Τρίτη, Ιούνιος 10, 2008

Στην κόλαση με το μαύρο πρόβατο.

Χθες σε είδα σε μια παράσταση.

Τι περίεργο, δεν ήσουν στη σκηνή.

Καθόσουν στο τελευταίο κάθισμα και παρακολουθούσες.

Με παρακολουθούσες.

Όμως δεν ήμουν ούτε έγω στη σκήνη.

Σε παρακολουθούσα.

Κι έτσι αναρωτιέμαι.

Αφού κι εγώ καθόμουν στο τελευταίο κάθισμα.

Γιατί βρεθήκαμε σε αυτή τη βαρετή παράσταση;

Όμως έφυγες πριν σε ρωτήσω. Μόνη.

Χάθηκε η συμπαράσταση.

Το θέατρο άδειασε, οι ηθοποιοί ξεβάφτηκαν κι έγιναν άνθρωποι ξανά.

Σιωπηλοί φόρεσαν τις ζωές τους, σαν να ήταν πιτζάμες ή ακριβά φορέματα.

Και τώρα πια το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι

μια βιαστική και ίσως κάπως άκαιρη, μικρή αναπαράσταση.

Δευτέρα, Ιούνιος 02, 2008

παρομοίωσις

Όλα ξεκινούν με μία λάμψη.

Αναπτήρας ή σπίρτα, δεν έχει πολύ σημασία.

Η σπίθα, η φλόγα, ανάβεις.

Απολαμβάνεις την πρώτη ρουφηξιά.

Τη δεύτερη λιγότερο, την τρίτη.

Βλέπεις τον καπνό, πηχτό στην αρχή, να ξεθωριάζει αργότερα.

Δε θες όμως να σου μπει στα μάτια.

Και ξαφνικά το τσιγάρο σου έχει τελειώσει.

Και στο τασάκι σου θα βρεις άλλο ένα αποτσίγαρο.

Που ίσως δεν έσβησες καλά και σιγοκαίει ακόμη.

Αργά ή γρήγορα σβήνει και αυτό.

Κι εσύ ανάβεις το επόμενο.

(Τελικά προτιμώ τις πίπες)

Δευτέρα, Μάϊος 19, 2008

Το μπαρ κάτω από την πόλη

Απόψε θέλω να πάμε μαζί στο μπαρ κάτω από την πόλη.

Θα περπατήσουμε ανάμεσα στους τσιμεντένιους κορμούς από τις ρίζες των πολυκατοικιών.

Στα σκοτεινά, μονάχα με τους φακούς που παίρναμε μικροί στην κατασκήνωση.

Θα κουραστείς το ξέρω, θα είναι δύσκολα το ξέρω, μπορεί και να χαθούμε.

Για λίγο.

Στο τέλος όμως θα φτάσουμε.

Θα μας υποδεχτεί στην είσοδο, όπως συνηθίζεται, η ιδιοκτήτρια.

Πάντα νέα και πάντα γερασμένη.

Και πάντα όμορφη.

Κι ύστερα θα μας υποδεχτεί η κάπνα. Η μουσική.

Οι χορεύτριες είναι πάντα μεθυσμένες και στο μπαρ κάτω από την πόλη πάντα νύχτα.

Ο πιανίστας θα είναι αφηρημένος, τα δάχτυλα του λεπτά, τα νύχια του βρώμικα.

Θα κάτσουμε στο μπαρ.

Ο μπαρμαν, τυφλός, χωρίς μαύρα γυαλιά, θα μας βάλει το ποτό μας.

Θα μας μιλήσει για λίγο, ύστερα θα πιάσει την τρομπέτα του και θα τη γυαλίσει μηχανικά.

Θα μιλήσει σε κάποιον άλλον.

Λένε πως ο χρόνος δεν περνάει στο μπαρ κάτω από την πόλη.

Ίσως για αυτό έχουν αφήσει ξεκούρδιστα όλα τα ρολόγια στους τοίχους.

Επίτηδες.

Κι όταν θα πιούμε τα ποτά μας και θα μιλήσουμε για όλα εκείνα που μέχρι σήμερα μας αξίωσε η ζωή να δούμε και να πράξουμε, θα κάνουμε σχέδια για το αύριο και ας γελάει ο θεός μαζί μας.

Γιατί πόσες φορές γέλασε με τον άνθρωπο και πόσες βγήκε γελασμένος;

Στο τέλος, φίλε μου, όταν θα φεύγουμε ζαλισμένοι όχι τόσο από τη βότκα και το ρούμι, αλλά από τον έρωτα για τους εαυτούς μας τους ίδιους, θα αγκαλιαστούμε σαν να 'ναι στερνή φορά που τα 'πιαμε και θα γυρίσουμε πίσω στην πόλη.

Η κάπνα θα γίνει καυσαέριο και η μουσική, των αυτοκινήτων οι άγριες κόρνες.

Όμως τα όνειρα μας θα μείνουν έτσι όπως τα πλάσαμε.

Κι ας προσπαθούν οι άλλοι να τα κάνουν διαφημιστικά σποτάκια.

Γιατί εκείνοι δε θέλουν να ακούσουν τη μουσική που έρχεται μέσα από τις σχάρες των υπονόμων.

Κι εξακολουθούν να σβήνουν τα τσιγάρα τους στην άσφαλτο των μεγάλων λεωφόρων, σκληρή και μαύρη, πάνω από τα μεθυσμένα κεφάλια μας.

Σάββατο, Μάϊος 17, 2008

Αυτή θα σε ξεκάνει

Λένε πως ο ερωτευμένος συχνά εθελοτυφλεί.

Εθελοτυφλεί σε βαθμό που η συμπεριφόρα του πολλά κοινά έχει με αυτή του αυτόχειρα.

Το στοιχείο της αυτοκαταστροφής και στις δύο περιπτώσεις είναι πρόδηλο.

Με μόνη διαφορά πως απόρριψη του έρωτα μας, οδηγεί σε θάνατο μεταφορικό τον οποίο και ενδόμυχα απολαμβάνουμε.

Εξ ου και ο διάλογος.

«Ερωτεύτηκα μια κάνη».

«Κάνη; Τί κάνη;»

«Καλά είναι».

Πέμπτη, Μάϊος 15, 2008

Μπατμανιχαϊσμός

Κάποτε μέσα σε μια σπηλιά στο κέντρο της πόλης δυο γενναίοι τυμβωρύχοι βρήκαν ένα μεγάλο φούρνο.

Μες στο φούρνο βρήκαν μια σπηλιά και μες στη σπηλιά βρήκαν μια πόλη.

Την πόλη αυτή την ονόμασαν Κόλαση.

Ο ένας από τους δύο γύρισε πίσω να αναγγείλει την ανακάλυψη του στην υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ο άλλος έμεινε εκεί.

Κάποτε πάνω σε ένα σύννεφο που είχε καθίσει πάνω από τις κεραίες της πόλης δυο συνηθισμένοι αλεξιπτωτιστές βρήκαν στερεωμένη μια κεραία.

Πάνω στην κεραία βρήκαν ένα σύννεφο και πάνω στο σύννεφο μια πόλη.

Την πόλη αυτή την ονόμασαν Παράδεισο.

Όπως και με τους τυμβωρύχους έτσι και με αυτούς, ο ένας έμεινε εκεί και ο άλλος κατηφόρισε να αναγγείλει τα σπουδαία νέα.

Λίγο μετά τις ειδήσεις των 8, που ποτέ δεν παίζονται στις 8, οι δύο άντρες συναντήθηκαν στο κέντρο της πόλης.

Η πλατεία ήταν έρημη, όλοι οι κάτοικοι της πόλης παρακολουθούσαν στις τηλεοράσεις τους τις ειδήσεις των 8.

Οι δύο άντρες προσπάθησαν να πουν την ιστορία τους ο ένας στον άλλον, αλλά δεν τα κατάφεραν.

Ήθελαν και οι δύο να ακουστεί η ιστορία τους. Όχι να ακούσουν.

Στο τέλος λογομάχησαν.

Λογομάχησαν τόσο πολύ που σκότωσαν ο ένας τον άλλον.

Αργότερα μαθεύτηκε πως ο ένας λεγόταν Κάιν και ο άλλος Άβελ.

Έτσι οι άνθρωποι δεν έμαθαν ποτέ την αλήθεια ούτε για την Κόλαση ούτε για τον Παράδεισο.

Απλά, συνέχισαν να πιστεύουν πως είναι κάτι αφηρημένο και μεταφυσικό.

Αυτή την ιστορία μου την είπε κάποτε μία νυχτερίδα, που είχε τη φωλιά της σε μια σπηλιά στο κέντρο της πόλης και συχνά ταξίδευε ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό.

Αργότερα ανακάλυψα πως ήτανε ο Μπάτμαν.

Τετάρτη, Μάϊος 14, 2008

One night stunned

Η πόρτα κλείνει πίσω σου.

Όλα είναι ανοικεία και ας ξέρετε κι οι δύο τι θα ακολουθήσει.

Η μνήμη θα γατζωθεί στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες.

Η μυρωδιά της βιαστικής τσίχλας μετά τα δυο, ακόμη πιο βιαστικά, σουβλάκια. Και η μυρωδιά από τα σουβλάκια με μια υποψιά μέντας, όταν φίλαγες για δεύτερη φορά τις ρώγες της.

Ένα κουμπί που την παίδεψε και τελικά το ξήλωσες. Ή μπορεί να έγινε και ανάποδα, φορούσατε εξάλλου τα ίδια παντελόνια.

Ένα αστείο διακοσμητικό δίπλα στο κρεβάτι της, που πηγαινοέρχεται μαζί σας. Όχι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να βάλεις τα γέλια.

Το σημάδι από κραγιόν στο τσιγάρο της. Και ο θόρυβος της καύτρας ή μιας βιαστικής μηχανής λιγο πριν χαράξει.

Το βλέμμα του περιπτερά, το πρωί, καθώς εκείνος ανοίγει το περίπτερο του και εσύ κλείνεις την πόρτα της πολυκατοικίας πίσω σου. Καλημέρα, φεύγω.

Και ακόμη πιο έντονα, πάνω στην πόρτα που κλείνεις, ένα αυτοκόλλητο χαρτάκι από αυτά που μάζευες κι εσύ μικρός. Το όνομα του ποδοσφαιριστή βέβαια δεν σου λέει πια και πολλά.

Αλλά ακόμη και όλα αυτά δε μένουν για πολύ.

Σβήνουν μες στο φως της μέρας που ξεκινά και όλα ξεχνιούνται, όπως ακόμη και η απορία που σε βασανίζει μέχρι να πας σπίτι:

Τελικά κοιμήθηκες με εκείνη που φλέρταρες στο πρώτο ή με εκείνη που φλέρταρες στο δεύτερο ποτό;

Τρίτη, Μάϊος 13, 2008

Σαν παράσταση

Η Εστρέλλα Αμαντόρα είχε καταφέρει μέχρι τα είκοσι της να μην κάνει πολλά λάθη.

Ήταν περήφανη για αυτό.

Τότε αποφάσισε να γίνει ηθοποιός και αυτό τα άλλαξε όλα.

Μετά την πρώτη της παράσταση, το ένα λάθος συναγωνιζόταν το άλλο.

Ήταν περήφανη και για αυτό.

Ίσως επειδή σκέφτηκε πως τα λάθη είναι που μας κάνουν σοφότερους.

Ή ίσως επειδή η ζωή για εκείνη είχε γίνει πια μια μεγάλη πρόβα.

Μέρα με τη μέρα διορθωνόταν όλο και πιο πολύ στο ρόλο που είχε πλάσει για τον εαυτό της.

Και τα λάθη τη βοηθούσαν σε αυτό

Όταν πια έφτασε στην ύστερη ώριμη ηλικία είχε κάνει περισσότερα λάθη από όλους όσους ήξερε.

Και μάλιστα καταφέρνοντας να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος δυο φορές.

Είχε κατακτήσει την ωριμότητα.

Είχε βέβαια και μια ζωή καταστραμένη, αλλά μικρό το τίμημα.

Κι έτσι μπαίνοντας στα γηρατειά και ξεχειλίζοντας από σοφία, γαλήνη και ηρεμία, ένιωσε έτοιμη πια να ανέβει στο μεγάλο σανίδι της ζωής.

Πλησίαζε η ώρα για τη μεγάλη πρεμιέρα.

Όμως αντί να σηκώθει, η αυλαία έπεσε.

Και λίγο πριν πεθάνει, η Εστρέλλα Αμαντόρα βλαστήμησε τη σοφία και κάθε λάθος που έκανε.

Ίσως επειδή η σοφία είναι τελικά άχρηστη, γιατί έρχεται όταν πια δεν μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις.

Ή ίσως επειδή είδε ξεκάθαρα πως δεν άφηνε πίσω της μια μεγάλη πρόβα, αλλά μια ολότελα χαμένη παράσταση.


Δευτέρα, Μάϊος 12, 2008

Μα η βροχή

Ανάλαφρα.

Περπατάς ανάλαφρα στην άκρη του πεζοδρομίου και κρατάς μια ομπρέλα.

Για ισορροπία.

Μια μικρή πορτοκαλί ομπρέλα, παιδική.

Και ύστερα βρέχει.

Κι εγώ περιμένω να δω.

Θα προτιμήσεις να βραχείς

ή να μην ισορροπήσεις.

Παρασκευή, Μάϊος 09, 2008

Πωλητικόν

Καλός πολίτης.

Πάει μισός χρόνος από τότε που όλοι του το ευχήθηκαν.

Μισός χρόνος με διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Και συνεντεύξεις για δουλειές του κεφαλιού.

Από σοβαρούς κύριους και κυρίες με ακριβά, σχεδόν αόρατα γυαλιά.

Με χαμόγελα αυτοπεποίθησης, τον κοίταζαν λες και ήταν εμπόρευμα προς πώληση.

Κι εκείνος που δεν τα πολυσυμπαθούσε όλα αυτά, δεν έκανε τίποτα για να τους πείσει να τον αγοράσουν.

Είναι σε αυτά που πιστεύει κάπως απόλυτος.

Κι έτσι καιρό τώρα συνεχίζει να είναι απούλητος.

Αυτό ακόμη δεν τον πολυπειράζει, αλλά τον τριγυρίζει μία απορία.

Γιατί πριν από έξι μήνες όλοι του εύχονταν καλός πολίτης.

Κι όχι καλός πωλητής.

Πέμπτη, Μάϊος 08, 2008

Κύνειο άσμα

Ο σκύλος μου έχει αλλεργία στα κόκκαλα.

Και αγαπάει τις γάτες.

Καμιά φορά τον βλέπω να φτιάχνει μπουκέτα με ανοιξιάτικα λουλούδια.

Ή να ατενίζει μελαγχολικός το ηλιοβασίλεμα.

Οι υπόλοιποι σκύλοι στη γειτονιά τον αγνοούν.

Εκείνος όμως δε δείχνει να ενοχλείται που είναι μόνος του.

Διαβάζει με τις ώρες. Συχνά κρατάει σημειώσεις.

Και μια μέρα - δεν πρόκειται ποτέ να το ξεχάσω - με κοίταξε σοβαρός και μου είπε:

"Γαβ!"

Αναρωτήθηκα τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Έψαξα σε λεξικά.

Πήγα στους καλύτερους σκυλολόγους.

Όμως τίποτα.

Και χθες λίγο πριν να κοιμηθώ, λίγο πριν κλείσω το ραδιόφωνο και τα μάτια.

Τον άκουσα να σιγομουρμουρίζει ένα παλιό σκυλάδικο.

Κι αμέσως τα κατάλαβα όλα.

Όμως ευθύς με πήρε ο ύπνος.

Από το πρωί σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ, όμως πάλι τίποτα.

Το μόνο που νιώθω είναι μια ελαφριά αηδία για τα κόκκαλα.

Και μια βαθιά αγάπη για τις γάτες.

Τρίτη, Απρίλιος 15, 2008

Αφύσικο

Και ο συλλογισμός σου πάει κάπως έτσι:

Αν προϋπόθεση για ένα καλύτερο κόσμο είναι η καλύτερη παιδεία τότε τι πάει στραβά μέχρι τώρα σ’ αυτή;

(γιατί ο καλύτερος (από ηθικής - κοινωνικής πλευράς) κόσμος απέχει μόνο μερικά δάχτυλα πιο κοντά απ’ ότι απείχε πριν δυο χιλιάδες χρόνια: άνθρωποι σκοτώνουν – εκμεταλλεύονται ανθρώπους, κυβερνούν απατεώνες, λαοπλάνοι και δικτάτορες και το οικολογικό δε χρειάζεται καν να συμμετέχει στη καταμέτρηση – σνομπάρει τα άλλα ως μοντέρνο και εκσυγχρονισμένο πρόβλημα)


Με μια καλύτερη παιδεία, λες, θα μπορούσε να καλλιεργηθεί η κρίση των παιδιών και να αποκτήσει η ανθρωπότητα μέλη που δε χειραγωγούνται και δε θα πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης και κοροιδίας. Ωραία, το υπάρχον σύστημα αφαιρεί το ενδιαφέρον από τα παιδιά με την αποστήθιση και τον μονόπλευρο τρόπο διδασκαλίας κλπ κλπ και υπάρχουν προτάσεις για εναλλακτικούς τρόπους. Μήπως όμως σε μία ηλικία που κύριο μέλημα των ανθρώπων είναι το παιχνίδι και η διασκέδαση οτιδήποτε καταναγκαστικό αυτόματα μειώνει το ενδιαφέρον και προκαλεί αντίδραση από το παιδί;


Ψάχνεις κάποιο τρόπο να εξαφανίσεις το εμπόδιο που η σκέψη σου εμφάνισε στο σόου της συλλογιστικής σου. (ο Κόπερφιλντ σε παρακολουθεί, σιγομουρμουρίζοντας τα βήματα και, μιμούμενος τις κινήσεις σου, γράφει κάτι στο σημειωματάριο του). Σου ‘ρχεται μια ιδέα αλλά το μετανιώνεις, όπως όταν φωνάζεις κάποιο γνωστό στο δρόμο και ανακαλύπτεις ότι δεν είναι αυτός:

Το να μεταφερθούν οι γενικές γνώσεις όπως γραμματική, μαθηματικά, ιστορία, φυσική σε ηλικίες μεγαλύτερες προφανώς θα ήταν δύσκολο γιατί στις μικρές ηλικίες ο άνθρωπος έχει την μεγαλύτερη ικανότητα για μάθηση.

Και εδώ έρχεται ο προβληματισμός σου πρωινιάτικα σαν ντελίβερι εγκεφαλικής πίτσας και σου ζητάει να πληρώσεις:


Πώς τα κατάφερε έτσι η φύση και την περίοδο της ζωής του ανθρώπου που τον νοιάζει μόνο το παιχνίδι του έδωσε τη μέγιστη ικανότητα για μάθηση;

Πέμπτη, Απρίλιος 03, 2008

Ιστο ρίες

Θέλω να γράψω μια ιστορία για ένα παιδί που τρέχει γυμνό σε μια παραλία του αυγούστου, για την ελπίδα της πρώτης αγάπης, για τον αγώνα του γερο-σαλίγκαρου λίγο πριν το τέλος της ανηφόρας, για την αθωότητα, για το ηλιοβασίλεμα που κυνηγάει το παράθυρο του τελευταίου τρένου, για το ξέφρενο γέλιο των φίλων σου, για τον χαρούμενο σκοπό των καρβουνιάρηδων, για έναν έρωτα που γεννήθηκε στη βροχή του πιο μεγάλου ηφαιστείου, για τη δύναμη του ακροβάτη, για το θάρρος, για εκείνους που μέθυσαν άνοιξη, για εκείνον που γκρεμοτσακίζεται και χαμογελά και σε κοιτάει στα μάτια για να σου δώσει κουράγιο, για την αγάπη, για ένα ιστιοφόρο που τα βαλε με τον άνεμο κι ας παλεύει ακόμα να του πάει κόντρα, για τη φιλία, για τα φιλιά στο σκοτάδι και τα δαγκώματα, για όσα ελπίσαμε και ελπίζουμε και αξίζει να πεθάνουμε ελπίζοντας για αυτά, για τους εραστές τις πιο μεγάλης νύχτας του χειμώνα, για ένα λουλούδι που τρύπησε την άσφαλτο της εθνικής, για ένα πρωινό χάδι, για έναν χιονάνθρωπο που δραπέτευσε από τη στενή αυλή μας, μόνο και μόνο για να λιώσει στην άπλα της πλατείας, για το πάθος του πόθου για πάθος, για ένα δευτερόλεπτο που κοιταχτήκατε χθες σε ένα μπαρ, για έναν τυφλό που παίζει σε κάθε διάβαση τη ζωή του κορώνα γράμματα γιατι δε θέλει να μείνει σπίτι, για ένα σπίτι που έχισε μία μόνο αγκαλιά, για μία σκέψη που σε κάνει να χαμογελάς το πρωί όταν ανοίγεις τα μάτια, για όλα αυτά για τα οποία αξίζει κανείς να ζει, για σένα που κατάφερες να διαβάσεις αυτή την ιστορία μέχρι το τέλος.

Μόνο που μπλεγμένος στον ιστό τους δεν ξέρω από που να ξεκινήσω.

Τρίτη, Μάρτιος 25, 2008

Το καλό, το κακό και ο πάτος

Το καλό όταν πιάσεις πάτο είναι πως δεν υπάρχει παρακάτω.

Το κακό όταν πιάσεις πάτο είναι πως υπάρχει μόνο παραπάνω.

Και το άσχημο όταν πιάσεις πάτο είναι πως υπάρχει μόνο ο πάτος.

Δευτέρα, Μάρτιος 24, 2008

Θεατρινό

Είναι ένας ζεστός χειμώνας που αργεί να τελειώσει.

Οι χιονάνθρωποι μεταναστεύουν σιγά σιγά προς πιο ψυχρά κλίματα.

Το νερό το ίδιο, σε μικρότερη κλίμακα.

Σε λίγες μέρες αλλάζει η ώρα.

Μακραίνει το λουλουδάτο φουστάνι της εξήντα πόντους.

Κάποιοι όμως θα δουλεύουν ακόμα μέχρι να νυχτώσει.

Και τα παιδιά θα μετράνε αντίστροφα μέχρι το Πάσχα.

Κι ύστερα μέχρι το καλοκαίρι.

Ο έρωτας παραφυλάει και οι ανυποψιαστοι υποτάσσονται.

Η φύση παραφυλάει και ο άνθρωπος σφυρίζει αδιάφορα.

Ένα αγόρι που φιλάει ένα κορίτσι. Τα δόντια τους ακουμπάνε κι εκείνη ανατριχιάζει λίγο.

Και δυο γάτες που πηδιούνται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εκείνες ανατριχιάζουν πιο πολύ.

Ο ήλιος είναι μεγάλος και λαμπερός, σαν νεογέννητου μωρού το πρώτο του χαμόγελο.

Ο ουρανός που τον κρυφοζηλεύει, απλώνει ακόμη περισσότερο.

Τα σύννεφα τεντώνονται νυσταγμένα.

Και κάποια στιγμή ξεχνάς τα ταπεινά σου προβλήματα και παρατηρείς την ταπεινή σου ύπαρξη μέσα σε τούτη την εαρινή παρασταση.

Ανοίγει η αυλαία και εσύ είσαι σε όποιο σημείο της σκηνής επιθυμήσεις.

Μα αντί για χειροκρότημα το μόνο που ακούς είναι το αχόρταγο γουργουρητό μιας παθιασμένης γάτας.

Κυριακή, Μάρτιος 23, 2008

Επιστήμονος

Οι σοφοί σε ταλαιπώρησαν λίγο, μα η ανάγκη τους για αλήθεια τους βύθισε στη προσμονή. Χρόνια τώρα περιμένουν από τα άστρα την απάντηση για το μέλλον. Κι όμως το κουρασμένο από το ταξίδι φως τους φέρνει μόνο νέα από το παρελθόν. Το φως είναι ο αργοπορημένος ταχυδρόμος του σύμπαντος. Και συνάμα ο πιο γρήγορος. Ζει σ αυτή του την οξύμωρη μοίρα και αγωνιά να γεμίσει τα πάντα στο πέρασμά του. Έχει στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένας αδιάκριτος πεισματάρης επισκέπτης που δε τον διώχνεις με υπονοούμενα.

Σου εκμυστηρεύεται τα κόμπλεξ του. Κόμπλεξ. Δεν είναι τυχαίο το όνομα. Σαν τους μιγαδικούς αριθμούς έχουν το πραγματικό τους μέρος, την φαινομενική αιτία της ύπαρξή τους και το φανταστικό μέρος, την έκταση που θα δώσει ο υπερτιμημένος εγκέφαλος του ανθρώπου. Και φυσικά δε μπορείς να ασκήσεις πάνω τους τις πράξεις των πραγματικών αριθμών, των άλλων εκφάνσεων της ψυχής σου. Δε μπαίνουν σε μια ευθεία αλλά απλώνονται σ’ όλο το καρτεσιανό επίπεδο της σκέψης σου όμοια με το πάθος του φωτός.

Και μέσα σ’ αυτό το παραλήρημα εσύ ακόμα δε μπορείς να ξεπεράσεις το γεγονός ότι το σύμπαν κάποια στιγμή (ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή εσύ θα είσαι μόρια αστρικής σκόνης) θα χαθεί. Δεν έχεις έδαφος να σταθείς στην ανάπτυξη της ανάλυσής σου για τα πάντα. Και όπως φαίνεται ο T.S Elliot κερδίζει με το:

«Αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος, όχι με ένα πάταγο, αλλά με ένα λυγμό»

(ευχαριστούμε τα τηλεσκόπια Hubble, Keck, Sloan Digital Sky Survey για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων)

Οι σοφοί σε ταλαιπωρούν ακόμα. Τουλάχιστον, δεν είσαι επιστήμονος.

Πέμπτη, Μάρτιος 20, 2008

Νύχτα πλατεία

Είμαι στην Πάτρα, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, ανάμεσα σε δυο μικρούς λόφους απο σκουπίδια και πίνουμε μπύρες.

Ένα μικρό παιδί πετάει χαρταετό και ένα πιο μεγάλο φωτογραφίζει το φεγγάρι.

Έχει φως. Περισσότερο από όσο χρειάζεται.

Οι άνθρωποι πάντοτε φοβούνταν το σκοτάδι.

Τώρα, στο σκοτάδι φοβόμαστε τον άνθρωπο.

Και υπερβάλλουμε με φως.

Και χάνουμε τα άστρα.

Όμως είμαι αισιόδοξος, γιατί στην πλατεία έχει ακόμη κόσμο.

Όπως και στα μικρά σκοτεινά δρομάκια.

Κανείς δε βιάζεται να κοιμηθεί απόψε.

Κάποιοι μετράνε τα αμέτρητα σκουπίδια.

Και τα παιδιά πίσω απ΄το φως τα ξεχασμένα άστρα.

Τετάρτη, Μάρτιος 19, 2008

Το σκιάχτρο

Υπάρχει στην άκρη της πόλης μας, ή της νύχτας για τους περαστικούς, ένα σπίτι που θυμίζει σκιάχτρο, που δηλαδή βρίσκεται εκεί για να μας φυλάει από όσους προσπαθούν να κλέψουν κάτι από τα χωράφια που τόσα χρόνια καλλιεργούμε, άλλοι στις ταράτσες, άλλοι στα μπαλκόνια κι άλλοι στα κυριακάτικα τραπέζια μας.

Αυτό το σπίτι έχει μόνο ένα δωμάτιο και το δωμάτιο ένα μόνο κρεβάτι και τίποτα άλλο. Πάνω του είναι ξαπλωμένο ένα μωρό, που δεν μπορείς να καταλάβεις αν είναι αγόρι ή κορίτσι, αλλά είσαι σίγουρος πως είναι το παιδί του ανθρώπου και νιώθεις την ελπίδα όταν το κοιτάς, ή ακόμη κι όταν το ακούς να κλαίει.

Κάθε ξένος που επισκέπτεται την πόλη περνάει έξω ακριβώς από αυτό το σπίτι και τότε, μόνο τότε, το μωρό μιλάει και του λέει με καθάρια, αλλόκοτη φωνή να ανοίξει την πόρτα και να μπει μέσα. Μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει παρακούσει, όλοι οι ξένοι αμέσως μπαίνουν μέσα. Τότε εμείς τους ακούμε να φωνάζουν τρομαγμένοι, ή να κλαίνε, ή να βγάζουν άλλους ήχους που θυμίζουν περισσότερο ζώα παρά άνθρωπο.

Κάποιοι βγαίνουν αμέσως έξω και δεν τολμούν να πατήσουν ποτέ ξανά στην πόλη μας. Κάποιοι άλλοι τρελαίνονται, κάποιοι βγαίνουν βουβοί και γερασμένοι, οι περισσότεροι φεύγουν χωρίς πολλές κουβέντες. Υπάρχουν όμως και μερικοί που συνεχίζουν το δρόμο τους και έρχονται τελικά στην πόλη.

Κανένας όμως ποτέ δε μίλησε για το σπίτι αυτό, για το μωρό και για όσα γίνονται εκει μέσα. Μόνο μια φορά ενάς γυρολόγος από το βορρά, μεθυσμένος και με άγρια όψη στα μάτια, ζήτησε ένα κερί κι ένα μαχαίρι, κι αφού σφράγισε τα μάτια του με βουλοκέρι, έκοψε τον αριστερό του δείκτη και φώναξε κοιτάζοντας και δείχνοντας με αίμα το φεγγάρι.

"Γιε μου και κληρονόμε μου, μονάχα στάχτη αφήνω".

Κι ύστερα απο αυτό, όσοι τον άκουσαν κυριεύτηκαν από μία ανεξήγητη μανία και άναψαν μια φωτιά μεγάλη και έκαψαν το σπίτι αυτό, μα μέσα στις φλόγες δεν άκουσαν κλάμα μωρού. Δεν άκουσαν τίποτα απολύτως, λες και οι φλόγες έχασαν τη λαλιά τους, μέχρι που τους συγκλόνισε ένας εκκωφαντικός θόρυβος από κραυγές οδύνης πίσω τους και γύρισαν και είδαν την πόλη μας να καίγεται.

Δεν έμεινε απολύτως τίποτα, μονάχα μια πεδιάδα γκρίζα στρωμένη από στάχτη και κόκκαλα και ένας άνεμος που θύμιζε το κλάμα ενός μωρού παιδιού. Ή καμιά φορά όταν χάραζε το γέλιο του. Και κάθε άνοιξη, την πρώτη βδομάδα του απρίλη, φυτρώνει ένα παράξενο λουλούδι, ασχημοθώρητο, που οι παππούδες μας το λέγαν σκιάχτρο και οι γιαγιάδες μας το πότιζαν με γάλα.

Τρίτη, Μάρτιος 18, 2008

Πηθική

Ένας πίθηκος ρώτησε κάποτε τον Άγιο Γνώστη τι είναι ηθική.

"Δεν μπορώ να σου πω, γιατί είσαι ζώο".

Εκείνος του απάντησε.

Ύστερα πέρασαν τα χρόνια και ο πίθηκος έγινε άνθρωπος.

Ρώτησε ξανά τον Άγιο Γνώστη τι είναι ηθική.

"Δε θα καταλάβεις, γιατί είσαι άνθρωπος".

Εκείνος του απάντησε.

Ύστερα πέρασαν κι άλλα χρόνια και έγινε κι εκείνος Άγιος.

Λίγο πριν πεθάνει ξαναβρήκε τον Άγιο Γνώστη και τον ρώτησε ως ίσο προς ίσο.

"Τι νόημα έχει τώρα πια, αφού απόψε θα πεθάνεις;"

Ο Άγιος έφυγε χασκογελώντας.

Τετάρτη, Μάρτιος 05, 2008

λίγο πριν την τελευταία τζούρα

Ανάσκελα.

Καπνίζεις με κλειστά τα μάτια και προπαθείς να φτιάξεις με το μυαλό σου μια εικόνα.

Είναι μια εικόνα σχετικά απλή.

Προσπαθείς να δεις τον εαυτό σου ανάσκελα να καπνίζει με κλειστά τα μάτια.

Όμως δεν μπορείς.

Αντί για αυτό βλέπεις έναν άσπρο τοίχο.

Ύστερα καταλαβαίνεις πως είναι το ταβάνι.

Ύστερα καταλαβαίνεις πως τα μάτια σου είναι ανοιχτά.

Και στο τέλος καταλαβαίνεις πως κάποιος προσπαθεί να σε δει με το μυαλό του, να είσαι ανάσκελα και να κοιτάζεις το ταβάνι.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 29, 2008

Στην Πισίνα

Ετοιμάσου! Σαν κολυμβητής στον βατήρα του τώρα, περιμένεις τη πιστολιά του αφέτη – αναπάντεχου για να βουτήξεις στη πισίνα του μέλλοντος, βαθιά και σκούρα (σαν τα πράγματα).

Έτσι καμπουριασμένος καθώς είσαι δε την έχεις πάρει και με καλό μάτι. Το κακό το μάτι όμως έχεις μάθει να το αποφεύγεις και καθώς προσπαθείς να τα συγχρονίσεις θαμπώνει η όραση σου. Ξέρεις ότι τα γυαλάκια της ρουτίνας θα στα προσέχουν σαν τα μάτια τους ενώ το σκουφάκι της λήθης θα κρατήσει στεγνό - καθαρό το μέτωπο σου μέχρι να βγεις.


Πάρ’ το απόφαση. Μέχρι να καταφέρεις να εστιάσεις η πισίνα θα αδειάσει για συντήρηση. Και επειδή ούτε με τη συντήρηση τα πας καλά, θες να προοδεύσεις.(όχι τη κλασσική πρόοδο – κάτι σε πιο jazz) Και ετοιμάζεσαι.


Η αναμονή σε σκοτώνει. Σαν να ρίχνει βουβές πιστολιές στο κεφάλι σου. Το ξέρεις όμως ότι κάποια στιγμή θα ρίξει, δε μπορεί. Και έχεις πιαστεί κιόλας έτσι σκυμμένος.Αν δεν ήταν κι ο Μέρφι θα σηκωνόσουν να ξεπιαστείς λίγο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκτονία. Σαν να ανάβεις τσιγάρο περιμένοντας το λεωφορείο. Μαλάκα Μέρφι!


Μετά ξεχνιέσαι λίγο κοιτώντας τα δάχτυλα του ποδιού σου. Μα πως είναι έτσι στραβά! Την όραση σου εμποδίζει και το αίμα που στριμώχνεται στο κεφάλι σου για να έχει καλύτερη θέα. Όλα μαζί, τα ερυθρά αιμοσφαίρια στήνουν πανηγύρι:

- Ρε πως είναι έτσι τα δάχτυλα των ποδιών του ρεεεεε!

- Ακούτε χωριανοιιιί!

- Ψαρεύεις κιόλας με το μεσαίο;

- Πάρ’ το αλλιώς φίλεεεε!

- Σαν να μην έχουν αποφασίσει αν θα ακολουθήσουν το πόδι ή θα την κάνουν στη πρώτη γωνία…


Εσένα σου έχει ανέβει το αίμα στο κεφάλι (και μεταφορικά) μ’ όλα αυτά. Ρίξε επιτέλους, ζαλίζομαι! Τα ερυθρά αιμοσφαίρια χορεύουν πλέον pogo στο κεφάλι σου και ετοιμάζουν να φτιάξουν και ιστοσελίδα για τα δάχτυλά σου. Ζαλισμένος γέρνεις μπροστά και από το φόβο μην πέσεις πρόωρα και ξεφτιλιστείς, κάνεις απότομα πίσω, καταλήγοντας στο σκαλάκι της αναμονής.


Το μπαμ φυσικά ακούγεται την ίδια στιγμή. Δε θα έπεφτες ούτως ή άλλως. Αντίθετα ξαπλώνεις, γυρνάς το κεφάλι κατά τις εξέδρες και βλέπεις εκεί τους συνταξιδιώτες σου. Πειρατές, κακοποιοί και τρελοί χειροκροτούν και γελούν δείχνοντάς σε. Γελάς και εσύ και απολαμβάνεις τον παιδικό σου εφιάλτη σαν να τανε η πιο καλοστημένη φάρσα.


Καπετάνιε, πριν βουτήξεις, ζήσε στο μυαλό σου τα γλέντια μ' αυτούς που σε προπόνησαν γι' αυτή τη στιγμή.