράταιρα στα αυτιά μου.

Όπως σε κάθε επέτειο, οφείλεις να ζυγίσεις το βάρος των επιλογών σου.

Αν το κάνεις μόνος σου μπορείς να δώσεις χίλια άλλοθι.

Να κλέψεις λίγο στο ζύγι.

Αν το κάνεις με τους φίλους σου;

Σίγουρα πιο εύκολα κρύβεσαι από τον εαυτό σου, από ότι από τους φίλους σου.

Κι έτσι τώρα κοιτάζω τη δουλειά μου – ναι αυτή τη δουλειά με τις τόσες προοπτικές και τις τόσες υποσχέσεις – και αναρωτιέμαι τι σχέση έχουν όλα αυτά με όσα εγώ θέλω.

Οι λόγοι που με έβαλαν σε αυτή τη δουλειά, έχουν από καιρό πάψει να υπάρχουν.

Κατά βάθος το ήξερα πως κάποια στιγμή θα τα παρατούσα.

Όμως αυτό το «κατά βάθος», πολλές φορές γίνεται απλά καθησυχασμός.

Αντί για παραίτηση, ζεις μία ατελείωτη παράταση.

Κι όταν έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνεις πια πως ήρθε η ώρα του διλήμματος, αυτό που σε εμποδίζει να αποφασίσεις δεν είναι το βάρος της απόφασης, αλλά μία ύπουλη και καθημερινή δειλία.

Φα #

Κάποτε είχα προσπαθήσει να γράψω για τους φίλους μου.

Ήταν σαν να προσπαθούσα να κλείσω ένα άγριο σύννεφο μέσα σε ένα καθωσπρέπει βαζάκι με γλυκό του κουταλιού.

Απόψε τους φαντάστηκα σα μια παράταιρη μπάντα.

Ο μαέστρος έχει πάρκινσον.

Κι ο σολίστας αλτσχάιμερ.

Μα δεν είναι ο μόνος που ξέχασε τις παρτιτούρες του.

Το κοντραμπάσο πάλι λείπει.

Ο τενόρος αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα για αυτόν να γίνει τενίστας.

Από την άλλη τα βιολιά αγαπούν αυτό που είναι. Είναι πάντα καλογυαλισμένα και μυρίζουν φρέσκο βερνίκι.

Τα πνευστά μονίμως άρρωστα. Μπουκωμένα.

Και κάπου ανάμεσα τους, στριμωγμένο το τρίγωνο να τσακώνεται συνεχώς με το κύμβαλο.

Πολλές φορές ξυπνάω μες στη μέση της νύχτας και νομίζω πως τους ακούω να παίζουν.

Τον πρώτο καιρό τρόμαζα.

Ίσως, τρόμαζα γιατί είμαι μακριά τους.

Τώρα χαμογελώ.

Ίσως χαμογελώ, γιατί η μουσική τους αντηχεί ακόμα μέσα μου.

Κατά πάθος

Τον πρώτο καιρό βάφτιζαν τους άγριους καυγάδες τους πάθος.

Κι έκαναν ακόμη πιο άγριο έρωτα.

Λίγο πριν χωρίσουν τους άγριους καυγάδες τους βάφτιζαν ασυμφωνία χαρακτήρων

Κι έκαναν ακόμη πιο άγριο έρωτα.

Ίσως γιατί, τους κυρίευε σκέψη πως μπορεί και να ήταν η τελευταία τους φορά.

Κάθε φορά η τελευταία φορά.

Κι ύστερα, πέρασαν αρκετά χρόνια μετά την τελευταία φορά.

Θυμούνταν τους καυγάδες τους, χώρια πια, σαν μια σπατάλη χρόνου και συναισθημάτων.

Δε θυμούνταν καν πώς έκαναν έρωτα.

Χθες ξανασυντήθηκαν.

Ξανασυναντήθηκαν κατά λάθος κι εκαναν έρωτα πάλι για πρώτη φορά.

Κι ήταν πρώτη φορά γιατί αυτό που ένιωσαν ήταν πρωτόγνωρο.

Ναι, ορκίστηκαν κι οι δύο πως το ζούσαν για πρώτη φορά.

Δε θυμούνταν καν γιατί είχαν χωρίσει.

- Και σήμερα;

- Σήμερα, μου λείπεις.

Κατά βάθος

Ήταν ένας μπλόγκερ που όλοι τον συμπαθούσαν.

Έγραφε έξυπνα, τα κείμενά του υποδείκνυαν μια προσωπικότητα που άξιζε να τη σεβαστείς.

Κι οι ιδέες του, τους έβρισκαν όλους σύμφωνους.

Αναρωτιόσουν που κρύβονται τέτοιοι άνθρωποι.

Κατα βάθος όμως ήξερες.

Ήξερες πως είναι εγωιστής όπως όλοι.

Πως ξεσπάει, όταν έχει νεύρα. Λέει ψέματα.

Γίνεται μικρόψυχος.

Ή υπερβολικά φιλάρεσκος.

Κατα βάθος, όλα αυτά τα ήξερες.

Αλλά δεν ήθελες να τον απομυθοποιήσεις.

Η απομυθοποίηση είναι μια γερασμένη πόρνη, που όλοι την αποφεύγουν.

Ίσως γιατί άφοβα δείχνει αυτό που πραγματικά είναι.

Ή ίσως γιατί κατα βάθος μέσα της βλέπεις τελικά αυτό που εσύ είσαι.


Μπορείς όμως να ξεκινήσεις με την αποβυθοποίηση.

Κατά λάθος

Πάλι έκανα το ίδιο λάθος.

Κάποιος μου είχε πει πως το να κάνεις το ίδιο λάθος δυο φορές είναι βλακεία.

Στην αρχή τον πίστεψα, αλλά μετά απο καιρό (και κάμποσα λάθη) κατάλαβα πως έκανε λάθος.

Το να κάνεις το ίδιο λάθος δυο φορές είναι ευφυία.

Γιατί

Γνωρίζεις ήδη τις συνέπειες του λάθους και έτσι τη δεύτερη φορά μπορείς να τις περιορίσεις. Οποιοδήποτε άλλο λάθος θα είχε απρόβλεπτες συνέπεις και επομένως είναι αρκετά πιθανό να ήταν και χειρότερο.

Έχεις ήδη μετανιώσει για το λάθος σου, οπότε δε χρειάζεται να το κάνεις δεύτερη φορά. Αν πάλι δεν έχεις μετανιώσει με την πρώτη φορά, τότε σίγουρα δεν προκειται να το κάνεις τη δεύτερη.

Επίσης, αφού σοφοί είναι εκείνοι που μαθαίνουν από τα λάθη τους και η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης, το να κάνεις το ίδιο λάθος δυο φορές είναι μοναδική ευκαιρία στο δρόμο προς τη σοφία.

Τέλος, ως γνωστόν ζούμε με τα λάθη μας. Επομένως αν κάνεις τα ίδια λάθη δυο φορές, τότε ζεις με τα μισά.

Μην αφήνεις λοιπόν κανένα να σε κάνει να νιώθεις μαλάκας όταν κάνεις το ίδιο λάθος δυο φορές.

Να εύχεσαι να το κάνεις και τρίτη.

Έκθεση αιδοιών

Η πρώτη μου κοπέλα δεν είχε πάει με άλλο κανέναν. Μόνο με εμένα.

Η δεύτερη είχε πάει με μονοψήφιο αριθμό ανδρών. Αλλά ποτέ δε μου είπε με πόσους ακριβώς.

Στην τρίτη το νούμερο έγινε διψήφιο. Αυτή τη φορά δε ρώτησα εγώ.

Ένας φίλος μου μαθηματικός μου εξήγησε πως αυτή η αυξηση ονομάζεται εκθετική.

Απόψε καθώς κοιτάζω την τέταρτη δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ ποιος είναι ο εκθέτης.

Ή μάλλον, ο εχθές της.

Πολλαπλασιάζοντας τη στροφή

Το βάρος της επιστροφής μετριέται στη ζυγαριά της καθημερινότητας.

Για κάποιους είναι ανάλαφρη, για άλλους είναι ασήκωτη.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι, τυχεροί, σχεδόν ευλογημένοι, που τη ζυγαριά την έχουν χάσει.

Ξέρουμε, πως σαν κι αυτούς δύσκολα θα γίνουμε.

Αλλά το παράδειγμα τους θα είναι για μας μια υπενθύμιση.

Και όπως κάθε υπενθύμιση, μπορείς να τη λάβεις υπ’ όψη ή να την αγνοήσεις.

Εγώ λέω να προσπαθείς.

Μην αφήνεις την επιστροφή να κάνει το φθινόπωρο φτηνόπωρο κι ας νιώθεις πως φθίνεις.

μικρό καλοκαιρινό διήγημα

1

Απόψε αναρωτιέμαι αν όλα αυτά που συνέβησαν τις τελευταίες μέρες ήταν τυχαία. Η επιλογή της Αστυπάλαιας για διακοπές, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια Nova Studios για διαμονή, η Μάρθα για σχέση του φετινού καλοκαιριού. Κι όλα να στριφογυρίζουν, αδιόρατα στην αρχή, όλο και πιο πιεστικά στη συνέχεια, γύρω από τον νέο αρχαιολογικό χώρο του νησιού, γύρω από το αρχαίο νεκροταφείο βρεφών.

«Είναι μια αρχαιολογική ανακάλυψη με παγκόσμια εμβέλεια».

Η αλήθεια είναι πως δεν έδωσα και πολύ σημασία στα λόγια της Μάρθας όταν μου το ανέφερε για πρώτη φορά. Εκείνη τη στιγμή είχα συγκεντρώσει όλη μου τη προσοχή στα χείλια της και όχι σε ότι έβγαινε από αυτά. Σίγουρα όχι. Μονάχα, δυο γυναίκες στη ζωή μου με έκαναν να δώσω σημασία σε αυτά που έβγαιναν από τα χείλια τους κι όχι σε αυτό που θα ήθελα να έμπαινε σε αυτά και η μία ήταν η μάνα μου. Όχι δεν έχω αδερφή.

«Νιώθω πολύ τυχερή που κάνω την πρακτική μου σε ένα αρχαιολογικό χώρο τόσο ιδιαίτερό. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί χίλιοι εξακόσιοι τάφοι βρεφών. Μόνο βρεφών!».

Τέλειωνε τις σπουδές της στο Αρχαιολογικό κι είχε ξεκινήσει την πρακτική της στην Αστυπάλαια πριν από ένα μήνα. Είχε ωραία χείλη, μεγάλο στητό στήθος κι ήταν αδέξια με τους άντρες. Για αυτούς τους τρεις λόγους ήθελα να την πηδήξω. Για αυτούς τους τρεις λόγους προσποιούμουν πως την άκουγα.

Αν θέλεις να πηδάς σήμερα, πρέπει να μάθεις κατ’αρχάς να ακούς. Κάποτε οι γυναίκες αναζητούσαν άντρες-κυνηγούς, σήμερα ψάχνουν για άντρες-ακροατές. Το πρώτο βήμα λοιπόν είναι να μάθεις να τις ακούς κι όταν πια βαρεθείς να ακούς την ίδια ιστορία στις χίλιες παραλλαγές της, πρέπει να μάθεις να προσποιείσαι πως ακούς. Αυτό είναι δυσκολότερο από το να ακούς. Οι γυναίκες σε μυρίζονται εύκολα – ένα βλέμμα λίγο νυσταγμένο, ένα νεύμα άσκοπο ή αφηρημένο, μια ανάσα που μοιάζει περισσότερο με πνιγμένο χασμουρητό και το παιχνίδι χάθηκε. Αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι το νεκροταφείο βρεφών.

«Δεν το πιστεύω, είναι ακριβώς μπροστά στο δωμάτιο σου!».

Ηταν την επομένη νύχτα της γνωριμίας μας, που το παρατήρησα για πρώτη φορά. Ο λόγος που τα Nova Studios είχαν την καλύτερη θέα σε όλο το νησί, ήταν ο αρχαιολογικός χώρος που ξεκινούσε ακριβώς μετά τον μαντρότοιχο τους. Το αρχαίο νεκροταφείο, αμέτρητοι φρεσκοσκαμμένοι λάκοι που μέσα τους λίμναζε το φεγγαρόφωτο. Δίπλα μου η Μάρθα ακουμπούσε γυμνή στο κάγκελο του μπαλκονιού.

«Να εκεί δουλεύουμε τώρα, δίπλα στο βουναλάκι. Ακόμα κανείς δε γνωρίζει γιατί δημιουργήθηκε το νεκροταφείο. Δεν υπάρχει καμιά ιστορική αναφορά, ούτε ιστορικό προηγούμενο».

Το σεξ μαζί της δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Δεν ήταν όμως και αδιάφορο. Ήταν αναμενόμενο. Όπως συμβαίνει συνήθως μεταξύ μιας γυναίκας με λίγες εμπειρίας και ενός ώριμου άντρα. Ανταποκρινόταν σε όλα, με ένα σχεδόν κωμικό άγχος να αποδείξει τις ερωτικές ικανότητες της. Είχε όμως τη φρεσκάδα της ηλικίας και εγώ είχα αρκετά χρόνια να γευτώ κάτι τόσο φρέσκο.

«Το βλέπεις το βουναλάκι, έτσι δεν είναι;»

Ήταν η πρώτη φορά που κοίταξα προσεχτικά το νεκροταφείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν μονάχα να τραβήξω τη Μάρθα πίσω στο κρεβάτι για να συνεχίσουμε τη βραδιά, όπως την αρχίσαμε, όμως κάτι με σταμάτησε. Απέμεινα να κοιτάζω το νεκροταφειο λες και μεμιάς ξεχώρισα στο κεφάλι μου όλα όσα μου είχε πει η Μάρθα τις προηγούμενες μέρες. Πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε, μου ‘ρθε η εικόνα των βρεφικών οστών στριμωγμένα μες στους μικροσκοπικούς τάφους. Το αμυδρό αεράκι άρχισε να σπρώχνει τη σιωπή του αρχαίου νεκροταφείου μέσα στο δωμάτιο. Να την απλώνει πρώτα στο μπαλκόνι, ολόγυρα μας, και να σβήνει σιγά σιγά τα λόγια της Μάρθας. Και καθώς τα λόγια της ολοένα και ξεθώριασαν, μια ανάμνηση που δε θα έπρεπε να υπάρχει, σα να ξύπνησε μέσα μου. Ή πιο σωστά αναστήθηκε.

«Έχει ψύχρα απόψε. Πάμε μέσα».

Της είπα κι έκλεισα τα πατζούρια όσο πιο αθόρυβα μπορούσα.


2

Μνήμες. Όταν δεν τις αντέχουμε τις θάβουμε βαθιά μέσα στη λάσπη της λήθης και περιμένουμε υπομονετικά να πεθάνουν. Όταν τις λαχταράμε τις αναμασάμε ξανά και ξανά, σα χιλιομασημένες τσίχλες, σκληρές και άκαμπτες, που από καιρό έχουν χάσει τη γεύση τους. Μνήμες.

Πέρασα όλη τη μέρα αγναντεύοντας το αρχαίο νεκροταφείο. Τα βρέφη έχουν μνήμες άραγε; Τι σημασία έχει, κι αν έχουν τις χάνουν πολύ γρήγορα. Τις χρειάζεται η νεογέννητη συνείδηση για να τραφεί, να θρέψει, γιατί είναι ακόμη πολύ αδύναμη. Κι έτσι κάθε ανάμνηση πριν προλάβει να χωθεί στη λάσπη ή να γίνει τσιχλίτσα, καταλήγει στο στομάχι της συνείδησης και χάνεται για πάντα.

Μια τέτοια ανάμνηση γύρευα μετά το προηγούμενο βράδυ. Μια τέτοια ανάμνηση που με στοιχειώνει από τα τρία μου χρόνια – ξέρω πως δεν υπάρχει αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να ψάχνω. Είχα μάθει με τον καιρό να την αγνοώ, αλλά να που τώρα τα αρχαία μνήματα, σαν αδίστακτοι καθρέπτες με έφεραν ξανά μπρος της. Μπρος μου.

Τι είχε συμβει; Το έμαθα ενήλικος πια, την περίοδο εκείνη που όλοι όσοι σε αγαπάνε αποφασίσουν πως ήρθε επιτέλους η στιγμή να ωριμάσεις. Κι έτσι σιγά σιγά σταματάνε να σου κρύβουν πράγματα με την ίδια επιμέλεια που έκαναν μέχρι τότε. Ο μπαμπάς δε λείπει ακριβώς σε ταξίδι για δουλειές και τα χάπια που παίρνει η μαμά δεν είναι για τις ημικρανείες. Κι ύστερα, καθώς περνάει ο καιρός ανακαλύπτεις και τα υπόλοιπα. Το δικό μου υπόλοιπο ήταν απρόβλεπτα μεγάλο.

Το άντεξα όμως. Το άντεξα, γιατί είμαι ένας άνθρωπος της λογικής που ζει στον αιώνα της λογικής. Το άντεξα, γιατί κανένα αγόρι τριών ετών δεν είναι σε θέση να λογοδοτήσει για τις πράξεις του. Πόσο μάλλον να το κάνει για χάρη του ένας ενήλικας διχως την παραμικρή ανάμνηση του συμβάντος. Μνήμες που πλατσουρίζουν στο στομάχι της συνείδησης. Εσύ δε φταις σε τίποτα, δεν είσαι υπεύθυνος για τίποτα. Ακόμη κι αν πρόκειται για δολοφονία. Ναι, δολοφονία.

Όλα αυτά τα έχω σκεφτεί ξανά και ξανά. Η λογική ήταν αυτή που με θεράπευσε. Δεν ήταν εύκολο, οι τύψεις μπορεί να φωλιάζουν στις αναμνήσεις, αλλά δεν τις χρειάζονται για να απλώσουν τα φτερά τους μέσα στο κεφάλι σου. Η λογική όμως νίκησε τελικά. Ύστερα από δυο τρια χρόνια, εκείνη ήταν που με ανέβασε στην κορυφή του Γολγοθά. Και τώρα τούτο το καταραμένο νεκροταφείο έρχεται να με ξαναρίξει στους πρόποδες. Τελικά, δεν έχει τόση σημασία να ανέβεις το Γολγοθά σου, όση το να σταυρωθείς.

Ναι, όλα αυτά τα έχω σκεφτεί ξανά και ξανά. Μα σήμερα δε με βοηθάνε. Όπως δε με βόηθησε η περιγραφή του φόνου να τον θυμηθώ. Το μόνο που κατάφερα ήταν να φτιάξω μόνος μου την άγνωστη τούτη ανάμνηση, από την αρχή ξανά, όπως εγώ τη φανταζόμουν. Έγινε σα να λέμε η αναστροφή. Η συνείδηση προσπάθησε να θρέψει τη μνήμη, αφού πρώτα απέτυχε να την ξεράσει.

Και σχεδόν τα κατάφερε – η ανάμνηση βγήκε καθαρή σαν αληθινή.

Παίζω στο σαλόνι μας κι εκείνος κοιμάται στην κούνια του. Είμαστε μόνοι μας, ο αδερφός μου κι εγώ, η μητέρα μας είναι σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Μακριά. Τότε αρχίζει να κλαίει. Κανεις δεν έρχεται. Δίπλα στην κούνια το σίδερο. Ξεχασμένο. Το πιάνω, δυσκολεύομαι λίγο. Το αφήνω να πέσει – γεμάτος ζήλια άραγε; Το κλάμα σταματάει.
Σκότωσα τον αδερφό μου. Επίτηδες, κατα λάθος, ποιος ξέρει; Έχει πραγματικά σημασία; Μέχρι χθες έλεγα πως όχι. Απόψε είμαι πάλι αβέβαιος. Απόψε είμαι πάλι στους πρόποδες του Γολγοθά, που κάποτε είχα φτιάξει. Κουβάλησα τόσο χώμα, τον έφτιαξα όσο πιο ψηλό μπορούσα, έβαλα όλη μου τη δύναμη να τον ανέβω. Τι ειρωνία! Όταν έφτασα στην κορυφή ανακάλυψα πως είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου τα καρφιά.


3

Κάτι είναι εκεί έξω. Το ακούω που σέρνεται στο χώμα, το ακούω να σπάει κλαδάκια και να τρίβεται ανάμεσα στους θάμνους. Πέρα από το μαντρότοιχο, σαν να το ακούω να μουρμουρίζει στο σκοτάδι. Γάτα θα είναι, ναι, μου φαίνεται πως την ακούω να νιαουρίζει ξέπνοα. Γάτα, ετοιμόγεννη, την ακούω, πονάει. Κι όμως σα κλάμα ακούγεται. Σα κλάμα μωρού παιδιού. Ίσως το μωρό κάποιου που μένει στα Nova Studios. Όχι, δεν ακούγεται από μέσα, από έξω ακούγεται. Κάτι είναι εκεί έξω. Πέρα από το μαντρότοιχο ή μήπως κάτω από το μπαλκόνι μου;

Δε διαφέρει και πολύ ξέρεις, το κλάμα μιας ετοιμόγεννης γάτας, από το μουρμουρητό ενός ετοιμοθάνατου μωρού... Σύνελθε! Παιχνίδια του μυαλού είναι και τίποτα παραπάνω. Θα βγω τώρα στο μπαλκόνι και ο νους μου θα ηρεμήσει. Κι όμως δε βρίσκω το κουράγιο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Σκατά! Πρέπει να ηρεμήσω. Φταίνε όλες αυτές οι σκέψεις σήμερα. Έπρεπε να έβγαινα, να πήγαινα το μπάνιο μου, να έβλεπα τη Μάρθα. Όχι να έμενα κλεισμένος σπίτι, να σκέφτομαι ξανά και ξανά... Κωλόγατα! Δε λέει να ησυχάσει η γαμημένη. Θα ήθελα πολύ να έπιανα το σίδερο και να τις έλιωνα το κεφάλι.

Κι αν δεν είναι γάτα; Αν κάποιος παράτησε ένα μωρό στην ερημιά; Απίθανο. Αυτά δε συμβαίνουν πια. Ειδικά σε ένα μικρό νησί. Κι όμως κλάμα είναι, τώρα που δυναμώνει το ακούω όλο και πιο καθαρά. Μα πως γίνεται να μην το έχει ακούσει κανείς άλλος; Ή μήπως το ακούω μόνο εγώ; Τι ήταν αυτό; Ξαφνικά ησυχία και μοναχά το σύρσιμο ακούγεται που και που. Όλο και πιο κοντά. Σα να ψάχνει κάτι και πλησιάζει. Δεν είναι δυνατόν να αφήνω μια γάτα να με κάνει έτσι. Θα ανοίξω τώρα τα παντζούρια και θα δώσω ένα τέλος σε αυτή την ιστορία.

Την ακούω τη μαλακισμένη. Πατάει πάνω στη σακούλα που άφησα στο μπαλκόνι μου. Μας χωρίζουν μόνο τα παντζούρια. Σιωπή. Δε νιαουρίζεις τώρα ε; Να δούμε αν θα νιαουρίζεις μετά το σουτ που θα φας.

Παγώνω.

Ανάμεσα στις γρίλιες είναι σφηνωμένα τρία μωρουδιακά δαχτυλάκια.




4

Ξύπνησα. Ιδρωμένος, τρομαγμένος και μόνος. Η καρδιά μου έκανε κάμποση ώρα για να νιώσει πάλι ασφαλής μες στο στενάχωρο κλουβί της και να ησυχάσει. Σηκώθηκα, πλύθηκα βιαστικά και έφυγα ακόμα πιο βιαστικά. Απέφυγα να κοιτάξω το νεκροταφείο.
Τώρα τι;

Ήπια έναν καφέ στην πλατεία, Οι φίλοι μου είχαν φύγει εδώ και τρεις μέρες, τώρα ήταν η ώρα να πηγαίνω κι εγώ. Είχα μείνει ακολουθώντας μονάχα τα σεξουαλικά μου ένστικτα, πλέον κι αυτά με είχαν εγκαταλείψει με κάποια πρωινή πτήση δίχως καν να με αποχαιρετήσουν.

Από μπροστά μου πέρασε ένα ζευγάρι με ένα καρότσι. Ανατρίχιασα. Το μωρό τους με κοίταζε μες στα μάτια. Μες στα μάτια σα να ήξερε… Ναι, πρέπει να πηγαίνω, πριν αποτρελαθώ τελείως.

Άνοιξα το κινητό μου. Περίμενα να με υποδεχτούν τα αναμενόμενα μηνύματα της Μάρθας. Αναμενόμενα αφού το είχα κλειστό από χθες το πρωί. Δε χρειαζόταν να τα διαβάσω καν, ήξερα τι με περίμενε. Ενδιαφέρον στην αρχή, απορία στη συνέχεια, μετά παράπονο και τέλος θυμός. Κι ίσως πάλι παράπονο ή μπορεί και απαξίωση. Το συναισθηματικό οπλοστάσιο της γυναίκας αν και ανεξάντλητο είναι σίγουρα προβλέψιμο. Και για μια τόσο συνηθισμένη κοπέλα όπως η Μάρθα είναι ακόμη πιο προβλέψιμο.

Έκανα λάθος. Τόσο λάθος, όσο δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Μου είχε στείλει ένα και μοναδικό μήνυμα. Ένιωσα τις άκρες των δαχτύλων μου να μουδιάζουν, το κινητό ξαφνικά έγινε εχθρικό και ξένο. Το ακούμπησα στο τραπεζάκι. Το μήνυμα όμως έμεινε στα χέρια μου.

«Μνήματα βρεφών, μνήμες νεκρών».

Μου πήρε αρκετή ώρα για να συνέλθω. Τα κατάφερα όμως και ύστερα ήρεμος πια έβαλα τα πράγματα σε μια σειρά. Προφανώς παραμιλούσα τη νύχτα που κοιμηθήκαμε μαζί. Ναι, εκείνη τη νύχτα ήταν που ξεκίνησε η μικρή χιονόμπαλα των σκέψεων, για να φέρει τη χθεσινή χιονοστιβάδα. Ποιος ξέρει τι είπα. Ύστερα, το μήνυμα το είχε στείλει βράδυ, άρα ήταν ήδη θυμωμένη από την αναμονή μια ολόκληρης μέρας. Έτσι, αντί να με βρίσει, αποφάσισε να το κάνει πιο προσωπικό, να με πληγώσει όπως την πλήγωσα. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να πληγωθεί τόσο. Η αλήθεια είναι επίσης πως ελάχιστα με ικανοποιούσε η εξήγηση μου.

Κάτω από κανονικές συνθήκες θα το είχα αφήσει εκεί. Όμως, οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές και η Αστυπάλαια είναι μικρό νησί. Δε δυσκολεύτηκα να βρω τον αρχαιολόγο που ήταν υπεύθυνος των ανασκαφών και εκείνος με τη σειρά του δε δυσκολεύτηκε να με αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Δε γνώριζε καμία Μάρθα, στην ανασκαφή δούλευαν μόνο άντρες.

«Μνήματα βρεφών, μνήμες νεκρών».

Δεν ήξερα τίποτα απολύτως για εκείνη. Ούτε που ακριβώς μένει, ούτε πότε πραγματικά είχε έρθει, ούτε καν ποιο είναι το αληθινό της όνομα. Ποια ήταν; Και πόσο τυχαία ήταν η συνάντηση μας; Ρώτησα τον αρχαιολόγο περισσότερα για το αρχαίο νεκροταφείο. Όσα μου είχε πει η Μάρθα ήταν αλήθεια. Τον ευχαρίστησα και γύρισα στην πλατεία. Όπως είπαμε η Αστυπάλαια είναι μικρό νησί, αν δεν είχε φύγει το πιο πιθανό ήταν να την ξανασυναντούσα. Βαθιά μέσα μου ήμουν σίγουρος πως αυτό θα συνέβαινε και αυτή τη φορά δεν διαψεύστηκα.


5

Το Άρτεμις ήταν όπως κάθε βράδυ γεμάτο κόσμο. Ο μπάρμαν φλέρταρε ασταμάτητα με έναν παράδοξα στωικό τρόπο και κέρναγε σφηνάκια «Χιροσίμα», την προσωπική του επώνυμη συνεισφορά στο σύμπαν των ανώνυμων αλκοολικών. Οι ανώνυμοι αλκοολικοί φλέρταραν επίσης. Άλλοι αδέξια, άλλοι γεμάτοι αυτοπεποίθηση, άλλοι αφηρημένα – συνήθως αναλόγως με την κατανάλωση τους σε αλκοόλ.

Όταν μπήκα, η Μάρθα ήταν ήδη εκεί. Μιλούσε με έναν ντόπιο. Ή πιο σωστά της μιλούσε ένας ντόπιος. Ή ακόμη πιο σωστά προσπαθούσε να της μιλήσει – για την ώρα μιλούσε το αλκοόλ. Δε με είδε, την παρατήρησα.

Οι περιστασιακές σχέσεις έχουν μια ιδιαιτερότητα. Μπορεί να έχεις κάνει το καλύτερο σεξ της ζωής σου με κάποια και να έχεις συγκρατήσει ελάχιστα από το πρόσωπο της. Θυμάσαι τη πράξη, ξεχνάς τα πρόσωπα. Κι όταν περάσει ο καιρός, ξεχνάς τις πράξεις και μένει μονάχα η αίσθηση.

Έτσι είχε συμβεί και με τη Μάρθα. Είχα συγκρατήσει ελάχιστα από εκείνη και καθώς την παρακολουθούσα να ακουμπάει στην μπάρα, την ανακάλυπτα για πρώτη φορά. Την ανακάλυπτα ψάχνοντας για κάποια απάντηση στο πρόσωπο της, στον τρόπο που κοιτούσε τον μεθυσμένο απέναντι της και στις αμήχανες κινήσεις των δακτύλων της. Ποια ήταν; Με είδε.

Ήρθε αμέσως κοντά μου, με ένα αβέβαιο χαμόγελο και μάτια γεμάτα προσμονή. Ξαφνιάστηκα, δεν ήταν αυτό που περίμενα από εκείνη. Δεν άφησε τη σιωπή να βρεθεί ανάμεσα μας.

«Γεια». Είχα σκεφτεί ξανά και ξανά τι θα τις έλεγα αν τη συναντούσα, αλλά τώρα αυτή η άνεση στη συμπεριφορά της με κάποιο τρόπο με εμπόδιζε.

«Γεια». Κατάλαβε αμέσως πως την κοίταζα περίεργα. Δε θα μπορούσα να κρυφτώ εξάλλου. Πήγε να μιλήσει, μα κάποιος μπήκε ανάμεσα για να παραγγείλει. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε τα παπούτσια του. Όταν έφυγε, η Μάρθα ξαναπροσπάθησε.

«Κοίτα, δεν είμαι από τους ανθρώπους που εξαφανίζονται. Απλά έχασα το κινητό μου... Δηλαδή θέλω να πω αν με έπαιρνες τηλέφωνο...», η αμηχανία της την πρόδωσε.

Αμηχανία; Ναι, έδειχνε τόσο αμήχανη, όσο ένα κοριτσάκι που τα θαλάσσωσε την πρώτη φορά που της εμπιστεύτηκαν οι γονείς της κάτι σημαντικό. Έδειχνε λες κι ήθελε μονάχα να επιδιορθώσει το λάθος της και τώρα τα έβαζε με την ατυχία της. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο στο βλέμμα της. Πελάγωσα.

«Πως πήγε η ανασκαφή σήμερα;», τη ρώτησα. Αφού δεν ήμουν σε θέση να μπλοφάρω, θα έπαιζα μοναχά τα φύλλα μου.

«Αυτές τις μέρες δεν πηγαίνω, έχει πολύ ζέστη. Από τέλη Αυγούστου πάλι». Η ανακούφιση σχεδόν δρόσισε τη φωνή της.

«Γιατί μου λες ψέματα;», παρατήρησα κάθε σκιά του προσώπου της. Είδα το κοριτσάκι να ξανάρχεται. Μεσολάβησε μισό ρεφρέν πριν απαντήσει.

«Με συγχωρείς. Είναι που... ξέρεις εσύ είσαι τόσο ενδιαφέρον. Εγώ πάλι... Ε, να... Ήθελα να σε εντυπωσιάσω... Με συγχωρείς, βλακεία μου», έκανε να φύγει.
Την έπιασα από το μπράτσο. Γαμώτο, ποιος από τους δυο μας είναι η γάτα και ποιος ο ποντικός; Οι σκέψεις χόρευαν σαν τρελές στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις χόρευαν και η λογική πήγε περίπατο. Την τράβηξα κοντά μου και τη φίλησα.

Εκείνο το βράδυ κάναμε έρωτα. Όπως και να το ονομάσεις το σεξ πάντα σεξ είναι. Το καλό σεξ εγώ το λέω έρωτα. Κάναμε έρωτα στο δωμάτιο της, με το Κάστρο της Αστροπαλιάς να μας κοιτάζει από το ανοιχτό παράθυρο. Ήταν μια σιωπηλή ανάκριση, ένα βασανιστήριο που όμως δεν οδήγησε στην ομολογία. Ήθελα να την ανακαλύψω, να μάθω τι μου κρύβει, να την κάνω να αποκαλυφθεί. Μα η αποκάλυψη δεν ήρθε, παρά μόνο η ηδονή και το απέραντο συναίσθημα του ανολοκλήρωτου. Ίσως τελικά αυτό να είναι ο έρωτας.
Την άφησα να κοιμάται ήσυχα κουλουριασμένη στη μέση του κρεβατιού. Δεν είχε χαράξει ακόμη. Στην είσοδο των ενοικιαζόμενων δωματίων, ξανασυναντήθηκα με εκείνο τον τύπο που είχε βγάλει τα παπούτσια του. Τα κρατούσε ακόμη στο αριστερό του χέρι. Με καλημέρισε, τον καλημέρισα κι εγώ.

«Τα παπούτσια γιατί τα βγαλες;», τον ρώτησα.

Τα κοίταξε λες και είχε ξεχάσει πως δε φορούσε παπούτσια. Βυθίστηκε σε περισυλλογή.
«Ξυπόλητος κατέβηκες από τη Χώρα;», ξαναρώτησα. Έγνεψε καταφατικά.

«Τυχερός είσαι που δεν πάτησες κανένα γυαλί», του είπα στο τέλος.

Γύρισε προς το μέρος και με το πιο σοβαρό ύφος του κόσμου μου είπε,
«Άκου να δεις, τα γυαλιά μπορεί κάποιοι να τα πατάνε αλλά υπάρχουν και κάποιοι που τα φοράνε», κι ανέβηκε τις σκάλες γελώντας αυτάρεσκα με το λογοπαίγνιο που σκαρφίστηκε.

Ανηφόρισα προς τα πάνω. Ύστερα από κάμποσα σκαλοπάτια, βρισκόμουν στο δρόμο για τα Nova Studios κι ύστερα από κάμποσο δρόμο βρέθηκα ξανά μπροστά από τον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο. Το σκοτάδι κρατιόταν γερά ακόμη από τις άκρες του ορίζοντα. Άθελα μου άνοιξα κι άλλο το βήμα. Εκατό μέτρα ακόμη, φέρσου σαν άντρας. Το παιχνίδι, όμως ήταν εξαρχής χαμένο. Όλες μου οι σκέψεις της ημέρας επέστρεψαν καβάλα στους χθεσινούς μου εφιάλτες.

Ογδόντα μέτρα. Τώρα, κάτι μέσα μου με σπρώχνει να κοιτάξω ανάμεσα στους τάφους. Όχι, κρατώ το κεφάλι μου καρφωμένο μπροστά. Γιατί επέστρεψα; Ποια μαζοχιστική διάθεση με σήκωσε από το κρεβάτι της και με έφερε πάλι αντιμέτωπο με το χθεσινό μου μαρτύριο; Γαμώτο, ας είναι λοιπόν! Γυρίζω και το κοιτάζω. Μια μακριά τρίχα άγγιξε την πλάτη μου και κατέβηκε τσουλήθρα τη σπονδυλική μου στήλη. Τίποτα. Μπορεί εγώ να ψάχνω για γάτες στο σκοτάδι, αλλά το μόνο που αντικρίζω είναι οι άδειοι λάκκοι του αρχαίου νεκροταφείου.

Γυρίζω, πίσω στο δρόμο. Παραλίγο να ουρλιάξω. Μια γριά με κοιτάζει με απορία. Μαυροφορεμένη, ζαρωμένη κι άρρωστη. Νόμιζες πως θα ανοίξει το στόμα της και θα ξεχυθούν κατάρες ανάκατες με φλέματα. Από ποιο στενάκι να ξετρύπωσε, άραγε; Την προσπερνάω, μυρίζει λιβάνι και πράσινο σαπούνι.

«Κακό θα σ’ έβρει», ψιθύρισε μα δε σταμάτησε. Σταμάτησα εγώ, την είδα να σταυροκοπιέται βιαστικά. Συνέχισα.

Πενήντα μέτρα. Πάλι η γάτα... Αυτή τη φορά δεν ονειρεύομαι, την ακούω ξεκάθαρα. Μια γάτα κλαψουρίζει, μια γάτα ετοιμόγεννη – ένα μωρό ετοιμοθάνατο; Κάπου μες στο νεκροταφείο. Ξανακοιτάζω, αλλά δε φαίνεται τίποτα. Το ήξερα από πριν ότι δε θα έβλεπα τίποτα. Μη δίνεις σημασία, σχεδόν έφτασες στην πόρτα.

Είκοσι μέτρα. Ένα μήνυμα ξυπνάει το κινητό μου. Ένα μήνυμα από το χαμένο κινητό της Μάρθας.

«Εγώ στη θέση σου δε θα έμπαινα. Μην ξεχνάς τα λόγια της γριάς».

Τι διάολο συμβαίνει! Κοιτάζω ολόγυρα μου, κοιτάζω την πόρτα, κοιτάζω το νεκροταφείο. Παίρνω τηλέφωνο. Κλειστό.

«Ποιος είσαι;», φωνάζω στο σκοτάδι. Το κλαψούρισμα χάθηκε, τώρα δεν ακούγεται τίποτα. Όποιος και να ναι δεν πρόκειται να μου αλλάξει γνώμη.

Δέκα μέτρα. Μπαίνω στην αυλή, όλα είναι ήσυχα, όλοι κοιμούνται. Η μυρωδιά του νυχτολούλουδου με χαλαρώνει. Τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια για το δωμάτιο μου.

«Μην ξεχνάς τα λόγια της γριάς». Κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνω, ακούω τη φράση να σβήνει σιγά σιγά. Σα μια καμπάνα που αργοπεθαίνει. Πέθανε. Είμαι στην πόρτα μου, ανάβω το φως, ψάχνω το κλειδί και τότε βλέπω το αίμα.

Πατάω μέσα σε μια λιμνούλα από αίμα. Αυτό παραπάει! Κάποιος μου κάνει μια κακόγουστη φάρσα. Ναι μπορώ να τον φανταστώ να με κοιτάζει από κάπου εδώ τριγύρω και να γελάει με το διεστραμμένο αστείο του...

Η κραυγή όμως που ακολούθησε δε χωρούσε σε κανένα αστείο. Ακούστηκε από το νεκροταφείο. Τρέχω, σχεδόν κουτρουβαλάω τα σκαλιά. Τρέχω ανάμεσα στα αρχαία μνήματα. Τρέχω μέχρι που την αντικρίζω.

Είναι γυμνή και ματωμένη.


6

Τώρα, καθώς το τέλος πλησιάζει, σκέφτομαι πως δεν έχει καθόλου σημασία να ανακαλύψω τι έχει συμβεί. Το μόνο που έχει σημασία είναι, πως νιώθω εγώ για όσα έχουν συμβεί. Και νιώθω πάλι στην κορυφή του Γολγοθά. Νιώθω το αεράκι της σταύρωσης ή της λύτρωσης να με χτυπάει στο μέτωπο. Ήρθε η ώρα.

Η Μάρθα είναι ξαπλωμένη απέναντι μου στο νωπό χώμα του νεκροταφείου. Ανασαίνει αργά. Πίσω της, σε κάποια από τα δωμάτια του Nova Studios, έχουν ανάψει τα φώτα. Κάποιοι βγήκαν στα μπαλκόνια τους, τους ξύπνησε η κραυγή της. Τώρα καθώς επιστρέφουν στα ζεστά κρεβάτια τους, ένα ένα τα φώτα σβήνουν. Είμαστε πάλι μόνοι μας.

«Τι θέλεις;»

«Να με σκοτώσεις».

«Γιατί;»

«Γιατί δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου».

«Γιατί εγώ;»

«Γιατί το έχεις ξανακάνει».

«Που το ξέρεις;»

«Μου το είπε ο αδερφός σου».

«Ποια είσαι;»

«Ένας από τους δυο μας θα πεθάνει απόψε. Διάλεξε».

Κάθομαι δίπλα της, την αγγίζω απαλά με τις άκρες των δαχτύλων μου. Είναι παγωμένη. Μπρος μου, όπως και πίσω μου, όπως και παντού γύρω μου, τάφοι μικροί, σχεδόν ένα μέτρο, κοιτάζουν αδειανοί τον ουρανό. Χαράζει.

Κάθομαι δίπλα της και ξανασκέφτομαι από την αρχή όλη αυτή την ιστορία. Σκέφτομαι την εποχή μου, που σκόρπισε το σκοτάδι, έδιωξε τους δαίμονες και τα πνεύματα. Δεν υπάρχει πια τίποτα να σε φοβίσει στο σκοτάδι, πέρα από έναν οπλισμένο ληστή ή ένα αδίστακτο βιαστή. Οι τύψεις γίνονται εφιάλτες, αλλά οι εφιάλτες σου θα εξατμιστούν στο πρώτο φως της μέρας. Όνειρα είναι και τίποτα παραπάνω.

Ναι, είμαι ένας άνθρωπος της λογικής στον αιώνα της λογικής κι όμως λαχταρώ μια λύτρωση μεταφυσική. Μια λύτρωση και όχι τη στεγνή πραγματικότητα. Την πραγματικότητα αυτή που το αρχαίο νεκροταφείο είναι άλλος ένας παρατημένος αρχαιολογικός χώρος και οι γιαγιάδες αντί να διηγούνται αληθινές ιστορίες με φαντάσματα κι αγίους, βλέπουν βραζιλιάνικες σαπουνόπερες στην τηλεόραση. Πως μπορεί αυτή η πραγματικότητα να φέρει τη λύτρωση; Δεν υπάρχει θεός να προσευχηθώ, δεν υπάρχει στοιχειό να με κυνηγήσει. Υπάρχει μόνο ο άνθρωπος. Ρωτήσατε τον άνθρωπο αν μπορεί να το αντέξει αυτό;

«Ένας από τους δυο μας θα πεθάνει απόψε. Διάλεξε».

Την κοιτάζω. Από που ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία; Είναι αληθινή; Αν δεν είναι αυτή αληθινή, αν είναι απλά ένα επινόημα της φαντασίας μου, τότε το μόνο που απομένει για αληθινό είναι το 45άρι που βαστώ στο χέρι μου. Τι είναι προτιμότερο λοιπόν; Να πεθάνω εγώ ή αυτή; Γιατί, στην κορυφή του Γολγοθά τελικά κάποιος πεθαίνει. Γιατί, αφού δεν μπορώ να επινοήσω την ιστορία της ζωής μου, θα επινοήσω την ιστορία του θανάτου μου. Ή μπορεί της λύτρωσης μου.

Την κοιτάζω. Όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε από εσένα Μάρθα. Να, που τώρα τελειώνει και με σένα. Ο νεκρός μου αδερφός χαμογελά κι η μνήμη του ανυπομονεί να γίνει μνήμα μου. Κι εγώ μετέωρος, καταμεσής ενός αρχαίου νεκροταφείου, σε βλέπω να χάνεσαι σιγά σιγά. Χάνεσαι και το μόνο που απομένει είναι το περίστροφο στο χέρι μου.

Ένα παλιό 45άρι τύπου Marth - A.

Να γυαλίζει στις πρώτες ηλιαχτίδες της μέρας που ξεκινά.

Goodbye e-Lenin

Επειδή καλός ο ψηφιακός κόσμος, δε λέω.

Αλλά ευτυχώς δεν αντικαθιστά τον πραγματικό.

Και ο πραγματικός φωνάζει: Διακοπες!

Αν βρεθείς στην Αστυπάλαια, πέρνα από το μπαρ Άρτεμις. Θα βρεις το sancho πίσω από την μπάρα και εμάς από την άλλη πλευρά.

Αν βρεθείς στη Μήλο, θα τα πούμε στο κάμπινγκ.

Αν τέλος περάσεις από τη Ρόδο και καθίσεις για ποτό στα Μάνταλα, να ξέρεις ότι ίσως και να σε δω.

Καλό καλοκαίρι.

Καλή αντάμωση.

Απορείες...

Πορεία για την Γιουγκοσλαβία

Πορεία για το Αφγανιστάν.

Πορεία για το Ιράκ.

Πορεία για το Λίβανο?

Άραγε απογοητευτήκαμε από τα αόρατα αποτελέσματα τόσων πορειών?

Άραγε τα ΜΜΕ δεν προβάλουν τις πορείες που διοργανώνονται για το Λίβανο?

Άραγε φταίει που είναι καλοκαίρι και σχεδιάζουμε τις διακοπές μας?

Άραγε οι Λιβανέζοι θα μείνουν με την απορεία?

... και απορίες

- Μαμά τι είναι άπορος?
- Πως σου ήρθε πάλι αυτό?

Άβολη ερώτηση για την παραλία. Προσπαθείς να ξεφύγεις.

- Πες μου τι είναι!
- Αυτός που έχει απορίες.

Λίγο αντηλιακό. Που είναι ο πατέρας της? Aυτός τα καταφέρνει καλύτερα με τις ερωτήσεις της.

- Τι σημαίνει αυτό?
- Τώρα τι σε έπιασε πάλι και με ρωτάς.
- Έλα πες μου! Τι σημαίνει?

Μάλλον δε θα ξεφύγεις τόσο εύκολα.

- Να αυτός που ρωτάει πολλά πράγματα. Όπως εσύ τώρα εδώ.
- Όπως εγώ?
- Ναι, όπως εσύ.

Ουφ αυτό ήταν, της πέρασε. Που άφησα το περιοδικό μου?
A νάτο, η μικρή το κρατάει.

- Δηλαδή θα μου βομβαρδίσουν κι εμένα το σπίτι?

Amantes sunt amentes

Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά που νόμιζες πως θα τους χώριζε μόνο ο θάνατος.

Εκείνη ήταν τόσο ανασφαλής που μέσα σε ένα χρόνο τον είχε κερατώσει τέσσερις φορές.

Εκείνος ήταν τόσο εγωιστής που κάθε φορά που τον κεράτωνε την κεράτωνε και αυτός.

Ήταν και οι δυο τους βαθιά ερωτευμένοι.

Σχεδόν παράφρονες.

Καλογέρι

Χθες το βράδυ πέρασα έξω από το εκκλησάκι του Άι Νικόλα του Βουτηχτή. Ήταν αργά, άδειος ο δρόμος και σκοτεινός.

Καθώς πλησίαζα μου ήρθε πρώτα η συνηθισμένη μυρωδιά από λιβάνι κι ύστερα κάτι άλλο.

Ασυνήθιστο.

Μύριζε ιώδιο. Πως μυρίζει η θάλασσα το πρωί όταν ξυπνάει; Έτσι ακριβώς.

Το πρόβλημα είναι πως δεν υπήρχε θάλασσα εκεί κοντά. Το πρόβλημα επίσης ήταν πως η πόρτα της εκκλησίας ήταν ανοιχτή.

Τότε τον είδα.

Ο Άγιος Νικόλαος ο Βουτηχτής ο ίδιος. Με το βλοσυρό του βλέμμα με εξέταζε από την κορφή ως στα νύχια. Πάγωσα.

Φορούσε μάσκα και βατραχοπέδιλα κι είχε κοχύλια μπλεγμένα στα μακριά του γένια.

Έσταζε.

Τότε έπεσε μια σιωπή παράξενη και ανατριχιαστική συνάμα, λες κι όλοι οι θόρυβοι της πόλης χάθηκαν κάτω από ένα πελώριο παλιρροιακό κύμα.

Δε σταμάτησε στιγμή να με κοιτάζει. Σήκωσε αργά το ψαροντούφεκο του στον αέρα και μου είπε με τη βροντερή φωνή του.

«Ιωάννη τέκνον μου, πρινα από μερικά χρόνια έκλεψαν το καλοκαίρι και το έκαναν διαφημίσεις παγωτών. Εμείς πρέπει να το πάρουμε πίσω».

Κι ύστερα χάθηκε.

Τα πόμολα

Από όλα τα αντικείμενα του σπιτιού της, αγαπούσε πιο πολύ τα πόμολα.

Δεν περνούσε μέρα που να μην τα αγγίξει όλα.

Κάθε ένα διαφορετικό.

Άλλο πιο ζεστό, άλλο πιο κρύο.

Άλλο πιο απαλό στην αφή.

Πιο σκληρό.

Μικρό, μεγάλο.

Υπήρχε όμως κι ένα πόμολο που του είχε μεγαλύτερη αδυναμία.

Ήταν το πόμολο της εξώπορτας.

Ίσως γιατί πάντα της άρεσε να φεύγει.



Από όλους τους κατοίκους του σπιτιού τους, αγαπούσαν πιο πολύ την Ε.

Δεν περνούσε μέρα που να μην ανυπομονούν για το χάδι της.

Κάθε φορά το ίδιο ζεστό άγγιγμα του χεριού της.

Πάντα σιωπηλή και συγκεντρωμένη.

Κανείς άλλος δεν τα άγγιζε με αυτόν τον τρόπο.

Πολλές φορές αναρωτιόνταν αν κάποιο τους ήταν το εκλεχτό της καρδιάς της.

Αλλά, πάλι ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να αγαπήσει ένα πόμολο?

Κάτι τόσο, μα τόσο, αδιάφορο.