Το τραγούδι του φαροφύλακα

Το σπίτι του ήταν μικρό και χαμηλοτάβανο.

Το είχε χτίσει στην άκρη ενός βότσαλου, εκεί που σκάει το κύμα.

Η μέρα του ακόμη μικρότερη.

Οι ώρες έμοιαζαν λεπτά και τα λεπτά με δευτερόλεπτα.

Και οι τσέπες του ήταν πάντα άδειες.

Άδειες και τρύπιες ενίοτε.

Όμως, ερχόταν μια στιγμή, στο τέλος της ημέρας, που κοιτούσε πέρα μακριά στον ορίζοντα και σιγοτραγουδούσε.

Θυμότανε τρεις φίλους του, μια γυναίκα που είχε αγαπήσει και ένα πλοίο της γραμμής που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να πάρει μία μέρα.

Τραγουδούσε δηλαδή, για όλα αυτά που του έχουν απομείνει, για εκείνα που για πάντα έχασε και για όσα περιμένει να έρθουν.

Και το τραγούδι του καμιά φορα γαλήνευε τη θάλασσα.

Κι άλλοτε έκανε το φως του φάρου να σκοτεινιάζει.

Και μια φορά, παρόν, παρελθόν και μέλλον μπλέχτηκαν και έγιναν κουβάρι.

Είδε τους φίλους του και τη γυναίκα του στην κουπαστή του πλοίου,

να ναυαγούν, να χάνονται στην άγρια θάλασσα μπροστά του,

γιατί χαμένος όπως ήταν μέσα στο σιγανό τραγούδι του,

το φάρο να ανάψει είχε ξεχάσει.