ο γιατρός














Τα χρόνια εκείνα, τη μέρα οι πολυκατοικίες έκρυβαν για τα καλά το φως του ήλιου, ενώ τη νύχτα οι ηλεκτρικές λάμπες ίσα που έφεγγαν στους δρόμους και τα στενά. Έτσι, μπορούμε να πούμε, πως τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι ζούσαν όλη τη ζωή τους στο μισοσκόταδο, ή στο μισόφως αν προτιμάτε, και αυτό γεννούσε τις πιο περίεργες ιστορίες. Ιστορίες που σπάνια μάθαινες το τέλος τους. Η ιστορία του δρ. Μπανκς, του καρδιογιατρού, όπως τον αποκαλούσαν είναι μία από αυτές.

Ο Εστεμπάν την ήξερε πολύ καλά. Είχε ακούσει για τις γυναίκες με το ανοιγμένο στέρνο και τα λευκά ρουφηγμένα πρόσωπα, για τις γυναίκες που ο γιατρός είχε αρπάξει την καρδιά τους, μες στο μισοσκόταδο. Είχε ακούσει για τον γιατρό που γύρευε την καρδιά για να ταιριάξει στο σώμα της γυναίκας που είχε χάσει πριν χρόνια και με τρόπο άγνωστο στους ανθρώπους της πόλης είχε καταφέρει να κρατήσει ζωντανό μέχρι σήμερα. Είχε ακούσει, ναι, όλοι το είχαν ακούσει, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως θα ερχόταν η στιγμή που ο γιατρός θα γλιστρούσε στη δικιά του κρεβατοκάμαρα, στη νυχτικιά της δικιάς του αγαπημένης και θα εξαφανιζόταν με την καρδιά της στα χέρια του πριν προλάβει εκείνος να κάμει οτιδήποτε.

Λένε πως έρχεται μια στιγμή ακριβώς πριν πεθάνει ο άνθρωπος που κρατά όσο το ανοιγόκλεισμα των ματιών του. Όμως για τους ερωτευμένους ο χρόνος είναι αλλιώτικος. Ο Εστεμπάν κοιτούσε στα μάτια την Σάρα τρέχοντας για το νοσοκομείο και ο χρόνος έλιωνε ολόγυρα τους σαν ζεστό βούτυρο. Κι εκείνη δεν τα έκλεινε, μονάχα τον κοιτούσε, μέχρι που έφτασαν εκεί, μέχρι που έφτασαν στο παλιό νοσοκομείο κι ένας νοσοκόμος με βρώμικη ποδιά την έβαλε στο μηχάνημα.

«Μπορεί να ζήσει για μια μέρα στο μηχάνημα. Μία μέρα όχι παραπάνω», του είπε και σκάλισε τη μύτη του.

Ο Εστεμπάν δεν είπε τίποτα. Μονάχα τη φίλησε στα χείλια, ανάμεσα σε πλαστικούς σωλήνες και καλώδια, και έφυγε για να φέρει πίσω την καρδιά της.

«Που θα βρω τον Καρδιογιατρό;», ρώτησε τη Γιόγκι τη γριά που πουλούσε σκουπίδια στο τέλος του δρόμου κι εκείνη του έδειξε προς τα πάνω. Ο Εστεμπάν ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας μέχρι που έφτασε στην ταράτσα και τράβηξε την παλιά ζαρωμένη πόρτα με όλη του τη δύναμη. Το φως του ήλιου τον τύφλωσε.

Περπάτησε αργά, με το ένα χέρι μπροστά στο μέτωπο, προς τη φιγούρα που στεκόταν δίπλα στο περβάζι. Ο άντρας ήταν ψηλός και λιγνός κι όμως η καπαρντίνα του σερνόταν στο τσιμέντο. Τα δάχτυλα του ήταν λεπτά και γαμψά, όπως και η μύτη του. Πάνω της ισορροπούσε ένας συρμάτινος σκελετός γυαλιών με τους φακούς γεμάτους γρατζουνιές. Θύμιζε αρπαχτικό και η φωνή του ίδια με κρώξιμο.

«Θα σε βοηθήσω να βρεις αυτόν που ψάχνεις αν με βοηθήσεις να βρω αυτό που ψάχνω».

Κι ο Εστεμπάν τον βοήθησε. Όταν ξανανέβηκε στην ταράτσα, ο ήλιος δεν τον τύφλωσε, είχε μόλις βασιλέψει. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε το χέρι ενός παιδιού, το αρπαχτικό χαμογέλασε. Τα δόντια του ήταν κίτρινα, η γλώσσα του στεγνή. Πήρε το μικρό παιδί κοντά του.

«Στο παλιό τρελάδικο είναι, πάρε μαζί σου κάτι για τα σκυλιά».

«Αυτό κάνει;», ο Εστεμπάν του έδειξε το παλιό μαυρισμένο του ρεβόλβερ. Τον πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος. Το παιδί ούρλιαξε από τον πόνο. Μια από τις σφαίρες στο δρόμο της είχε διαλύσει τα δάχτυλα του. Ο άντρας όμως δεν έβγαλε τον παραμικρό ήχο. Ήταν άφαντος.

Ο Εστεμπάν έριξε μια ματιά στην άκρη του περβαζιού κι ύστερα ξεκίνησε για το εγκαταλειμμένο τρελάδικο. Πίσω του τον ακολούθησε ένα ισχνό ποτάμι από αίμα, που όταν πέρασε τη γκρεμισμένη μάντρα του τρελοκομείου έγινε λίμνη, ή λίμνες αν θέλετε. Τα σκυλιά του γιατρού σπαρτάρισαν για λίγο κι ύστερα ξεψύχησαν αλυχτώντας. Το παιδί έμεινε από πάνω τους να τα χαϊδεύει.

Ο Εστεμπάν προχώρησε στο κεντρικό κτίριο κι όταν μπήκε μέσα απόμεινε να κοιτάζει παραξενεμένος. Ο γιατρός ήταν εκεί, να τον περιμένει σα να μη συμβαίνει τίποτα. Όμως συνέβαινε. Ο αέρας ήταν βαρύς, η μυρωδιά περίεργη. Το φως λίγο, λίγο λιγότερο, έσβησε. Ο Εστεμπάν τα σκέφτηκε όλα αυτά, κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει, κατάλαβε πως το αρπαχτικό είχε προειδοποιήσει το γιατρό. Όμως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ένα χρυσάνθεμο που κάποτε της είχε χαρίσει.

Το πρώτο πράγμα που είδε μόλις άνοιξε τα μάτια του ήταν το πρόσωπο του γιατρού. Τα μάγουλα του ήταν σκαμμένα, τα γένια του αξύριστα και τα μάτια του γαλάζια. Κάποτε θα ήταν ένας ωραίος άντρας, τώρα έμοιαζε με ίσκιο. Όμως τα μάτια του αχτινοβολούσαν. Ήταν τα μάτια ενός άντρα ερωτευμένου. Μάτια γεμάτα προσμονή και έπαρση, μάτια που είχε κάποτε αντικρύσει στον καθρέφτη του σπιτιού του.

«Μέσα μου πάντοτε το ήξερα. Η καρδιά που τελικά θα ταίριαζε στην καλή μου, θα ήταν μια καρδιά ερωτευμένη, μια καρδιά που κάποιος θα διεκδικούσε πίσω. Όταν άκουσα πως πρόφτασες να την πας στο μηχάνημα, ήμουν σίγουρος πως σύντομα θα σε συναντούσα. Όμως τώρα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Η καρδιά της είναι πια δεμένη με άλλο σώμα».

«Δεν ήρθα για να πάρω πίσω την καρδιά της. Η Σάρα μου έχει πεθάνει εδώ και ώρες. Πέθανε μόνη, καρφωμένη σε ένα κονσερβοκούτι, που κάποιος ξέχασε να επισκευάσει», το στόμα του ήταν μουδιασμένο, τα λόγια σέρνονταν στα χείλια του μαζί με σάλια και χοντρές στάλες ιδρώτα.

Ο γιατρός σήκωσε ένα βλέφαρο.

«Ήρθες για να με εκδικηθείς λοιπόν; Χα! Θα έπρεπε να γνωρίζεις καλύτερα πως η εκδίκηση στρέφεται τελικά σε αυτούς που την επιζητούν. Σε λίγο θα με δεις αγκαλιά με τη γυναίκα μου. Τι τραγικό! Θα είναι η τελευταία εικόνα που θα έχεις από εμένα. Αναρωτιέμαι αν για την υπόλοιπη ζωή σου θα...»

«Πιστεύεις πως τη μνήμη τη βαστά το σώμα ή η καρδιά, γιατρέ;»

«Αχ φτωχέ μου Εστεμπάν! Ως πότε πια θα αναζητάς την ελπίδα; Μα είναι δυνατόν να ελπίζεις πως η καρδιά της αγαπημένης σου θα...»

Αυτή τη φορά δεν ήταν ο Εστεμπάν που τον διέκοψε, αλλά ένας ξαφνικός πυροβολισμός. Ο γιατρός σωριάστηκε στο πάτωμα. Πίσω του το παιδί με το ματωμένο χέρι, πέταξε το ρεβόλβερ στο πάτωμα κι έτρεξε στην αγκαλιά του Εστεμπάν. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία, το πήρε για άλλη μια φορά από το χέρι και πλησίασε τρεκλίζοντας τη γυναίκα που έμοιαζε να κοιμάται στην άλλη μεριά της κάμαρας.

Λες και ένιωσε την παρουσία του δίπλα της, άνοιξε τα μάτια. Η φωνή της έφτασε αδύναμη στα αυτιά του.

«Ποιος είσαι εσύ;»

«Ποια είμαι εγώ;»

Χάιδεψε τα καστανά της τα μαλλιά, το απαλό, ζεστό της δέρμα και τις άκρες των δαχτύλων της.

«Σσσσς, ξεκουράσου. Ο δρόμος είναι μακρύς κι η μέρα ξημερώνει» της είπε και τη φίλησε.

Κανείς δεν έμαθε τι έγινε κατόπιν. Μόνο καμιά φορά, τις νύχτες που πέφτει το ρεύμα κι η πόλη βυθίζεται στο κατασκόταδο, ακούς το αρπαχτικό να σέρνει τα πόδια του και να κλαψουρίζει για μία συμφωνία που κάποιος δεν του τήρησε. Αν ποτέ το ακούσεις κι εσύ έξω από την πόρτα σου μέσα στη νύχτα μη φοβηθείς καθόλου. Γιατί αυτό σημαίνει πως κρατάς ακόμη ξύπνιο το μικρό παιδί μέσα σου κι ας του λείπουν και μερικά δάχτυλα.

Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα.

3 1στ0ρ13ς















Λένε πως τα σαλιγκάρια κουβαλάνε το σπίτι τους στη ράχη τους.


Τον είδα να φυσάει τη μύτη του στο μετρό και το μαντήλι του να γεμίζει αίμα.


Χόρευαν μες στη βροχή, πιασμένες σε κύκλο, χόρευαν και τα άσπρα τους φορέματα νικούσαν το σκοτάδι.

Συνήθως όταν έγραφε όλα τα έφερνε μια εικόνα. Πρώτα την έκανε χάζι, φορούσε τα γυαλιά του χειρούργου και την παρατηρούσε προσπαθώντας να βρει τα μυστικά που κρύβει πίσω από την πλάτη της. Ή ακόμη καλύτερα, μέσα στην πλάτη της. Ύστερα όταν την καταλάβαινε, όταν νόμιζε ότι την είχε καταλάβει, την έβαζε στο κέντρο του μυαλού του και έχτιζε ολόγυρα της ένα πηγάδι. Το έχτιζε, το έχτιζε, μέχρι να σταματήσει πια να την βλέπει. Μέχρι το σκοτάδι να την πάρει από μπροστά του. Και τότε ήρεμος πια την αποχαιρετουσε και έπινε ένα ποτήρι φτηνό κονιάκ.

Απόψε από τις τρεις, δεν ήξερε ποια να διαλέξει.

Παρατηρούσε από την άκρη του δρόμου τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν χοντρές και αργοπορημένες, η μία μετά την άλλη στο οδόστρωμα και να ανατινάζονται ανάμεσα στα σαλιγκάρια. Θυμήθηκε το σπίτι του. Το κουβαλούσε πάντα μέσα του, το σπίτι του και πάντοτε τον βάραινε η ανάμνηση όλων εκείνων των οικείων πραγμάτων, που ο χρόνος του είχε στερήσει.

Έβηξε.

Ο πόνος απλώθηκε στο στέρνο σαν σφυριά. Το αίμα τινάχτηκε από το στόμα του, σε μικρές ομοιόμορφες σταγόνες που χόρεψαν για μια στιγμή με εκείνες τις βροχής. Έβγαλε το μαντήλι του να σκουπιστεί, αλλά του γλίστρησε, το πήραν τα λασπόνερα. Κοίταξε μέσα τους, κι εκτός από σαλιγκάρια και διαλυμένο αίμα είδε το πρόσωπο του.

Περπάτησε κάμποση ώρα μες στη βροχή.

Στην παιδική χαρά, παίζαν και γελούσαν τρία μικρά κορίτσια. Παίζαν και γελούσαν και έβρεχε, βροντούσε και άστραφτε. Και ο κόσμος χάλαγε ολόγυρα τους, αλλά εκείνα παίζαν και γελούσαν και άστραφταν. Και όλα μέσα του ηρέμησαν. Η ομορφιά απλώθηκε στο κορμί του ζεστή και οικεία.

Κάθισε δίπλα στη γρια με την ομπρέλα που τα πρόσεχε.

"Κάποτε", του είπε δίχως να πάρει τα μάτια της από πάνω τους, "ήταν ένας βασιλιάς που αγαπούσε πάρα πολύ τη βασίλισσα του. Έκανε τα πάντα για εκείνη και από το φόβο του να μη τη χάσει έχτισε πανύψηλα τείχη γύρω από το κάστρο του. Όμως, σκέφτηκε, τα τείχη γκρεμίζονται, για αυτό έφτιαξε ένα κάστρο ακόμη μεγαλύτερο, με χίλιες κάμαρες και χίλιες κλειδωνιές. Όμως, σκέφτηκε, οι κλειδωνιές ανοίγονται, για αυτό βρήκε ένα μέρος μυστικό κι άνοιξε ένα βαθύ πηγάδι. Κι εκεί την έκλεισε. Τόσο βαθειά που ούτε να τη δει μπορούσε, ούτε να την ακούσει. Τότε μονάχα ηρέμησε, τότε μονάχα μπόρεσε να ξεκουραστεί και η αγάπη του για αυτή να τον ικανοποιήσει".

"Και η βασίλισσα τι απέγινε;"

"Χάθηκε για πάντα σε εκείνο το πηγάδι, μα πριν ακόμα να την πάρει η νύχτα, πρόλαβε και του έκανε τρεις κόρες. Κι εκείνες ζουν ακόμη μες στο πηγάδι. Εκεί κάτω μόνο τα σαλιγκάρια τους κρατάνε συντροφιά και όταν βρέχει, καμιά φορά, τα λασπόνερα τους φέρνουν το βρώμικο μαντήλι που 'χασε κάποιος διαβάτης. Εκείνες τότε το μαζεύουν και το φυλάνε με αγάπη, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως εκει πάνω υπάρχει κάποιος, που αυτό που άθελα του μέσα στην μπόρα έχει χάσει, μέσα σε άλλη μπόρα μια μέρα θα έρθει να γυρέψει".

Γύρισε να ξαναρωτήσει κάτι τη γριά, αλλά εκείνη είχε χαθεί.

Στο παγκάκι δίπλα του, βρήκε μονάχα το μαντήλι του, ξεπλυμένο από όλη τη μανία της βροχής.

μία μέρα












Όταν ο εξηνταεφτάχρονος Πιέδρο Βερακρούς ερωτήθηκε από τον εικοσάχρονο ανιψιό του, πως νιώθει που όλο το σόι του τον κατηγορεί για την άσωτη ζωή που έκανε, για τους δύο γάμους που δεν οδήγησαν σε ποτέ σε απόγονο, για την περιούσια που δεν κατάφερε να δημιουργήσει ενώ θα μπορούσε και τις ευκαιρίες που τόσο ανώδυνα σπατάλησε, πήρε μια βαθιά ρουφηξιά από το ρούμι του και του διηγήθηκε την εξής ιστορία:

«Ήταν μια μέρα που ξύπνησα μεσημέρι όπως το συνήθιζα τότε στην ηλικία σου. Με ξύπνησε ο Χαμόν, ο φίλος μου από την Τριστέζε. Είχε έρθει στην πόλη για να αγοράσει παπούτσια και καθώς τα παπούτσια είναι πάντα μια σπουδαία υπόθεση, ξεκινήσαμε μαζί να πάμε στο μαγαζί του Μουγγού, που τότε έφερνε τα καλύτερα λαθραία σε όλη την ακτή. Στο δρόμο βρήκαμε το Μιγκέλ το Μαύρο, καθίσαμε για λίγο στο καφενείο που έπαιζε κιθάρα και ήπιαμε τα πρώτα τσάδος της ημέρας.

Συνεχίσαμε για το μαγαζί του Μουγγού, αλλά λίγο πιο κάτω πέσαμε πάνω σε μια αυτοσχέδια κοκορομαχία. Δεν ήθελε πολύ, ο Χαμόν, έπαιξε τα λεφτά που του έδωσε η νόνα του για τα παπούτσια στο αστείο κοκκόρι με το γυναικείο παρατσούκλι και εγώ ότι μου είχε δώσει η μάνα μου για τα ψώνια του σπιτιού. Είχε βλέπεις το όνομα της φιλενάδας του Χαμόν και αυτό το θεωρήσαμε σπουδαίο οιωνό. Πόσο δίκιο είχαμε! Εκείνη τη μέρα η Φελισίτα μάδησε έξι κοκκόρια στη σειρά και εμείς φύγαμε τραγουδώντας με το αμύθητο ποσό των εξακοσίων πέσος. Η τύχη μας χαμογελούσε.

Γυρίσαμε σπίτι, πλυθήκαμε, αλλάξαμε και πήραμε δύο φίλες του Μιγκέλ να πάμε στο καζίνο. Σταματήσαμε στην πλατεία, φάγαμε στο Μπομποδένας, που τότε ήταν στις δόξες του και μόλις έπεσε ο ήλιος μπήκαμε όλοι μαζί στη γεμάτη σάλα του μοναδικού καζίνου του Νότου. Οι ρουλέτες γυάλιζαν, οι κρουπιέρηδες έκαναν τα ταχυδακτυλουργικά τους, οι μάρκες έφτιαχναν σωρούς για να γκρεμιστούν στη συνέχεια. Εκείνη τη νύχτα η στρογγυλή κυρά μας μάδησε, όπως κάνει κάθε γυναίκα που αγαπά τον εαυτό της: δίχως έλεος. Τα κορίτσια φύγανε πρώτα κι ύστερα, αφού είδαμε και την τελευταία μάρκα μας να εξαφανίζεται, φύγαμε κι εμείς βλαστημώντας τους περίεργους. Η τύχη μας είχε μουντζώσει.

Καταλήξαμε στο μπαρ του Μάουρο, το μόνο μέρος που μπορούσαμε να πιούμε ένα τσάδος τσάμπα. Δεν είχε κόσμο, όπως πάντα τέτοια ώρα. Ο Χαμόν σιγοτραγουδούσε μαζί με το γραμμόφωνο και εγώ πάλευα να στρίψω το τελευταίο μου τσιγάρο.

Ήμασταν άφραγκοι, αλλά ήταν μια ωραία μεγάλη μέρα».

το αγόρι και η θάλασσα














Έφτασε στη μεγάλη πόλη μέσα σ’ ένα βαπόρι που έτριζε.

Ήταν ακόμη αγόρι, όταν τον έστειλαν οι γονείς του να σπουδάσει, κι ας μην ήθελε εκείνος να φύγει από το νησί. Έτσι άφησε το βότσαλο, που είχε για σπίτι και τρύπωσε σε ένα μικρό υπόγειο, κρύφτηκε σχεδόν, μες στον αχό του κόσμου και των αυτοκινήτων. Και σπούδαζε να γίνει φαρμακοποιός.

Και του ‘λειπε η θάλασσα.

Πέρασαν δυο χρόνια, συνήθισε την πόλη, ξέχασε το βότσαλο που είχε για σπίτι. Από το υπόγειο έφυγε, βρήκε ένα δώμα σε μια ταράτσα κι έτσι έζησε στην άλλη άκρη της πόλης. Μέσα σε ένα δάσος από κεραίες και αμέτρητα πλαστικά πουλιά. Ξέχασε τους φίλους του πίσω στο νησί και το κορίτσι που θα αγάπαγε για πάντα.

Μα η θάλασσα ακόμη του ‘λειπε.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Έφυγε από την ταράτσα, έμεινε στο κέντρο, σε διαμέρισμα κοντά στους ανθρώπους της μεγάλης πόλης. Σαν να είχε γίνει κι αυτός ένας από αυτούς. Και η τηλεόραση έπαιζε κάθε μέρα και οι σπουδές τελειωμό δεν είχαν και οι κοπέλες με τα αδιάβροχα και τις αφέλειες του χαμογελούσαν.

Κι όμως κάτι τον ενοχλούσε, κι ας μην ξέρει τι.

Μέχρι, που ένα πρωινό κατέβηκε στο λιμάνι για μια δουλειά. Άνοιξη ήταν, ο ήλιος χοροπηδούσε στους καθρέφτες των αυτοκινήτων και στα φρεσκοπλυμένα περίπτερα. Χοροπηδούσε και στη λερωμένη θάλασσα. Και τα καράβια έρχονταν και ‘φεύγαν, άλλα φορτωμένα κι άλλα άδεια και ο κόσμος περπατούσε ως συνήθως αμίλητος ανάμεσα τους.

Και η ενόχληση του έγινε πιο έντονη, χωρίς να ξέρει το γιατί.

Τέλειωσε με τη δουλειά του, πήγε να φύγει. Κοντοστάθηκε. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες στοίβες από σπίτια ήταν καταχωνιασμένο ένα αλλόκοτο εργαστήρι. Ήτανε λες και το είχανε πλακώσει, ήτανε σαν μια ετοιμόρροπη σπηλιά. Το αγόρι, που τώρα ήταν άντρας πια σχεδόν, ήξερε πολύ καλά τι ήταν αυτό το εργαστήρι.

Και ξάφνου, όλα τα θυμήθηκε και πρώτα από όλα τον παππού του, το γέρο-μάστορα.

Μπήκε μέσα. Μύριζε σκουριά και λειωμένο τσίγκο, ψυχή δεν είδε, μέχρι που συνήθισαν τα μάτια του και είδε το γέροντα που έφτιαχνε τα ψαροκάικα. Γυρτό σε μια καρέκλα, μισοκοιμισμένο, μισοπεθαμένο, ποιος ξέρει; Ναυαγό στη μεγάλη πόλη, τον ξέβρασε η μαύρη θάλασσα πριν χρόνια. Έφτιαχνε βάρκες και καΐκια από παλιοσίδερα και κονσερβοκούτια, μπάλωνε τα παλιοσίδερα, κόλλαγε τις λαμαρίνες. Σμίλευε τα σκουριασμένα σωθικά της πόλης.

«Θέλω δουλειά».

Άφησε τις σπουδές, άφησε τα φάρμακα και τις αρρώστιες, δούλευε δίπλα στο γέρο. Άφησε και το σπίτι, κοιμότανε εκεί. Έκανε το σκοτεινό ταβάνι του ουρανό και τα φώτα των δρόμων αστερισμούς του νότου. Δούλευε και τα χέρια του γελούσαν κι ας ματώναν. Δούλευε κι άκουγε το κάλεσμα των γλάρων πίσω από τα αυτοκίνητα.

Και ο γέροντας σιγοτραγουδούσε.

Έκατσε δίπλα στο γέροντα κάμποσα χρόνια, από τα χέρια του πέρασε κάθε λογής πλεούμενο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει πίσω στο βότσαλο του, τον αποχαιρέτισε και χωρίς να κοιτάξει δεύτερη φορά πίσω έφυγε. Εκείνο το πρωινό, θυμήθηκε τη μέρα που ήρθε, αγόρι ακόμη, σε τούτο το λιμάνι. Θυμήθηκε την πρώτη ματιά της πόλης, το μουρμουρητό του κόσμου, τα μάτια που έκρυβαν τόσα γυαλιά ηλίου. Θυμήθηκε το βαπόρι που έτριζε.

Εκείνο το πρωινό, έφυγε από τη μεγάλη πόλη μέσα σ’ ένα σκαρί δικό του.

Και το επόμενο, ο γέρο-μάστορας πέθανε χαμογελώντας.