Γράμματα από τον πόλεμο - Τσιμεντόληθη

Κουράστηκες και ψάχνεις λίγο ζωντανό χορτάρι να ξαπλώσεις.

Όμως παντού τσιμέντο.

Όπου κι αν ακουμπήσεις το κεφάλι σου βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το σκληρό κράσπεδο.

Ακόμα και όταν είσαι σίγουρος πως βρίσκεις μια γωνιά από ζεστό μαλακό χώμα, μόλις ξαπλώνεις νιώθεις πάλι την τσιμεντένια επιφάνεια να σε πιέζει.

Φεύγεις από την πόλη, κυνηγάς την εξοχή.

Προσπαθείς να θυμηθείς την εξοχή.

Μα όσο κι αν απλώνεις το χέρι σου, εκείνη ξεγλιστρά μέσα από τη φούχτα σου.

Ξεγλιστρά μέσα από τη μνήμη σου.

«Είναι ψεύτικη άραγε ή δεν μπορώ να πιστέψω ακόμη και τα ίδια μου τα μάτια?».

Αναρωτιέσαι.

Ή μήπως όλο το τσιμέντο αυτό, το κουβαλάς μαζί σου στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου;

7 σχόλια:

sofi-k είπε...

Λες; Να κουβαλάμε όλο αυτό το τσιμέντο μέσα μας; Σκληρές αλήθειες...

ΑΠΕΙΡΩΤΑς είπε...

Το τσιμέντο είναι τρόπος ζωής και όχι σκέτο υλικό. Κουβαλιέται όπου πάμε.

padrazo είπε...

Εξοχή. Τι έξοχη λέξη.

lust-time είπε...

το τσιμέντο στις τσέπες μας είναι πάντα για να χτυπάμε πού και πού το κεφάλι μας στον τοίχο

Zoe είπε...

αυτή τη φορά ο lust-time με κάλυψε πλήρως, απλώς συμφωνώ μαζί του

charlie alexandra είπε...

στόκος ίσως;

I.P.Potis είπε...

sofi-k, πιστεύω πως είναι πολλά αυτά που κουβαλάμε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας

απειρώτας, το τσιμέντο είναι πολιτισμός.

παντράζο, και πόσο ακριβή πια.

λαστάιμ, και το τσιμέντο στα πόδια μας για τη βουτιά στη λίμνη της ευδαιμονίας τους.

αλεχάντρα, πιο εύπλαστος. Συμφέρει.