Γράμματα από τον πόλεμο - Πίσω από τον παράδεισο

Κάποτε το ανθρώπινο είδος συνειδητοποίησε το λάθος του και αποφάσισε να αυτοκτονήσει.

Ή μάλλον να αυτοαφανιστεί.

Δεν έγινε με βίαιο τρόπο.

Με πυρηνικά όπλα ή με θανατηφόρα μικρόβια.

Όχι, κανείς δεν είχε το θάρρος για κάτι τέτοιο.

Έγινε πολύ πιο ήπια, αλλά και χρονοβόρα:

Κάθε ζευγάρι έκανε μόνο ένα παιδί.

Κάθε γενιά ήταν η μισή της προηγούμενης.

Έτσι οι άνθρωποι διατήρησαν τις φυσιολογικές ζωές τους, αλλά το είδος αργοπέθαινε.

Και ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, ένας άντρας και μια γυναίκα, οι τελευταίο δύο, έθαψαν τους γονείς τους στην άνυδρη γη και απέμειναν μονάχοι στον έρημο πλανήτη.

Αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Αδάμ και Εύα.


Μα ο κήπος τους απείχε πολύ από τον παράδεισο.

Κι ήταν δασκαλεμένοι από τους γονείς τους τι έπρεπε να κάνουν.

Πως έλαχε σε κείνους να ρίξουν την αυλαία.


Στους ώμους τους το ασήκωτο βάρος της ευθύνης.

Για κάμποσο καιρό οι σκέψεις τους βασάνισαν.

Πως να μην υπακούσουν σε τούτη την ανώτερη δύναμη;

Ποιοι ήταν εκείνοι που θα αμφισβητούσαν το σχέδιο τόσων χρόνων;

Και την ομόφωνη απόφαση ολόκληρης της ανθρωπότητας;

Μα, τώρα πια εκείνοι ήταν η ανθρωπότητα.

Δε θα λογοδοτούσαν για τις πράξεις τους σε κανένα.

Οι ίδιοι ήταν κύριοι της μοίρας τους.

Και πάλι απόφαση δεν μπορούσαν να διαλέξουν κι έτσι μόνο υπέφεραν.

Μέχρι που ήρθε η ώρα να κάνουν το τελευταίο παιδί στον πλανήτη.

Τότε έπαψαν να αναρωτιούνται αν θα συλλάβουν μόνο αυτό ή θα του κάνουν κι άλλα αδέρφια.

Γιατί η Εύα ήταν στείρα.

Θεέ μου, τι ανακούφιση!

Γράμματα από τον πόλεμο - Μικρομέγαλος

Είδα κάποτε σε ένα γάμο, ένα αγόρι που το ντύσανε λες και ήταν μεγάλος.

Του φόρεσαν γραβάτα και ένα σκούρο μπλε σακάκι.

Και του χτένισαν τα μαλλιά χωρίστρα.

Στην αρχή, τον έβλεπες, ένιωθε κάπως άβολα μες σε αυτά τα παράξενα ρούχα.

Ή, μπορεί και να μου φάνηκε, ήταν τα ρούχα που ένιωθαν πιο άβολα κι από τον ίδιο.

Μα όσο περνούσε η ώρα, έπαψε να ξεχωρίζει.

Δεν ήταν πια ο μικρομέγαλος.

Ήταν άλλο ένα σκουρόχρωμο κουστούμι.

Και έπρεπε τότε να τον δεις από πολύ κοντά για να καταλάβεις.

Μες στα παιχνιδιάρικα του μάτια την παιδική αντίσταση.

Και το κοροϊδευτικό χαμόγελο της προδοσίας.

Ίσως νόμιζε πως θα τους ξεγελούσε.

Ίσως νόμιζε πως μοναχά για εκείνη τη μέρα τους έκανε το χατίρι.

Μόνο όταν μπήκε στην εκκλησία, όταν πάτησε το πόδι του στο μάρμαρο, κατάλαβε πως σήμερα παντρευόταν.

Γράμματα από τον πόλεμο - Λαβύρινθος

Ο Χ.Λ. Ρέγες, ήταν ο πιο διάσημος εξερευνητής λαβυρίνθων της εποχής του.

Πραγματικά, είχε ταξιδέψει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και δεν υπήρχε λαβύρινθος που να του έχει αντισταθεί.

Κάποια μέρα και ενώ είχε πια φτάσει στο απόγειο της καριέρας του, άκουσε για το μυστικό λαβύρινθο της Αμπενχακάν.

Ήταν λέει, ο πιο μεγάλος και περίπλοκος λαβύρινθος της γης, σχεδόν θαμμένος στη μέση της ερήμου Αμπενχακάν, θνητός δεν υπήρχε που να μπορέσει να τον λύσει.

Άλλοι του είπαν πως ήταν αόρατος στα μάτια των ανθρώπων και άλλοι πως ήταν καλά κρυμμένος πίσω από οφθαλμαπάτες.

Χαμογέλασε.

Κι έτσι μισό χρόνο αργότερα βρέθηκε να περιπλανιέται χαμένος, με λιγοστές προμήθειες, με τους οδηγούς του να τον έχουν από μέρες εγκαταλείψει και τις καμήλες του νεκρές, μόνος, ανάμεσα σε γη και ουρανό, στη μέση της ερήμου.

Το καραβάνι που τον βρήκε, δεν τα κατάφερε να τον μεταπείσει να σταματήσει αυτή τη μάταια αναζήτηση του.

Δε ζήτησε τίποτα.

Συνέχισε μόνος.

Για δυο ώρες ακόμη και ύστερα γονάτισε.

Έσκυψε το κεφάλι, γέμισε τη φούχτα του με άμμο και την άφησε να χύνεται στο ηλιοβασίλεμα.

Και τότε λίγο πριν πεθάνει αναρωτήθηκε αν τελικά ο λαβύρινθος της Αμπεχανκάν ήταν στα αλήθεια αόρατος,

αν ήταν στην πραγματικότητα η ίδια έρημος – αυτή, ο πιο μεγάλος λαβύρινθος από όλους, δίχως καν έναν τοίχο,

ή μήπως τίποτα περισσότερο από το ίδιο το μυαλό του, που χρόνο με το χρόνο, λεπτό με το λεπτό και δίχως να το καταλάβει, εκείνο μέσα του τον έχτισε.

Γράμματα από τον πόλεμο - Συγνεφιάζει

Σε είδα πάλι χθες, να κοιτάζεις εκείνον τον πίνακα γεμάτη περιεργεια, ίσως και ανυπομονησία.

Δεν υπάρχουν και πολλά για να δεις.

Είναι ένας πίνακας γεμάτος θάλασσα και τίποτα περισσότερο.

«Πότε θα πάμε διακοπές;»

Θυμάμαι, κάποτε, κοιμόμασταν δίπλα στη θάλασσα.

Για μήνες.

Κι ύστερα μας ξυπνούσαν τα πρωτοβρόχια.

«Πότε θα γυρίσουμε;»

Σε είδα πάλι χθες που κοίταζες εκείνον τον πίνακα.

Σαν να έψαχνες, μου φάνηκε, να βρεις τι κρύβεται από πίσω.

Μα δεν τολμούσες και να τον αγγίξεις.

«Άκου! Η θάλασσα χύνεται στην άκρη του κάδρου».

Πότε κολλούσες το κεφάλι σου στον τοίχο προσπαθώντας να δεις από πίσω.

Πότε αφουγκραζόσουν το νερό που κυλούσε από την άκρη του στάλα στάλα..

Σταματα να κοιτάς τον πίνακα.

Τίποτα δεν απόμεινε πια. Μονάχα ένα έρημο κάδρο.

Το καλοκαίρι έχει πια άδειασει και ο τοίχος είναι μούσκεμα.