Ραντεβού στα τυφλά

Χθες το βράδυ βγήκε για πρώτη φορά ραντεβού στα τυφλά.

Πήγε πρώτος στο συμφωνημένο εστιατόριο και περίμενε. Δεν ήξερε απολύτως τίποτα για εκείνη.

Το ραντεβού τους προέκυψε εντελώς τυχαία. Ακόμη πιο τυχαία και από όσα μας συμβαίνουν καθημερινά

Περίμενε.

Και κάποια στιγμή μύρισε ένα έντονο άρωμα και άκουσε μια φωνή από πίσω του.

«Γιάννη?»

Δεν πρόλαβα να γυρίσει. Το εστιατόριο βυθίστηκε στο σκοτάδι.

«Ραντεβού στα τυφλά?»

Γελάσαν κι οι δύο.

Κάθισε απέναντι του, κάπου στο σκοτάδι. Κάπου ανάμεσα στις σκέψεις του.

Μιλήσαν για ώρα.

Μίλαγαν για ώρα και το φως δεν έλεγε να έρθει. Μα όσο πιο πολύ αργούσε, τόσο πιο οικεία ένιωθαν.

Μοιράζονταν τις σκέψεις τους με ένα τρόπο πρωτόγνωρο.

Άρχισαν να γνωρίζονται, δίχως το φόβο της αποκάλυψης. Δίχως το βλέμμα του άλλου να φρενάρει τους εαυτούς τους.

Ίσως και να πίστεψαν πως το φως δε θα έρθει ποτέ.

Καμιά φορά το σκοτάδι φωτίζει δυο ανθρώπους περισσότερο από ότι το άπλετο φως.

Και όσο περνούσε η ώρα, το φως άρχισε να γίνεται απειλή. Μια σκοτεινή απειλή.

Κάθε λεπτό που περνούσε μπορεί να έφερνε το τέλος.

Κάθε πρόταση μπορεί και να ήταν η τελευταία σκοτεινή πρόταση.

«Φεύγουμε?», της είπε.

«Πάμε», του απάντησε.

Πρώτα έφυγε εκείνη. Ύστερα αυτός.

Όλη η πόλη έμοιαζε να χει σβήσει. Παραξενεύτηκε.

Μόνο η παλιά επιγραφή του εστιατορίου αναβόσβηνε όλο χαρά. Ή όλο χάρη.

Το ένα μετά το άλλο τα τέσσερα γράμματα της. Τέσσερα διαφορετικά χρώματα.

«Blog».

6 σχόλια:

Deepest Blue είπε...

...μίλαγαν για ώρα και το φως δεν έλεγε να έρθει. Μα όσο πιο πολύ αργούσε, τόσο πιο οικεία ένιωθαν.

Σε κάποια στιγμή πείνασαν και παρήγγειλαν μία μακαρονάδα.

Ο αόρατος σερβιτόρος άφησε το πιάτο επάνω στο τραπέζι –άκουσαν τον χαρακτηριστικό ήχο. Όσο κι αν ψηλάφισαν όμως, δεν μπόρεσαν να τη βρουν στα σκοτεινά.

«Καλοβρασμένη και γεμάτη τυρί», είπε εκείνος, «θα είναι».

«Με κόκκινη σάλτσα και άνιθο τη φαντάζομαι», συμπλήρωσε εκείνη.

Μίλαγαν έτσι για ώρα και το φως δεν έλεγε να έρθει. Μα όσο πιο πολύ αργούσε, τόσο πιο πολύ συνέχιζαν με τη μακαρονάδα-φάντασμα.

Έπιαναν φανταστικά κουτάλια και πιρούνια με ένα τρόπο πρωτόγνωρο.

Άρχισαν να τρώνε τη μακαρονάδα περιγράφοντάς την.

Καμιά φορά η περιγραφή μιας μακαρονάδας χορταίνει περισσότερο από την καθ’ αυτό μακαρονάδα –υπέθεσαν.

«Φεύγουμε;», της είπε.

«Πάμε», του απάντησε.

Πρώτα έφυγε εκείνη. Ύστερα αυτός.

Όλη η πόλη έμοιαζε να χει σβήσει. Πεινούσαν σαν λύκοι.

Μόνο η παλιά επιγραφή του εστιατορίου αναβόσβηνε όλο πείνα. Ή όλο πενία.

Το ένα μετά το άλλο τα τέσσερα γράμματα της. Τέσσερα διαφορετικά χρώματα, κόκκινο (σάλτσα ντομάτα), άσπρο (μακαρόνια), πράσινο (άνιθος), κίτρινο (τυρί).

«Blog».

markos-the-gnostic είπε...

τελικά συμφωνώ
η επικοινωνία από απόσταση συχνά είναι ευχερέστερη, ουσιαστικότερη και ειλικρινέστερη.
για να δούμε πού θα φτάσει...

alcimede είπε...

Η επικοινωνία από απόσταση είναι ευχερέστερη, αλλά ουσιαστικότερη και ειλικρινέστερη; Όχι απαραίτητα. Μπορεί να παρουσιάζω την υποκειμενική μου πραγματικότητα και τότε η επικοινωνία είναι μιά πλάνη στην ουσία. Μόνο αν τον ζήσεις τον άλλο στη καθημερινότητά του, όχι μόνο προς έσενα αλλά και με την οικογένειά του, και με τους φίλους του, και με τους συνεργάτες του, και γενικά με όλο το περιβάλλον και τη ζωή έχεις ουσιαστική επικοινωνία. Γιατί τότε μπορείς να πεις ότι τον "γνωρίζεις", αφου γνωρίζεις την υποκειμενική πραγματικότητα της πλειοψηφίας.

Ανώνυμος είπε...

Και τί δουλειά έχει η υποκειμενική πραγματικότητα της πλειοψηφίας με τη γνώση;

ladychill είπε...

Ιππότης με φαντασία και ευαισθησία! Τέλειο. Αλλά και ο/η Deepest Blue έγραψε...Διαβάζω κάτι τέτοια και νιώθω σαν να μην έχω χιούμορ...Αυτά με την πίτσα, καταπληκτικά! :)

I.P.Potis είπε...

deepest, κάθε ιστορία χίλιες ιστορίες. Σ'ευχαριστώ που τη μοιράστηκες μαζί μας.

μάρκο, και ασφαλέστερη.

alcimede, εξαρτάται τι θες να γνωρίσεις. Θα συμφωνήσω με τον ανώνυμο.

μυλαίδη, φαντασία και ευαισθησία: είδες που η πραγματικότητα είναι υποκειμενική.