Πέμπτη, Ιούνιος 18, 2009

καλός καιρός

Ταράτσα.

Φυσάει λίγο, κάνει ζέστη.

Λυκόφως και στο βάθος ο Λυκαβητός.

Νυχτοπεταλούδες τριγυρίζουν ανάμεσα στη λάμπα και στο ψάθινο καπέλο της.

Καλοκαίρι, αλλά ο αέρας δε μυρίζει θάλασσα.

Όχι ακόμη.

Το φεγγάρι προσπαθεί να βγει.

Οι πολυκατοικίες δεν το αφήνουν. Το πιέζουν προς τα κάτω.

Εκείνος σου κάνει πατητές στα ρηχά, κι όμως εσύ δεν πατώνεις.

Ξανανοίγεις τα μάτια σου και παρατηρείς: ο βυθός είναι στη θέση του.

Η θάλασσα ανέβηκε.

Γέμισε τους δρόμους και τα στενά κι έφτασε μέχρι τα κάγκελα.

Δίπλα στα πόδια σου ένας αστερίας.

Και στην κεραία απέναντι σου μπλεγμένος ένας πράσινος κισσός.

Την άνοιξη τη φέρνουν λένε τα χελιδόνια.

Το καλοκαίρι ο άνθρωπος που έχεις δίπλα σου.

Παρασκευή, Μάϊος 08, 2009

Πάρτη επί τέλους

Επειδή σε κάθε αρχή καραδοκεί κι από ένα τέλος.

Ή για τους αισιόδοξους φίλους μας σε κάθε τέλος γεννιέται και μια αρχή.

Την Παρασκευή 15 Μαΐου γιορτάζουμε το τελευταίο επεισόδιο των 9 ευρώ στο Bar Gush, Ιωνος Δραγούμη 58, περιοχή Χίλτον, απέναντι από το Caravel.

Πάρτη κι έλα.

Ή πάρτον κι έλα.

Να πιούμε ένα σφηνάκι.

Εξάλλου τι (ιπ)πότες είμαστε;

Τρίτη, Απρίλιος 28, 2009

αντιβαρύτητα

Πετάς την πέτρα και φεύγει προς τα πάνω.

Το μπαλόνι κρέμεται ανάμεσα στα πόδια σου.

Μπερδεύσαι, σκοντάφτεις και πέφτεις.

Προς τα πάνω.

Τα σύννεφα σοβαρά και γκρίζα σε κοιτάζουν μα δε σε βοηθάνε.

Περιμένουν μονάχα την ώρα της βροχής.

Και καθώς τα προσπερνάς και αυτά, μένει μονάχα ο ουρανός.

Η ατελείωτη προσμονή της πρόσκρουσης.

Το πιο σκληρό πάτωμα είναι αυτό που δεν υπάρχει.

Παρασκευή, Μάρτιος 20, 2009

exit τάσεις

Σε 4 ώρες δίνεις εξετάσεις. Μάλλον θα είναι οι τελευταίες τις ζωής σου. Λένε.

Εκείνη σου είπε πως όλη της τη ζωή θυμάται να δίνει εξετάσεις. Γιατι να είναι αυτή η τελευταία;

Και σκέφτεσαι

αν έτσι είναι τα πράγματα, ή εσύ θες να τα νιώθεις έτσι. Αν προτιμάς από εξεταστής να είσαι εξεταζόμενος, γιατί δεν έχεις το θάρρος της ευθύνης ή ίσως γιατί δεν θες στα χέρια σου τον έλεγχο. Αν τελικα από τη δράση πιο πολύ προτιμάς την αντίδραση και από τη μοναξιά της έδρας, την ανωνυμία που κάθεται πίσω από τα θρανία.

Όλα αυτά σκεφτόσουν και στην τηλεόραση παίζει ένα σήριαλ τσέχικο - ωστέ κάνουν κι οι τσέχοι σήριαλ? - και ο πρωταγωνιστής σε κάποια στιγμή έντασης δηλώνει, με τη βεβαιότητα που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που πιστεύουν ακόμη πως στο σύμπαν υπάρχει κάποια νομοτελειακή δικαιοσύνη:

"Ότι κι αν γίνει Φρανκ, η αλήθεια θα λάμψει".

Και το μυαλό σου ταξιδεύει σε έναν άλλο τσέχο Φρανκ.

Συγγραφέα.

Που τους ήρωες του τυρανούσε με εξετάσεις ασταμάτητες κι έτσι αναρωτιέμαι

αν είναι κι οι εξετάσεις ένας τρόπος αναζήτησης της αλήθειας. Αν δοκιμάζουμε έτσι την τον τρόπο αντίδρασης των άλλων, ώστε να ανακαλύψουμε κατά πόσο εκείνος πληροί τα δικά μας (υποκειμενικά) κριτήρια, που βέβαια στη συνέχεια αντικειμενικοποιούμε για να πειστούμε πως πρόκειται για την αλήθεια. Αν τελικά εξεταστής και εξεταζόμενος είναι συνεργάτες, ή πιο σωστά συμμέτοχοι, σε μια ακούσια διαστροφή της πραγματικότητας (όπως και είναι κάθε αναζήτηση της αλήθειας) με σκοπό τελικά την ταπείνωση του ενός εκ των δύο ή και των δύο.

Γιατί ποιος εξεταστής θέλει να επιτύχει πλήρως ο εξεταζόμενος και ποιος εξεταζόμενος να αποτύχει παντελώς ο εξεταστής;

Και ίσως έτσι να ερμηνεύεις, με το δικό σου τρόπο, την ερωτική σχέση που γεννιέται ανάμεσα σε εξεταστή και εξεταζόμενο.

Ή την εξεταστική σχέση ανάμεσα στους ερωτευμένους.

Ίσως έτσι να καταλαβαίνεις τα λόγια της.

Ή απλά προσπαθείς να δικαιολογήσεις την ταραχή σου.

Τίποτα, όμως από όλ' αυτά δε θα σε σώσει.

Γιατί οι εξετάσεις σου τώρα είναι σε 3 ώρες

και εσύ συνεχίζεις να φλυαρείς για αυτές, αδιάβαστος.

Με μόνο σου όπλο την αξιοπρέπεια της τελευταίας ηρωικής εξόδου.

Πέμπτη, Μάρτιος 19, 2009

...

Δε γράφω συχνά πια.

Κι ότι γράφω πιο συχνά το σβήνω.

Όμως απόψε μόνο για ένα πράγμα μπορώ να σου πω.

Για τους φίλους μου.

Πόσο περήφανος είμαι για κάθε ένα από αυτούς.

Ξεχωριστά.

Ξεχωριστοί.

Ο καθένας κάνει τη μικρή του φυλακή να τραγουδάει.

Και στο επισκεπτήριο μου χαμογελά.

Γιατί, στη μεγάλη υποχώρηση, ακόμη και τότε, σημασία δεν έχει αν σκύψεις το κεφάλι.

Άλλα να γνωρίζεις πως κι αν ηττήθηκες, οφείλεις να υπερασπιστείς την ήττα σου.

Για να νικήσεις την επόμενη ημέρα.

Ο ουρανός είναι στενός για τους δειλούς και πεδιάδα για τους ονειροπόλους.

Στην άκρη του, καβάλα στους ανεμόμυλους, μεθάμε το ηλιοβασίλεμα.

Και περιμένουμε τον ήλιο στο πρώτο της άνοιξης αντάμωμα.

Μη φοβάσαι, μην ελπίζεις.

Κανείς δεν είναι λεύτερος.

Τετάρτη, Φεβρουάριος 11, 2009

Μετρώ

Κάθομαι στο μετρό.

Απέναντι μου ένα πιτσιρίκι, 7 χρονών όχι παραπάνω, κοιμάται.

Το κεφάλι του έχει γείρει μπροστά.

Μια σταγόνα σάλιου στην μπλούζα του.

Η διπλανή μου, δείχνει 47 - πόσο να είναι άραγε; - κουνάει το κεφάλι.

"Κοιμάται ήσυχο τώρα, γιατί δεν ξέρει τι τον περιμένει όταν μεγαλώσει".

Ο πατέρας του την κοιτάζει.

Πάει να απαντήσει κάτι, αλλά το μετανιώνει.

Μάλλον δε θέλει να κάνει φασαρία.

Και οι σκέψεις μου γίνονται χέρι, που βυθίζεται σε μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια της και ξεριζώνει τη μήτρα της. Την τραβάω έξω στο φως και τη σηκώνω. Μες στο μετρό, είναι ξεκάθαρο πια σε όλους πως τούτη η μήτρα είναι νεκρή, πάντοτε νεκρή ήταν και γερασμένη, για αυτό και δεν μπορεί να δει τα όνειρα που έχει απέναντι της και βλέπει μόνο την πτώση, την παρακμή, μίζερη και θλιβερή γυναίκα, που μονάχα να τρομοκρατεί γνωρίζει, όχι γιατί δεν έμαθε τίποτε άλλο, αλλά γιατί εκείνη το επέλεξε, γιατί εκείνη επέλεξε αντί να κάνει απογόνους να τους φονεύει μες στον ύπνο τους. Σηκώνω ψηλά τη μήτρα της και ύστερα την πετώ μπρος στα λυγισμένα πόδια της. Εκείνη με κοιτάζει έντρομη.

Άραγε να θυμήθηκε πως κάποτε υπήρξε παιδί και εκείνη;

Ή μήπως το αντίθετο;

Τη μετρώ.

Παρασκευή, Ιανουάριος 02, 2009

στον έρωτα και στον πόλεμο

Τον τέταρτο χρόνο του πολέμου, όταν πια η νίκη έμοιαζε κοντά, κατέλαβαν ένα μικρό χωριό δίπλα στη θάλασσα.

Ο Άνταμ Πρέσκοτ ήταν ένας στρατιώτης ήσυχος. Το μόνο που ήθελε από τον πόλεμο ήταν το τέλος του.

Περνούσε πάντα απαρατήρητος. Τόσο από τους συμπολεμιστές του, όσο κι από τον εχθρό.

Ίσως για αυτό να είχε επιβιώσει αυτά τα τέσσερα χρόνια στο μέτωπο.

Μιλούσε σπάνια.

Δε συμμετείχε στις λεηλασίες.

Δεν είχε φίλους.

Εκείνο το πρωινό που μπήκαν στο μικρό χωριό, ο αέρας είχε τη μυρωδιά της θάλασσας και ο Άνταμ Πρέσκοτ σκεφτόταν την πατρίδα.

Έτυχε και βρέθηκε μαζί με άλλους τέσσερεις έξω από ένα σπίτι που κάποιοι συμπολεμιστές τους λεηλατούσαν.

Ακούμπησαν στο φράχτη.

Από κάτω βράχια, στον ορίζοντα η θάλασσα πλάταινε, πίσω τους φωνές και σπασίματα.

Κάποιος την είδε.

Κρυβόταν στους θάμνους, ήταν με τη νυχτικιά. Έτρεμε.

Αμέσως την έπιασαν.

Τα ρούχα της είχαν σκιστεί, τα γόνατα της λασπωμένα, η ανάσα της κοφτή.

Ο Άνταμ Πρέσκοτ εκείνο το πρωί είδε τέσσερεις συμπολεμιστές του να σέρνουν την ομορφιά μες σε μία σάπια αποθήκη.

Και ο αέρας μύριζε θάλασσα.

Όπως ακριβώς πίσω στην πατρίδα.

Τότε ο Άνταμ Πρέσκοτ έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε.

Όρμησε σα μανιακός, σταμάτησε τους τέσσερεις άντρες, την άρπαξε από το χέρι και συνέχισε να την τραβάει μόνος του.

Το βλέμμα του δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Τόσο καιρό εξάλλου δεν είχε χαρεί γυναίκα.

Είχε το βλέμμα του τρελού.
Κανείς δεν τον είχε δει ποτέ έτσι.

Που να ‘ξεραν πως από μέσα του έτρεμε.

Πως και ο ίδιος απορούσε για την αποφασιστικότητα του.

Και πως φοβόταν πως δε θα κατάφερνε στο τέλος να τους ξεγελάσει.

Μα δεν ήταν ο εαυτός του που προχωρούσε μπροστά, μα κάποια ίσως βαθύτερη του ανάγκη.

Για ομορφιά.

Ή για ελευθερία.

Και μες στο χέρι του, ένιωθε το μπράτσο της που έτρεμε.

Και δίπλα στο αυτί του, άκουγε σπασμένο το κλάμα της για έλεος.

Και όταν μπήκαν οι δυο τους μες στην αποθήκη, την άκουσε να ουρλιάζει από τρόμο και την άφησε.

Τα είχε καταφέρει, οι άλλοι είχαν φύγει, τώρα μπορούσε να της χαρίσει την ελευθερία της.

Μα πριν προλάβει να της εξηγήσει κάτι

πριν προλάβει καν το στόμα του να ανοίξει

εκείνη όρμησε μπροστά, μες στο παράθυρο κι από κει στο κενό, στα βράχια, στη θάλασσα

κι ο Άνταμ πίσω στη σάπια καλύβα μόνος, ανήμπορος να την ακολουθήσει.

Αφού έκλαψε ήσυχα όπως του ταίριαζε, βγήκε από την καλύβα.

Επέστρεψε.

Γύρισε πίσω ανάμεσα στα γέλια και στις επιδοκιμασίες των συντρόφων του.

Και συνέχισε τον πόλεμο.



Αυτή την ιστορία ο Άνταμ Πρέσκοτ, αν και την είχε διαγράψει εντελώς από τη μνήμη του, τη ξαναθυμήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα, όταν τον χώρισε η γυναίκα που αγαπούσε και για κάποιο εντελώς τυχαίο λόγο βρέθηκε στο πατρικό του σπίτι, χάζευε τη θάλασσα, το φεγγάρι και τις λάμψεις από τους βομβαρδισμούς πέρα από τον ορίζοντα στην ανατολή – ή ίσως και στη δύση.

Τρίτη, Δεκέμβριος 16, 2008

άπαξ έχασε

Ο κύριος Μερλό ήταν ένας άνθρωπος που καταπιάστηκε με πολλά πράγματα στη ζωή του.

Ήταν δραστήριος. Αγαπούσε τη ζωή. Και σε μεγάλο βαθμό την απολάμβανε.

Όταν πάτησε τα εξήντα όμως τα πράγματα άλλαξαν λίγο.

Ο κύριος Μερλό άρχισε να χάνει τα πράγματα του.

Όχι, δεν εξαφανίζονταν μυστηριωδώς, αν και στην αρχή πολύ θα ήθελε να το πιστέψει.

- γιατί βλέπετε πάντοτε του άρεσαν τα μεγάλα μυστήρια –

Όχι, ο λόγος ήταν πολύ πιο απλός.

Ξεχνούσε που τα έβαζε, που τα ακουμπούσε, που τα ταχτοποιούσε.

Ο κύριος Μερλό τότε κατάλαβε πως είχε γεράσει.

Στην αρχή στεναχωρήθηκε.

Στεναχωρήθηκε πολύ είναι η αλήθεια, γιατί το γέρασμα του μυαλού είναι πολύ πιο οδυνηρό από ότι αυτό του σώματος.

Όμως είπαμε, ο κύριος Μερλό ήταν ένας άνθρωπος δραστήριος. Και πρακτικός.

Το μυαλό του δεν είχε γεράσει ακόμη τόσο ώστε να μην μπορεί βρει τη λύση.

Και τη βρήκε.

Αγόρασε ένα μεγάλο κόκκινο τετράδιο και έγραφε σε αυτό τη θέση κάθε αντικειμένου που έπιανε στα χέρια του.

Έτσι έλυσε το πρόβλημα του.

Και το χαμόγελο ξαναγύρισε στα χείλη του.

Όμως όχι για πολύ.

Ο κύριος Μερλό σύντομα κατάλαβε πως τώρα μπορεί να μην έχανε τα πράγματα του

Αλλά έχανε κάτι πολύ σημαντικότερο.

Το χρόνο του.

Και ήξερε πως δεν ήταν πια τόσο πολύς.

Ο κύριος Μερλό αποφάσισε να πετάξει το κόκκινο τετράδιο.

Και να ξεχάσει πόσο πολύ τον απασχολούσε πως ξεχνούσε.

Όμως όταν έψαξε για να το βρει, δεν ήταν έκει που το είχε αφήσει.

Ο κύριος Μερλό σήκωσε τους ώμους απαλά και ξαναχαμογέλασε.

Απλά το έχασε.

ταξί δει

Το ταξίμετρο γράφει.

Ο ταξιτζής δίπλα σου καπνίζει και ακούει λαϊκά.

Και η λεωφόρος τρέχει μέσα στο κεφάλι σου.

Είσαι πιωμένος.

Ξέρεις ότι σε κάνει κύκλους.

Αλλά δε σε νοιάζει.

Γιατί τότε, μόνο τότε,

καταλαβαίνεις πως δεν πειράζει.

Έτσι κι αλλιώς το πορτοφόλι σου

είναι άδειο τελικά.

Τρίτη, Νοέμβριος 18, 2008

αντί καπνιστής

Ο Τέντερ Λου ήταν ο πιο γνωστός τενόρος του νοτιοανατολικού μιλγούοκι.

Όχι, ότι είχε και πολλους δηλαδή, αλλά παρόλαυτά το επίπεδο ήταν πολύ υψηλό.

Ο ανταγωνισμός σκληρός.

Και συχνά αναγκαζόταν να πραγματοποιεί εξουθενωτικές πρόβες.

Η ζωή του όλη ήταν το τραγούδι.

Είχε στερηθεί πολλά για αυτό, αλλά δεν το μετάνιωνε.

Ή ετσι τουλάχιστον νόμιζε.

Τότε ήρθαν τα όνειρα. Συνεχόμενα όνειρα επαναλαμβανόμενα, όλο και πιο έντονα, όλο και πιο διαυγή.

Δε θα τα έλεγες ακριβώς εφιάλτες.

Έβλεπε ότι κάπνιζε μανιωδώς, ότι κάπνιζε πακέτα ολόκληρα το ένα μετά το άλλο.

Όχι, δε θα τα έλεγες ακριβώς εφιάλτες.

Στην αρχή δεν έδωσε σημασία.

Ούτε στη συνέχεια.

Όμως ένα βράδυ, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που το χιόνι είχε πνίξει το νοτιοανατολικό μιλγουόκι, είδε πως κάπνισε τόσο που δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με πονόλεμο.

Ίσως φταίει το χιόνι. Συλλογίστηκε.

Όμως και το επόμενο βράδυ έγιναν τα ίδια.

Και το επόμενο πρωί ο πονόλεμος είχε χειροτερέψει.

Και το επόμενο και το επόμενο, μέχρι που τα χιόνια έλιωσαν.

Ο Τέντερ Λου πανικοβλήθηκε.

Τα φάρμακα που του έδωσε ο γιατρός του δεν έκαναν τίποτα.

Πήγε στους καλύτερους ειδικούς, αλλά τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια.

Πήγε σε λαιμολόγους, τίποτα.

Αποφάσισε να κόψει το κάπνισμα στον ύπνο του.

Όμως η ψυχανάλυση δεν τον βοήθησε.

Ούτε ο διαλογισμός.

Ή τα υπνωτικά χάπια.

Ένιωσε πως η καταστροφή ήταν κοντά.

Ήταν ανήμπορος να σώσει τη φωνή του.

Ήταν απελπισμένος.

Και μέσα στην απελπισία του είδε ξεκάθαρα την τελευταία πράξη του δράματος του.

Λίγο πριν κοιμηθεί κάπνισε ένα ολόκληρο πάκετο τσιγάρα.

Για πρώτη φορά στη ζωή του, ήταν πραγματικός ο καπνός που έγδερνε τον πρησμένο του λαιμό, και έπνιγε τα κουρασμένα του πνευμόνια.

Έβηχε και έφτυνε αίμα.

Όμως δε σταμάτησε. Κάπνισε και δεύτερο.

Δυσκολευόταν να αναπνεύσει.

Κάπνισε και τρίτο.

Τότε νόμισε ότι θα πεθάνει. Ότι ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί το όνειρο του.

Τελικά, απλά αποκοιμήθηκε.

Εκείνο το βράδυ, είδε ένα τελείως διαφορετικό όνειρο.

Είδε πως τραγουδούσε ξανά στη σκάλα του μιλάνου.

Ξύπνησε ενθουσιασμένος και άνοιξε το στόμα του για να τραγουδήσει το τραγούδι που έλεγε στον ύπνο του.

Όμως ο λαιμός του είχε κλείσει εντελώς.

Τότε κατάλαβε.

Ο Τέντερ Λου, δεν ξανατραγούδησε ποτέ στη σκάλα του μιλάνου.

Για την ακρίβεια δεν ξανατραγούδησε ποτέ δημόσια.

Έγινε μανιακός καπνιστής.

Και τραγουδούσε κάθε βράδυ στα όνειρα του.

Παρασκευή, Νοέμβριος 14, 2008

πλάνο αέρος

Στο αεροδρόμιο, αφού χάζεψε λίγο τα duty free και βεβαιώθηκε ότι δεν είχε αρκετά χρήματα και διάθεση για να αγοράσει κάτι, κάθησε απέναντι από τον πίνακα αναχωρήσεων. Έτσι δε θα έχανε την πτήση του με τίποτα. Έφευγε από μία γυναίκα και πετούσε για μια άλλη.

Το μοναδικό σημείο συνάντησης τους ήταν εκεί, γραμμένο στο φωτεινό πίνακα των αναχωρήσεων.

Τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν την πτήση του, ο πίνακας αναβόσβησε τρεις φορές. Γαλάζιος. Προχώρησε στον έλεγχο και περίμενε για μερικά λεπτά στην ουρά. Τις αποσκευές του τις είχε ξεφορτωθεί αρκετή ώρα πιο πριν. Είχε πάρει μαζί μόνο τα απαραίτητα, τα υπόλοιπα άνηκαν στο παρελθόν.

Ανυπομονούσε να φύγει. Νοσταλγούσε ήδη το αεροδρόμιο που αποχωριζόταν. Πάντα αγαπούσε τα αεροδρόμια, ίσως γιατί του υπενθύμιζαν την πληθώρα των προορισμών που μπορούσε να επιλέξει. Ή μπορεί να το προκαλούσε αυτό ο φόβος του για τον επερχόμενο - σύντομο ή και οριστικό, ποιος ξέρει; - αποχωρισμό του από τη σιγουριά του εδάφους. Ναι, το αγαπάς λίγο παραπάνω το έδαφος όταν πρόκειται να το χάσεις.

Καθώς βάδιζε στη φισούνα, ένιωσε να τον κατακλύζει εκείνο το τρομακτικό συναίσθημα που σε κάνει να θέλεις την τελευταία στιγμή να εγκαταλείψεις το ταξίδι σου και να αφήσεις το αεροπλάνο, το αεροδρόμιο, να τα αφήσεις όλα και να επιστρέψεις σπίτι σου. Η τρομακτική βεβαιότητα πως βαδίζεις, παραδομενος στη μοίρα σου, προς το επόμενο τραγικό αεροπορικό δυστύχημα. Όμως, όπως συμβαίνει πάντα, εκείνος συνέχισε, όπως και ο διπλανός του - αντάλλαξαν μάλιστα εκείνο το καθησυχαστικό βλέμμα του κοινού τους τρόμου μπρος στο αβέβαιο - συνέχισε και επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε όπως όφειλε στον πιλότο και στους επιβάτες του και να που τον βλέπουμε τώρα, καθισμένο δίπλα στο παράθυρο του να χαζεύει τις Άλπεις κάπως αφηρημένα, να είναι χαμένος σε σκέψεις που δεν προδίδουν κάποιο χαρακτηριστικό ανησυχίας στο πρόσωπο του. Τον βλέπουμε που χαϊδεύει με τις άκρες των δαχτύλων του, τη ζώνη που τον κρατάει δεμένο στο στενό κάθισμα του και σχεδόν να χαμογελά. Ίσως να σκέφτεται τη γυναίκα που τον περιμένει. Ίσως να σκέφτεται τη γυναίκα που αφήνει. Οι σκέψεις αυτές μοιάζουν να τον ευχαριστούν.

Κατά βάθος όμως, εκείνο που τον ευχαριστεί περισσότερο και ταυτόχρονα τον βυθίζει σε πελάγη μελαγχολίας, είναι η πτήση.

Κι ο θεός ρίχνει τα ζάρια του και κάνει πως δε βλέπει.

Δευτέρα, Νοέμβριος 10, 2008

σαστιστική

Σε βλέπω να υπολογίζεις σκυφτός τις πιθανότητες.

Και να ματώνεις τις άκρες των δαχτύλων σου με το ίδιο αίμα που τρέχει στο φλοιό του εγκεφάλου σου.

Βάζεις τον εαυτό σου στο κέντρο και ορίζεις γύρω του ένα νησί με ακτίνα R, τους κρατάς όλους απ' έξω και αυτό το ονομάζεις άρνηση.

Κι όμως όσο κι αν απλώσεις το μυαλό σου, δεν μπορείς να καλύψεις όλη του την επιφάνεια.

π R τετράγωνο

Όχι, αυτό είναι κάτι που δε θα καταφέρεις ποτέ.

Γιατί το π από καιρό έχει πεθάνει.

Για αυτό αντί να το απλώσεις, είναι πολύ προτιμότερο να το αλώσεις.

Και αντί να ψάχνεις για το π θανόν, να ταξιδεύεις για το απίθανο.

Πέμπτη, Νοέμβριος 06, 2008

american dream

Στέκομαι για ώρα στην ουρά του metropolis.

Σε μία τηλεόραση δείχνει το νέο πρόεδρο των Η.Π.Α. να πανηγυρίζει.

Χαζεύω CD, εκείνους που χαζεύουν τα CD, τις ταμίες, την μπροστινή μου.

Και τότε εμφανίζεται.

Στην αρχή δεν τον παρατηρώ.

Όμως τον παρατηρεί αυτός που παρατηρώ.

Και ο δίπλα του.

Και η μπροστινή μου.

Έτσι το βλέμμα ακολουθεί την τροχιά των υπολοίπων βλεμμάτων κι όλα μαζί συναντιώνται πάνω του.

Εκείνος συνεχίζει, κάπως αδιάφορα είναι η αλήθεια, με τα CD στο χέρι..

Μοιάζει να μην έχει καταλάβει τίποτα από ότι συμβαίνει και από όσα πρόκειται να συμβούν τα επόμενα δευτερόλεπτα.

Και θα συμβούν, είναι σίγουρο. Όλοι γύρω του το ξέρουν. Μονάχα αυτός το αγνοεί.

Πλησιάζει έναν πελάτη – το διπλανό μου ίσως; – και εκείνος αποστρέφει το βλέμμα.

Κάνει πως κοιτάει αλλού.

Πλησιάζει κι άλλο.

Όμως δεν προλαβαίνει να του μιλήσει.

Δυο μπράβοι τον αρπάζουν και τον πετάνε με δύναμη έξω.

Δεν προλαβαίνει καν να διαμαρτυρηθεί.

Είναι στο δρόμο τώρα.

Είναι μαύρος.

Δεν είναι αφροαμερικάνος.

Και πουλάει CD.

Κυριακή, Οκτώβριος 19, 2008

9 ευρώ

Τόσο κοστίζει ο λόγος που δε σου γράφω τόσο συχνά.

Πέμπτη, Οκτώβριος 09, 2008

αύριο ή μεθαύριο

Όταν του ανακοίνωσαν πως θα πεθάνει το πήρε μάλλον ψύχραιμα. Ίσως να σκέφτηκε πως και αυτοί που τόσο αδιάφορα του το έλεγαν θα είχαν την ίδια ακριβώς μοίρα. Κάποια στιγμή. Όμως λίγο αργότερα καθισμένος στο κρεβάτι του άρχισε να σφίγγει με δύναμη τα δάχτυλα των χεριών του. Ήταν χλωμός και το φως της λάμπας τον έκανε να δείχνει ακόμη χλωμότερος. Έγειρε πίσω και καθώς το μικρό του δωμάτιο ήταν τώρα πια άδειο, άρχισε να σφυρίζει ένα τραγούδι που άκουσε χθες ή προχθές στο ραδιόφωνο. Η ώρα περνούσε και τα χείλη του κουράστηκαν, ίσως και τα αυτιά του να ακούνε τον ίδιο μονότονο σκοπό. Με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε και πλησίασε τη βιβλιοθήκη του.
Έπιασε ένα βιβλίο στην τύχη και το άνοιξε στη μέση. Προς μεγάλη του έκπληξη διάβασε για κάποιον που μόλις ανακάλυψε πως πρόκειται να πεθάνει. Το έκλεισε και άνοιξε κάποιο άλλο. Η έπληξη του μεγάλωσε κι άλλο καθώς διάβασε την ίδια ιστορία ελαφρώς παραλλαγμένη. Άνοιξε και τρίτο βιβλίο, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Συνέχισε να ανοίγει το ένα βιβλίο μετά το άλλο διαβάζοντας παραλλαγές της ίδιας αιώνιας ιστορίας, μέχρι που ξημέρωσε.
Τότε, ένιωσε πως και ο δικός του θάνατος ήταν κοντά. Στεναχωρέθηκε που πέρασε το τελευταίο του βράδυ έτσι, διαβάζοντας για θανάτους άλλων, αλλά ύστερα απο λίγο παρατήρησε πως αν συγκέντρωνε όλες αυτές τις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες διαφορές στις ιστορίες που διάβασε, τότε σχηματιζόταν μια πολύ διαφορετική ιστορία. Ήταν η ιστορία ενός χαρταετού και μίας τυφλόμυγας, που συναντήθηκαν μέσα στη νύχτα για να χωρίσουν την αυγή, ενός καλόγερου που ξεστράτισε και έχασε το δρόμο του για να τον βρει ξανά σε ένα πειρατικό καράβι και ενός άντρα που κάποτε ήταν παιδί, γιος ωρολογοποιού, και κρύφτηκε χωρίς καμιά αιτία ή αφορμή μέσα σε ένα ρολόι για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Κατάλαβε πως τα βιβλία αυτά μέσα στις άπειρες παραλλαγές ενός ασήμαντου θανάτου, μιλούσαν για τη ζωή του. Κατάλαβε επίσης, πως μπορεί να ζεις περιμένοντας να πεθάνεις, ή να περιμένεις να πεθάνεις ζώντας.
Τελικά δεν πέθανε εκείνο το πρωί. Ούτε το επόμενο.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 30, 2008

Η τρελή και ο αλήτης (μια αληθινή ιστορία)

Γνωρίστηκαν κάτω από ένα υπόστεγο. Ήταν φθινόπωρο, αλλά δεν έβρεχε.

Εκείνη όμως ήθελε να προστατευτεί από τη βροχή.

Εκείνος να της πιάσει τον κώλο.

Του έριξε χαστούκι.

Τη φίλησε.

Τον ερωτεύτηκε.

Του άρεσε πολύ ο κώλος της.

Ύστερα του θύμωσε.

Του άρεσε πολύ ο κώλος της.

Γιατί από τη στιγμή που ήρθε δίπλα της σταμάτησε να βρέχει.

Του άρεσε πολύ ο κώλος της.

Κι εκείνος είχε μείνει ακόμα στο υπόστεγο.

Να κοιτάζει τον κώλο της.

Ενώ εκείνη ήθελε να περπατήσουν στη λιακάδα.

Όμως να που τώρα έβρεχε στα αλήθεια.

Κι όλοι οι άνθρωποι έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από το υπόστεγο.

Έτσι, εκείνος είδε τον κώλο της να χάνεται μες στη βροχή.

Ενώ εκείνη νόμιζε πως τα δάκρυα της γέμισαν τα σύννεφα.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 23, 2008

Το άσπρο και το μαύρο

Περπατάμε για χρόνια πάνω στην ίδια σκακιέρα.

Κάποιοι πάνε μόνο μπροστά.

Άλλοι πάνε και προς τα πίσω.

Κάποιοι κάνουν άλματα.

Άλλοι βαδίζουν μόνο τετράγωνο τετράγωνο.

Και ο τρελός πάντα διαγώνια.

Καμιά φορά συναντιόμαστε.

Περπατάμε μερικά τετράγωνα δίπλα δίπλα, λίγα ή πολλά δεν έχει σημασία, κι έπειτα οι δρόμοι μας χωρίζουν. Αυτό καμιά φορά έχει σημασία.

Μα όταν βρεθείς στην άκρη της σκακιέρας, τότε μόνο τότε καταλαβαίνεις.

Πως δεν έχει σημασία πόσα τετράγωνα περπάτησες, ούτε με ποιους.

Αλλά πως σε όλη σου τη ζωή, βρισκόσουν πότε σε ένα άσπρο και πότε σε ένα μαύρο τετράγωνο.

Κάθε απόφαση που πήρες, κάθε αλλαγή κατεύθυνσης (αν έκανες), κάθε σκέψη και συναίσθημα ξεκινούσε από ένα άσπρο ή μαύρο τετράγωνο.

Που στην πραγματικότητα είναι γκρι.

Δυστυχώς όμως τα μάτια σου τα βλέπουν όλα άσπρα ή μαύρα.

Πόσο μάλλον το μυαλό σου.


αφιερωμένο στο θείο μου Οιδίποδα από τον Κολωνό.

Κυριακή, Σεπτέμβριος 21, 2008

Κάθε αρχή και δύσκολη

Λένε συχνά πως κάθε αρχή και δύσκολη.

Λένε επίσης, πως κάθε τέλος και αρχή.

Άρα το τέλος οφείλει να είναι το ίδιο δύσκολο.

Αυτό μου θυμίζει την ιστορία του Τ.D. Orgol.

Ο διάσημος αυτός αλεξιπτωτιστής, δεν θα είχε γίνει ποτέ αλεξιπτωτιστής αν δεν κατάφερνε να δαμάσει την υψοφοβία του. Έτσι, όχι μόνο ασχολήθηκε με την ελεύθερη πτώση, αλλά έκανε και τα περισσότερα ρεκόρ σε αυτό το ακραίο άθλημα. Πιο συγκεκριμένα, είχε δηλώσει πως η πρώτη του πτώση ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει μέχρι τότε στη ζωή του.

Το ίδιο δύσκολη αποδείχθηκε και η τελευταία του.

Όχι, γιατί δεν άνοιξε το αλεξίπτωτο του.

Αλλά γιατί ο ίδιος αποφάσισε να μην το χρησιμοποιήσει.

Κυριακή, Σεπτέμβριος 14, 2008

ξέρω τι έκανες φέτος το καλοκαίρι

Σε 24 περίπου ώρες μπαίνω στο πλοίο του γυρισμού.


Θέλω να μοιραστω την τελευταία εικόνα του καλοκαιριού μαζί σου.


Καλό φθινόπωρο.





Παρασκευή, Σεπτέμβριος 12, 2008

Μην ειμ' αυτός ?

«Άσε μαλάκα, τον τελευταίο καιρό έχω μεγάλες καύλες».

Αυτό το μήνυμα πρέπει να πάει στον κολλητό σου και όχι στην κοπέλα που έχεις κανονίσει να βγεις απόψε για πρώτη φορά.

Η απάντηση

«Μάλλον θα έχεις για πολύ καιρό ακόμα».

από εκείνη, το επιβεβαιώνει.


Πάντοτε ήμουν καλός με τα μηνύματα. Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει γυναίκα που να μου έχει αντισταθεί όταν πιάνω το κινητό στα χέρια. Πλέον μετά από ένα δυο μηνύματα της, μπορώ να καταλάβω πως σκέφτεται και τι ακριβώς θέλει να διαβάσει, σε τι συχνότητα και τι ώρες, greeklish ή ορθογραφημένα ελληνικά, κλπ κλπ. Ναι είμαι καλός, πολύ καλός. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα έχω σταματήσει να φλερτάρω προσωπικά, απλά ανταλλάζω αριθμό τηλεφώνου. Αυτό αρκεί.

Καταλαβαίνετε επομένως την αμηχανία μου μετά από το παραπάνω λάθος. Μια αμηχανία που σύντομα, όμως, μετατράπηκε στη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα πρόκληση που είχα να αντιμετωπίσω. Έτσι είναι. Όταν το σκέφτηκα πιο ψύχραιμα, κατάλαβα πως δεν ήταν καθόλου τυχαίο το λάθος. Το ερωτικό παιχνίδι είχε γίνει για μένα τόσο εύκολο, που κινδύνευε να μετατραπεί σε μια ανιαρή επανάληψη. Να όμως, που ήρθε το υποσυνείδητο μου να με σώσει από την κοινοτυπία και να δώσει μια νέα γοητεία στην προσπάθεια μου.

Δε μου αρέσει να περιαυτολόγω. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να απαριθμήσω ένα ένα τα μηνύματα που ακολούθησαν, ούτε να αναλύσω τη στρατηγική μου – πόσο μάλλον τους διακριτικούς τακτικούς ελιγμούς που με χειρουργική ακρίβεια εκτέλεσα. Το μόνο που θα πω είναι πως τρεις ώρες αργότερα ο στόχος επιτεύχθει. Το ραντεβού μπορεί να μετατέθηκε μερικές μέρες αργότερα – μέρος της στρατηγικής μου βεβαίως και αυτό – αλλά δεν ακυρώθηκε. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό ίσως, αλλά νιώθω σχεδόν όπως την πρώτη φορά που φλέρταρα μέσω μηνυμάτων. Ναι, ανυπομονώ να τη συναντήσω.


«Θέλω να δω τα μούτρα του όταν πια καταλάβει πως δεν πρόκειται να εμφανιστώ».

Αυτό το μήνυμα πρέπει να πάει στην κολλητή της και σίγουρα όχι σε εμένα.

Η απάντηση

«Τότε πρέπει να συναντηθούμε σε 5 λεπτά»

από εμένα, σίγουρα δε με δικαιώνει.



Όμως, λες το υποσυνείδητο της τελικά να με ποθεί;