η ψείρα














O Ισιδόρο Κρουζ απ' το Λας Έρας της επαρχίας Τσουμπούτ, ήπιε μια γερή δόση κρασί κι άρχισε:

«Αυτό που θα σας διηγηθώ, συνέβη πριν κάμποσο καιρό, τη χρονιά του βαρύτερου χειμώνα - θα πρέπει να τη θυμάστε. Τότε ήμουν φτωχούλης και ξερακιανός. Τόσο ξερακιανός που δεν έδινα σκιά. Τόσο ξερακιανός που δεν μπορούσα να φορέσω το πόντσο μου, γιατί, μόλις περνούσα το κεφάλι μου απ'την τρύπα, το πόντσο κατρακυλούσε στα πόδια μου. Μια μέρα είπα μέσα μου:

"Ισιδόρο, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, πρέπει να πας στη Χιλή". Επειδή όμως τ'αλογο μου ήταν κι αυτό ξερακιανό σαν κι εμένα, πριν το καβαλήσω το ρώτησα:

"Τι λες φιλαράκο; Θα μπορέσεις να με σηκώσεις;" Κι εκείνο μου αποκρίθηκε:

"Ναι, αλλά δίχως σέλα. Βολέψου εδώ, ανάμεσα στα παΐδια μου". Έκανα ότι μου 'πε, και πιάσαμε να ανηφορίζουμε την κορδιγιέρα. Βρισκόμασταν πολύ κοντά στα σύνορα με τη Χιλή, όταν άκουσα μιαν αδύνατη φωνούλα να μου λέει:

"Δεν αντέχω άλλο, θα κατέβω εδώ". Έκπληκτος, κοίταξα ολόγυρά μου μπας και βρω ποιος ήταν αυτός που μιλούσε, αλλά δεν είδα κανέναν. Τότε μίλησα στην ερημιά:

"Δε σε βλέπω. Παρουσιάσου". Η φωνή ξανακούστηκε:

"Κάτω απ'την αριστερή σου μασχάλη. Είμαι κάτω απ'την αριστερή σου μασχάλη". Έχωσα το χέρι μου μέσα στο πουκάμισο μου κι έπιασα κάτι μες στις δίπλες της μασχάλης. Βγάζοντας το χέρι μου, είδα κολλημένη στο δάχτυλο μου μια ψείρα - μια ψείρα τόσο αδύνατη όσο και τ'άλογό μου, όσο κι εγώ.

"Κακόμοιρη ψειρούλα" σκέφτηκα και τη ρώτησα από πότε ζούσε πάνω μου.

"Πολλά χρόνια, πολλά. Ήρθε η στιγμή να χωριστούμε. Αν και δε ζυγίζω ούτε ένα γραμμάριο, σας είμαι άχρηστο βάρος - κι εσένα και τ'αλόγου σου. Άσε με χάμω σύντροφε". Κατάλαβα πως η ψείρα είχε δίκιο και την έκρυψα κάτω από μία πέτρα, για να μην τη φάει κανένα πετούμενο.

"Αν πιάσω την καλή εκεί που θα πάω, θα 'ρθω να σε βρω στην επιστροφή μου, και θα σ' αφήσω να τσιμπήσεις όσο θες" της είπα αποχαιρετώντας την.

Στη Χιλή, έπιασα την καλή, πήρα βάρος, πάχυνε και τ'αλογο μου, κι όταν, ένα χρόνο αργότερα, πήραμε το δρόμο του γυρισμού με το πουγκί γεμάτο, με καινούργια σέλα και σπιρούνια, αναζήτησα την ψείρα στο σημείο που την είχα αφήσει. Τη βρήκα. Ήταν ακόμη πιο αδύνατη απ' όταν την άφησα - φέγγριζε και σχεδόν δεν κουνιόταν.

"Εδώ μου 'σαι, ψειρούλα μου, ε; Έλα λοιπόν και τσίμπα. Τσίμπα όσο θέλεις" της είπα, βάζοντας την πλάι κάτω από την αριστερή μου μασχάλη. Η ψείρα τσίμπησε (στην αρχή σιγά σιγά, αργότερα με δύναμη), διψασμένη για αίμα. Τότε έπιασε να γελάει, κι έβαλα κι εγώ τα γέλια, και τα κόλλησα και στ' άλογό μου. Διασχίσαμε τα βουνά γελώντας, μεθυσμένοι από ευτυχία, κι από τότε αυτό το πέρασμα του βουνού ονομάζεται Πέρασμα της Χαράς.

Όλα αυτά συνέβησαν, όπως σας είπα, πριν κάμποσο καιρό, τη χρονιά τού βαρύτερου χειμώνα...»

Ο Ισιδόρο Κρους τελειώνει το ψέμα του με προσποιητή σοβαρότητα. Οι γκαούτσο ζυγίζουν την ιστορία του, την αξιολογούν, αποφασίζουν πως είναι ένα υπέροχο ψέμα, χειροκροτούν, πίνουν, ορκίζονται να μην το ξεχάσουν ποτέ κι έρχεται η σειρά του Κάρλος Άινς, του ξανθού γκούτσο απ' το Κογιάικε.

Όταν νυχτώνει, οι γκαούτσο συνεχίζουν τα ψέματα τους δίπλα στη φωτιά. Κάποιοι πεόν ψήνουν τ' αρνιά. Οι κυρίες του υποστατικού αναγγέλλουν πως μπορούμε να περάσουμε στο τραπέζι. Αποφασίζουμε με τον Μπάλδο Αράγιο να πάμε μια βόλτα ίσαμε τις βατομουριές. Εκεί, καθώς κατουράω, σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω τον ουρανό γεμάτο αστέρια - χιλιάδες αστέρια.

«Καλό το ψέμα με την ψείρα» σχολιάζει ο Μπάλδο.

«Κι αυτός ο ουρανός, Μπάλδο; Κι αυτά τα αστέρια; Είναι κι αυτά ένα ψέμα της Παταγονίας;»

«Τι σημασία έχει; Σ' αυτόν τον τόπο, λέμε ψέματα για να 'μαστε ευτυχισμένοι. Κανείς μας όμως δεν μπερδεύει το ψέμα με την απάτη».

Λ. Σεπούλβεδα
Patagonia Express


1 σχόλιο:

χ.ζ. είπε...

πολύ όμορφα λόγια αυτά τα τελευταία! και πόσο παράταιρα ακούγονται στο σημερινό κόσμο, που εκτιμάει μόνο τα μετρήσιμα δεδομένα!