Το σκιάχτρο

Υπάρχει στην άκρη της πόλης μας, ή της νύχτας για τους περαστικούς, ένα σπίτι που θυμίζει σκιάχτρο, που δηλαδή βρίσκεται εκεί για να μας φυλάει από όσους προσπαθούν να κλέψουν κάτι από τα χωράφια που τόσα χρόνια καλλιεργούμε, άλλοι στις ταράτσες, άλλοι στα μπαλκόνια κι άλλοι στα κυριακάτικα τραπέζια μας.

Αυτό το σπίτι έχει μόνο ένα δωμάτιο και το δωμάτιο ένα μόνο κρεβάτι και τίποτα άλλο. Πάνω του είναι ξαπλωμένο ένα μωρό, που δεν μπορείς να καταλάβεις αν είναι αγόρι ή κορίτσι, αλλά είσαι σίγουρος πως είναι το παιδί του ανθρώπου και νιώθεις την ελπίδα όταν το κοιτάς, ή ακόμη κι όταν το ακούς να κλαίει.

Κάθε ξένος που επισκέπτεται την πόλη περνάει έξω ακριβώς από αυτό το σπίτι και τότε, μόνο τότε, το μωρό μιλάει και του λέει με καθάρια, αλλόκοτη φωνή να ανοίξει την πόρτα και να μπει μέσα. Μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει παρακούσει, όλοι οι ξένοι αμέσως μπαίνουν μέσα. Τότε εμείς τους ακούμε να φωνάζουν τρομαγμένοι, ή να κλαίνε, ή να βγάζουν άλλους ήχους που θυμίζουν περισσότερο ζώα παρά άνθρωπο.

Κάποιοι βγαίνουν αμέσως έξω και δεν τολμούν να πατήσουν ποτέ ξανά στην πόλη μας. Κάποιοι άλλοι τρελαίνονται, κάποιοι βγαίνουν βουβοί και γερασμένοι, οι περισσότεροι φεύγουν χωρίς πολλές κουβέντες. Υπάρχουν όμως και μερικοί που συνεχίζουν το δρόμο τους και έρχονται τελικά στην πόλη.

Κανένας όμως ποτέ δε μίλησε για το σπίτι αυτό, για το μωρό και για όσα γίνονται εκει μέσα. Μόνο μια φορά ενάς γυρολόγος από το βορρά, μεθυσμένος και με άγρια όψη στα μάτια, ζήτησε ένα κερί κι ένα μαχαίρι, κι αφού σφράγισε τα μάτια του με βουλοκέρι, έκοψε τον αριστερό του δείκτη και φώναξε κοιτάζοντας και δείχνοντας με αίμα το φεγγάρι.

"Γιε μου και κληρονόμε μου, μονάχα στάχτη αφήνω".

Κι ύστερα απο αυτό, όσοι τον άκουσαν κυριεύτηκαν από μία ανεξήγητη μανία και άναψαν μια φωτιά μεγάλη και έκαψαν το σπίτι αυτό, μα μέσα στις φλόγες δεν άκουσαν κλάμα μωρού. Δεν άκουσαν τίποτα απολύτως, λες και οι φλόγες έχασαν τη λαλιά τους, μέχρι που τους συγκλόνισε ένας εκκωφαντικός θόρυβος από κραυγές οδύνης πίσω τους και γύρισαν και είδαν την πόλη μας να καίγεται.

Δεν έμεινε απολύτως τίποτα, μονάχα μια πεδιάδα γκρίζα στρωμένη από στάχτη και κόκκαλα και ένας άνεμος που θύμιζε το κλάμα ενός μωρού παιδιού. Ή καμιά φορά όταν χάραζε το γέλιο του. Και κάθε άνοιξη, την πρώτη βδομάδα του απρίλη, φυτρώνει ένα παράξενο λουλούδι, ασχημοθώρητο, που οι παππούδες μας το λέγαν σκιάχτρο και οι γιαγιάδες μας το πότιζαν με γάλα.

4 σχόλια:

MåvяiÐåliå είπε...

Ποιος είναι ο κύκλος ζωής του σκιάχτρου;

I.P.Potis είπε...

Εξαρτάται που θα το φυτέψεις.

Ανώνυμος είπε...

αυτο το σπιτι με το αθωο μωρο μεσα ,η καρδια της πολης, οταν καιγεται παιρνει μαζι του τη ζωη απο γυρω του και αφηνει στη θεση του ενα σκιαχτρο

Northella είπε...

Ενιοτε τα σκιαχτρα ειναι πιο αποτελεσματικα κι απο καστρα. Μπορει κ φιλτρακι, να μην γκρεμιζονται οι πολεμιστρες απο δειλους κι αθωους.