το αγόρι και η θάλασσα














Έφτασε στη μεγάλη πόλη μέσα σ’ ένα βαπόρι που έτριζε.

Ήταν ακόμη αγόρι, όταν τον έστειλαν οι γονείς του να σπουδάσει, κι ας μην ήθελε εκείνος να φύγει από το νησί. Έτσι άφησε το βότσαλο, που είχε για σπίτι και τρύπωσε σε ένα μικρό υπόγειο, κρύφτηκε σχεδόν, μες στον αχό του κόσμου και των αυτοκινήτων. Και σπούδαζε να γίνει φαρμακοποιός.

Και του ‘λειπε η θάλασσα.

Πέρασαν δυο χρόνια, συνήθισε την πόλη, ξέχασε το βότσαλο που είχε για σπίτι. Από το υπόγειο έφυγε, βρήκε ένα δώμα σε μια ταράτσα κι έτσι έζησε στην άλλη άκρη της πόλης. Μέσα σε ένα δάσος από κεραίες και αμέτρητα πλαστικά πουλιά. Ξέχασε τους φίλους του πίσω στο νησί και το κορίτσι που θα αγάπαγε για πάντα.

Μα η θάλασσα ακόμη του ‘λειπε.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Έφυγε από την ταράτσα, έμεινε στο κέντρο, σε διαμέρισμα κοντά στους ανθρώπους της μεγάλης πόλης. Σαν να είχε γίνει κι αυτός ένας από αυτούς. Και η τηλεόραση έπαιζε κάθε μέρα και οι σπουδές τελειωμό δεν είχαν και οι κοπέλες με τα αδιάβροχα και τις αφέλειες του χαμογελούσαν.

Κι όμως κάτι τον ενοχλούσε, κι ας μην ξέρει τι.

Μέχρι, που ένα πρωινό κατέβηκε στο λιμάνι για μια δουλειά. Άνοιξη ήταν, ο ήλιος χοροπηδούσε στους καθρέφτες των αυτοκινήτων και στα φρεσκοπλυμένα περίπτερα. Χοροπηδούσε και στη λερωμένη θάλασσα. Και τα καράβια έρχονταν και ‘φεύγαν, άλλα φορτωμένα κι άλλα άδεια και ο κόσμος περπατούσε ως συνήθως αμίλητος ανάμεσα τους.

Και η ενόχληση του έγινε πιο έντονη, χωρίς να ξέρει το γιατί.

Τέλειωσε με τη δουλειά του, πήγε να φύγει. Κοντοστάθηκε. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες στοίβες από σπίτια ήταν καταχωνιασμένο ένα αλλόκοτο εργαστήρι. Ήτανε λες και το είχανε πλακώσει, ήτανε σαν μια ετοιμόρροπη σπηλιά. Το αγόρι, που τώρα ήταν άντρας πια σχεδόν, ήξερε πολύ καλά τι ήταν αυτό το εργαστήρι.

Και ξάφνου, όλα τα θυμήθηκε και πρώτα από όλα τον παππού του, το γέρο-μάστορα.

Μπήκε μέσα. Μύριζε σκουριά και λειωμένο τσίγκο, ψυχή δεν είδε, μέχρι που συνήθισαν τα μάτια του και είδε το γέροντα που έφτιαχνε τα ψαροκάικα. Γυρτό σε μια καρέκλα, μισοκοιμισμένο, μισοπεθαμένο, ποιος ξέρει; Ναυαγό στη μεγάλη πόλη, τον ξέβρασε η μαύρη θάλασσα πριν χρόνια. Έφτιαχνε βάρκες και καΐκια από παλιοσίδερα και κονσερβοκούτια, μπάλωνε τα παλιοσίδερα, κόλλαγε τις λαμαρίνες. Σμίλευε τα σκουριασμένα σωθικά της πόλης.

«Θέλω δουλειά».

Άφησε τις σπουδές, άφησε τα φάρμακα και τις αρρώστιες, δούλευε δίπλα στο γέρο. Άφησε και το σπίτι, κοιμότανε εκεί. Έκανε το σκοτεινό ταβάνι του ουρανό και τα φώτα των δρόμων αστερισμούς του νότου. Δούλευε και τα χέρια του γελούσαν κι ας ματώναν. Δούλευε κι άκουγε το κάλεσμα των γλάρων πίσω από τα αυτοκίνητα.

Και ο γέροντας σιγοτραγουδούσε.

Έκατσε δίπλα στο γέροντα κάμποσα χρόνια, από τα χέρια του πέρασε κάθε λογής πλεούμενο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει πίσω στο βότσαλο του, τον αποχαιρέτισε και χωρίς να κοιτάξει δεύτερη φορά πίσω έφυγε. Εκείνο το πρωινό, θυμήθηκε τη μέρα που ήρθε, αγόρι ακόμη, σε τούτο το λιμάνι. Θυμήθηκε την πρώτη ματιά της πόλης, το μουρμουρητό του κόσμου, τα μάτια που έκρυβαν τόσα γυαλιά ηλίου. Θυμήθηκε το βαπόρι που έτριζε.

Εκείνο το πρωινό, έφυγε από τη μεγάλη πόλη μέσα σ’ ένα σκαρί δικό του.

Και το επόμενο, ο γέρο-μάστορας πέθανε χαμογελώντας.

2 σχόλια:

χ.ζ. είπε...

είναι συγκινητικό χωρίς να γίνει γλυκερό και ανυπόφορα ρομαντικό. Ο συνδυασμός αυτός μου αρέσει πολύ και εγώ τουλάχιστον δεν τον βρίσκω πολύ συχνά...μπράβο

I.P.Potis είπε...

Σε ευχαριστώ. Τα σχόλια από εσένα έχουν πάντα την απαραίτητη βαρύτητα για μένα.