Ελπίδας εξέγερσις

Σε λίγο ξημερώνει.

Η πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας φίλε μου, λένε πως είναι αυτή.

Τώρα, λίγο πριν η πρώτη σταγόνα φωτός μουτζουρώσει το μαύρο καμβά του ουρανού.

Συλλογιέμαι τον άνθρωπο.

Το φοβισμένο εκείνο τριχωτό πλάσμα, που άφησε πίσω του τις σπηλιές στη μεγάλη περιπέτεια για τα άστρα.

Συλλογιέμαι το ταξίδι του νου.

Τις εξεγέρσεις του νου. Τις εξεγέρσεις της ψυχής. Την αναζήτηση.

Την ομορφιά, την αγάπη για την ομορφιά.

Την αγάπη.

Συλλογιέμαι τον άνθρωπο.

Έπλασε και σκότωσε θεούς.

Σκότωσε και έπλασε τον ίδιο του τον εαυτό.

Τα έβαλε με το αδύνατο, πολέμησε το δυνατό.

Νιώθω το πνεύμα του αρχαίο και ζεστό, να ρέει αδιάκοπα μέσα στις κοίτες που έχτισε ο χρόνος.

Κάθε γενιά αφήνει κάτι στην επόμενη.

Τη σκοτεινιά διαδέχεται το φως.

Το φως της εξέγερσης.

Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα της εξέγερσης. Η ίδια του η ύπαρξη είναι εξέγερση.

Αυτό μας διδάσκει το ποτάμι του χρόνου.

Αυτό μας διδάσκει το αίμα που χύθηκε και χύνεται. Το αίμα που φτιάχνει τον καλύτερο άνθρωπο.

Δεν είναι εύκολο, το ξέρω.

Μάθαμε όμως τόσα, ακόμη μαθαίνουμε και έχουμε τόσα να μάθουμε ακόμη.

Μην απελπίζεσαι. Μαζί προχωράμε

Εγώ. Εσύ. Αύριο αυτός, μεθαύριο αυτοί.

Ξημερώνει και σε αγαπάω φίλε μου.

Ξημερώνει και δημιουργώ.

Ελπίζω.

Στην ντουλάπα

Σήμερα το πρωί άνοιξα τη ντουλάπα μου και βρήκα μέσα έναν άγγελο να σαπίζει.

Είχε τετράγωνα δόντια και γένια και μύγες που ζουζούνιζαν ανάμεσα στο ξεθωριασμένο φωτοστέφανο του.

Το μισό του πρόσωπο είχε λιώσει. Το άλλο μισό χαμογελούσε.

Παραδόξως δε βρώμαγε, αλλά το θέαμα μου έφερε ναυτία.

Έκλεισα την ντουλάπα. Ζαλιζόμουν.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μέχρι να συνέλθω.

Να συνέλθω για να πάω δουλειά, να αρχίσω τη μέρα μου.

Και ο άγγελος;

Θα τον αποτελειώσουν τα ποντίκια. Έτσι δε γίνεται συνήθως;

Κοίταξα ξανά την ντουλάπα, κλειστή. Έκλεισα κι εγώ τα μάτια.

Ονειρεύτηκα μια πλατεία γεμάτη κόσμο και μουσικές.

Ξύπνησα. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή και άδεια.

Προσπάθησα να σηκωθώ, ζαλιζόμουν ακόμα. Έκλεισα πάλι τα μάτια.

Ονειρεύτηκα μια πλατεία γεμάτη καμένα αγάλματα και σκοτωμένα παιδιά.

Ανάμεσα τους μια φωνή ψιθύρισε

«Κόλαση είναι ο παράδεισος που καίγεται».

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν σκοτεινά.

Σκοτεινά και στενάχωρα.

Όπως μέσα σε μια κλειστή, ασφυκτικά μικρή, ντουλάπα.

Γένεσις

Δεν εχω ξαναβρεθεί σε μαιευτήριο.

Χθες για πρώτη φορά συναντησα δυο ανθρώπους 7 ωρών ο καθένας. Ναι το άθροισμα των ζωών τους δεν ήταν ούτε μια μέρα ακόμη.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με την καθαρή ύπαρξη, ανόθευτη ακόμα από τις τεχνητές προσμίξεις που οι ιδιοι δημιουργήσουμε.

Μαζί μας μια νοσοκόμα, γκρινιάρα, φωνακλού, πιο αποστειρωμένη από τα μπιμπερό που ρουφούσαν λαίμαργα τα δίδυμα, μας έκανε παρατηρήσεις και μας αγριοκοιτούσε.

Ανίκανη να μοιραστεί τη χαρά των γονιών, τη χαρά της δημιουργίας.

Η εξουθενωτική επαναλειψιμότητα των συναισθημάτων την έχει ξεφλουδίσει.

Άνθρωπος, μυστήριο πλάσμα, αντίφαση της ίδιας του της ύπαρξης.

Δεν ανησυχώ, τελικά η ζωή θριαμβεύει.

Καλό χυμώνα

Με τον υδράργυρο ως συνήθως σε υψηλά για την εποχή επίπεδα.

















Και το έγκλιμα να συνεχίζεται.