Απλά χαμογελούσε

Περνούν οι άνθρωποι γύρω μας βιαστικοί. Πάντα βιαστικοί.

Και καμιά φορά βλέπεις ανάμεσα τους ένα χαμόγελο.

Χωρίς να μιλάνε σε κινητά τηλέφωνα, ή να κοιτάνε βιτρίνες.

Απλά ένα χαμόγελο, σαν μια ξαφνική καλοκαιρινή λιακάδα στο καταχείμωνο.

Ή μια δροσερή βροχούλα στην αγκαλιά του Ιούλη. Μια βροχούλα στους διψασμένους δρόμους που διασχίζουμε.

Ένα χαμόγελο.

Να σου υπενθυμίζει πως είσαι άνθρωπος. Πως όλη αυτή η χυδαιότητα και η απόγνωση γύρω σου μπορεί να νικηθεί.

Πως οι αγώνες μας δεν είναι αυτοί αφήσαμε ξωπίσω, αλλά αυτοί που καρτερούμε να έρθουν.

Ένα χαμόγελο σαν και αυτό που μου χάρισε σήμερα ένα γεροντάκι, ετοιμόρροπο και ιδρωμένο, λίγο πριν ανέβει στο λεωφορείο.

Χαμογελούσε, κι ας γκρίνιαζε ο οδηγός που καθυστερούσε να ανέβει.

Χαμογελούσε, κι ας τον κοίταζαν όλοι με συμπόνια, σχεδόν με οίκτο, καθώς πάλευε με τα σκαλοπάτια του λεωφορείου.

Χαμογελούσε και ξεχείλιζε από ζωή.

Απλά χαμογελούσε.

Ντρέπομαι

Καμία διάθεση να γράψω.

Μόνο ντρέπομαι.

Όταν παιδιά σκοτώνουν παιδιά, μόνο για ένα πράγμα μπορείς να είσαι σίγουρος.

Ότι αποτύχαμε.

Στην μπάρα

Χθες το βράδυ βγήκα μετά από πολύ καιρό. Πήγα σε ένα μπαράκι που πάω τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι από εκείνα τα μέρη που δε δυσκολεύεσαι να γνωριστείς με τους υπόλοιπους θαμώνες και όσους δουλεύουν εκεί.

Τουλάχιστον μετά από κάποια ώρα. Ή μετά από κάποια ποτά.

Κοίταξα τον μπάρμαν. Εικοσιοκτώ, έκανε αυτή του δουλειά δέκα χρόνια, γοητευτικός. Λες και όλα αυτά τα χρόνια, η γοητεία του μπαρ, σιγά σιγά, αποτυπώθηκε στα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Μου είχε πει πολλές φορές πόσο τον είχε κουράσει η νύχτα. Πως συχνά σκεφτόταν να τα παρατήσει.

Τον είχε κουράσει το αλκοόλ και ο ύπνος με το πρώτο φως του ήλιου,
Το πρόχειρο φαγητό, οι ίδιες συζητήσεις στην μπάρα.
Το άσκοπα ξοδεμένο σπέρμα.

Πως κοιτούσε τους θαμώνες και ζήλευε την απλή καθημερινότητα τους.
Τη σιγουριά και την εξασφάλιση. Το πρωινό ξύπνημα και τα πουκάμισα τους.
Ακόμα και τη ρουτίνα τους. Την ηρεμία της ρουτίνας τους.

Αλλά αυτή ήταν η δουλειά του. Και ήταν καλός σε αυτή.

Κοίταξα και γύρω μου. Τους θαμώνες.

Ήταν φανερό στα μάτια τους, πόσο πολύ ζήλευαν τον μπάρμαν. Ποιος ξέρει ίσως κάποιοι και να τον φθονούσαν ακόμα.

Μάλλον θα σκέφτονταν το αυριανό τους ξύπνημα. Ή τη μιζέρια στη δουλειά. Τα αφεντικά τους, τη γκρίνια.

Τη ρουτίνα.

Ο διπλανός μου τον κοίταζε επίμονα, έτσι όπως φλέρταρε με όλες τις γυναίκες που ήταν ακουμπισμένες στην μπάρα. Τον είδα να κοιτάζει ύστερα την κοπέλα του, μπορεί να ήταν και η γυναίκα του δεν ξέρω.

Απογοητευμένος; Ούτε αυτό το ξέρω. Σίγουρα όχι ερωτευμένος.

Δεν ήταν άσχημος. Ήταν απλά συνηθισμένος. Ήταν απλά άλλο ένα πουκάμισο.

Κι όμως αν ήταν αυτός πίσω από την μπάρα...

Γύρισα στο ποτό μου.

Τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά σκέφτομαι πως η ευχή του ενός μπορεί να είναι η κατάρα ενός άλλου.

Και καμιά φορά φαντάζομαι πως παραπατώ σε μια στενή στενή μπάρα.

Μήλα μου βρώμικα

«Για σένα θα μπορούσα να φάω όλα τα μήλα του παραδείσου».

Σου χαμογελάει αθώα.

Την ξανακοιτάς, έτσι ξαπλωμένη όπως είναι στο κρεβάτι με τα πόδια μισάνοιχτα και σχεδόν δεν το πιστεύεις.

Κι όμως είναι αλήθεια. Ναι είναι αλήθεια.

Το αντικείμενο του πιο αγνού σου πόθου είναι εκεί. Σε θέλει. Σε περιμένει με τα πόδια μισάνοιχτα.

Πόσες φορές δε φαντάστηκες τούτη τη στιγμή. Πόσες ώρες δε ξοδεψες σκαρώνοντας ρομαντικά δίστιχα για να τις αφιερώσεις. Πόσες φορές δεν έλπισες στο μισοσκόταδο να ανταποκριθεί στον έρωτα σου.

Τη φλέρταρες και σου χαμογελούσε. Σου χαμογελούσε και παραδινόσουν δίχως δεύτερη σκέψη στην αθωότητα της. Στο αγγελικό της πρόσωπο.

Ύμνους ολάκερους θα μπορούσες να τις απαγγείλεις για αυτή της την αθώοτητα.

Θα είσαι τρυφερός μαζί της, απαλός.

Με τα πόδια μισάνοιχτα, σε περιμένει.

Κάθε χάδι σου θα είναι ένα ποίημα Ένα ποίημα αφιερωμένο στην αθωότητα της.

«Για σένα θα μπορούσα να φάω όλα τα μήλα του παραδείσου».

Της ξαναλές και αυτή τη φορά ανοίγει το μικρό της στόμα και σου απαντάει.

«Βάλτον μου και μίλα μου βρώμικα».