Το μακαρόνι

μακαρόνι(το)(ουσ.) = είδος ζυμαρικού που μοιάζει στο σχήμα με λεπτό σωλήνα.
.
Ποιος θα το ‘λέγε πως ένα μακαρόνι θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του γνωστού αφροδισιολόγου Παύλου Χατζηπετρή. Κι όμως το αυθαδικό μακαρόνι, που λίγο πριν κολύμπαγε ανέμελο σε μια λιμνούλα κόκκινης σάλτσας, προσγειώθηκε αθόρυβα στο λευκό φανελάκι της Έλσας. Αυτό που δεν ήταν και τόσο αθόρυβο ήταν η αντίδραση της Έλσας˙ στη θέα του έβαλε τις φωνές και σηκώθηκε απότομα γκρινιάζοντας για να πάει στην τουαλέτα. Τη στιγμή εκείνη από την άλλη πλευρά του εστιατορίου, ο Σωτήρης σηκωνόταν και ξεκινούσε το σύντομο ταξίδι του για την έξοδο. Στα μισά του δρόμου διασταυρώθηκαν.
.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο έρωτας γεννιέται από μια τέτοια απόλυτη τυχαιότητα. Έτσι, όταν μια βδομάδα αργότερα ο Σωτήρης και η Έλσα έβγαιναν από τον κινηματογράφο πιασμένοι χέρι χέρι, κανένας από τους δυο τους δεν απασχόλησε το μυαλό του με αυτό το θέμα. Εξάλλου αμοιβαία σύμπτωση ήταν το πως βρέθηκαν κι οι δυο για πρώτη φορά σε εκείνο το ιταλικό εστιατόριο, όπως επίσης συμπτωματικά είχαν γνωριστεί πριν χρόνια με τους φίλους που πρότειναν αυτό το μαγαζί.
.
Όλα αυτά, μπορεί να μην τα σκέφτονταν οι δυο μελλοντικοί εραστές, αλλά τα γυρόφερνε στο νου της η Κατερίνα, η κολλητή του Σωτήρη. Τέσσερα χρόνια φίλοι, πάλευαν ανάμεσα στη φιλία και τον έρωτα, δεν μπορούσαν να καταλήξουν οι δυο τους τι θέλουν ο ένας από τον άλλο˙ Αθήνα ο Σωτήρης, Θεσσαλονίκη η Κατερίνα - αυτές οι σπουδές τη σήμερον ημέρα έχουν μπερδέψει σχέσεις και σχέσεις.
.
Αυτό που δε θα μπορούσε βέβαια να ξέρει η Κατερίνα, ήταν πως, αν το μακαρόνι εκείνο δεν πραγματοποιούσε τη γενναία του πτώση θα κατέληγαν εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα του Σωτήρη, ολομέθυστοι, να κάνουν έρωτα μέχρι το πρωί. Και εκείνη θα του έδινε το προφυλακτικό που ‘χε πάντα στη τσάντα της, το οποίο τυχαίνει να είναι το μοναδικό της κούτας που πέρασε το τεστ αντοχής ενώ δε θα πρεπε. Έτσι η Κατερίνα θα έμενε έγκυος – πια η πιθανότητα! – από το Σωτήρη, θα χώριζε με το Λουκά και θα έκανε στα 20 της την πρώτη της έκτρωση. Εδώ ας μην αναφερθούμε στο ότι το αγέννητο παιδί της θα ανακάλυπτε, κάνοντας το διδακτορικό του, τη θεραπεία της αεροφαγίας – μιλάμε για εγκλημα απέναντι στην ανθρωπότητα! Η έκτρωση αυτή θα της απαγόρευε να κάνει στο μέλλον παιδιά, εξαιτίας μιας μικρής ανωμαλίας στις ωοθήκες της, που ο γυναικολόγος της επέμβασης δεν πρόσεξε γιατί είχε τα νεύρα του με τη γυναίκα του μιας και εκείνη αποφάσισε χθες το βράδυ, πως ήταν πλέον προσβλητικό στην ηλικία της να του παίρνει πίπες.
.
Το ελαττωματικό προφυλακτικό το φόρεσε τελικά ο Λουκάς και το αποτέλεσμα δεν ήταν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, – κι ευτυχώς, γιατί αυτός ο γυναικολόγος θα εντόπιζε το πρόβλημα στις ωοθήκες και ο γιος του Λουκά είχε μια κλίση προς την παιδεραστία κι όχι τη βιολογία – αλλά μια ανεπιθύμητη σύφιλη. Έτσι, η Κατερίνα, πάλι χώρισε με το Λουκά, αφου αυτή η σύφιλη έγινε αφορμή για να ανακαλύψει πως την κεράτωνε μανιωδώς, και αντί για γυναικολόγο οδηγήθηκε σε ένα αφροδισιολόγο.
.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο: ο αφροδισιολόγος, εν ονόματι Παύλος Χατζηπετρής, ετών 45, νυμφευμένος και έχων δυο ανήλικα παιδιά, ιδιαιτέρως εμφανίσιμος αλλά και πάντοτε πιστός στη γυναίκα και την οικογένεια του, βρίσκεται για πρώτη φορά, μετά από 12 χρόνια ευτυχισμένου έγγαμου βίου, ενώπιον της αμφιβολίας.
.
Η πολύ εντυπωσιακή νεαρά, τον κοιτάζει στα μάτια και τον πληρώνει για τελευταία φορά, αφού η θεραπεία ολοκληρώθηκέ επιτυχώς. Το ντεκολτέ της είναι βαθύ, ο Ιούλης στα κέφια του και οι γάμπες της σοκολατένιες. Μέσα σε αυτά τα δευτερόλεπτα ο κύριος Χατζηπετρής πρέπει να κάνει πράξη την απόφαση που ‘χε λάβει, γιατί αυτή η ιστορία ροκάνιζε το μυαλό του δυο μήνες τώρα. Να ‘μαστε λοιπόν πάλι μπρος στο κρίσιμο σημείο:
.
«Σας ευχαριστώ κύριε Παύλο. Ήσασταν πολύ καλός μαζί μου».
.
Δυτυχώς, ο κύριος Χατζηπετρής δεν έχει πάρει καμιά απόφαση. Το ειρωνικό στην όλη υπόθεση είναι πως αν δεν κερατώσει τη γυναίκα του, αμέσως μετά, φεύγωντας από το ιατρείο, θα σκοτωθεί σε τροχαίο, καθώς σκεπτικός κι αφηρημένος όπως περπατά, θα περάσει το δρόμο χωρίς να κοιτάξει και θα βρεθεί στην αγκαλιά μιας μερσεντές. Χωρις λοιπόν να χει την παραμικρή ιδέα, ο κυριος Παύλος καλείται μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα να πάρει μια ηθική απόφαση που είναι πολύ πιθανό να τον οδηγήσει στο θάνατο (αν βέβαια δεν ξεχνούσε να σταματήσει δέκα μέτρα πιο πριν στο περίπτερο για τσιγάρα δε θα αντιμετώπιζε αυτή την καταδίκη – αλλά είπαμε ήταν αφηρημένος).
.
Ποιος θα ευθύνεται όμως για το θάνατο του άτυχου αφροδισιολόγου; Ο ίδιος, γιατί άφησε την ανασφάλεια των 45 του χρόνων να ανακατώσει τις βασικές αρχές του; Ή μήπως γιατί είναι δειλός, προσκολλημένος σε ανούσια πλέον ηθικά διλημματα, που τον εμποδίζουν να χαρεί την απλή ομορφιά της ζωής˙ την ομορφια που θα του προσφέρει η συνουσία με τούτο το αγγελικό πλάσμα μες στο κατακαλόκαιρο; Φταίει η Κατερινά, γιατι αδιαφορεί για την οικογενειακή κατάσταση και τους προβληματισμούς του κύριου Παύλου και νοιάζεται μοναχά για το πως θα καταφέρει να πραγματοποιήσει τη φαντασίωση της – την κουβαλάει από το γυμνάσιο εξάλλου – να κάνει έρωτα με έναν ώριμο ωραίο άντρα; Φταίει η κακούργα κοινωνία γιατί μες στη μεταμοντέρνα ελευθερια των ηθών, καταδικάζει τη μοιχεία ενώ σε προδιαθέτει να τη διαπράξεις; Φταίει ο δυτικός τρόπος σκέψης, της κτητικής μονογαμίας, των τύψεων και της συναισθηματικής υποκρισίας; Φταίει ο Ντίντης, το πλουσιόπαιδο που οδηγούσε με 80 μες στα στενα τη μερσεντές του μπαμπά, γιατι τον πρήζει η Σόνια, η κοπέλα του, ενώ αυτός την έβγαλε για φαί; Η μήπως τελικά για όλα φταίει το μακαρόνι;
.
Αλλά όπως γνωρίζουμε όλοι, σημασία στις μέρες μας δεν έχει καθόλου το ποιος φταίει, αλλά το τι θα γίνει τελικά. Κέρατο ή θάνατος; Για να δουμε λοιπόν.
.
«Σας ευχαριστώ κύριε Παύλο. Ήσασταν πολύ καλός μαζί μου». Η Κατερίνα δεν έχει πάρει στιγμή τα μάτια της από τα δικά του. Η γλώσσα της ακουμπά ελαφρά στα χείλια της.
«Να σαι καλά παιδί μου. Καλό καλοκαίρι». Θάνατος. Η Κατερίνα σηκώνεται, τον κοιτάζει ακόμα – ο Ντίντης βάζει το κλειδί στη μίζα – ο κύριος Παύλος δε νιώθει την ανακούφιση που περίμενε να νιώσει.
«Κύριε Παύλο, ξέρετε κάτι; Πάντα ήθελα να κάνω έρωτα με έναν άντρα της ηλικίας σας, έτσι για μια φορά, χωρις να το μάθει κανεις...», και να που το μικρό ετούτο ανήθικο πλασματάκι κάνει την τελευταία απόπειρα να σώσει τη ζωή του καταξιωμένου αφροδισιολόγου˙ αλλά ταυτόχρονα οδηγεί και τα νήματα της μοίρας έτσι ώστε εκείνος να βρεθεί ακριβώς τη σωστή στιγμή μπρός στο δήμιο-Ντίντη, ο συχρονισμός είναι το κλειδί.
.
Ο κύβος ερρίφθη. Ο Παύλος Χατζηπετρής σηκώνεται όρθιος και ανοίγει το στόμα του. Οι λέξεις ταξιδεύουν με την ταχύτητα των 250 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο και προσγειώνονται στα ανυπόμονα αυτιά της Κατερίνας. Ο Σωτήρης και η Έλσα τρώνε αγκαλιά παγωτό σε ένα παγκάκι στον Πόρο. Ο Λουκάς πλένει το φιατ πούντο του με τα 243 άλογα. Ο Ντίντης πατάει γκάζι, δίπλα του η Σόνια του γκρινιάζει για το λεκέ στην καινούργια της μπλούζα. Λεκέ από κόκκινη σάλτσα φυσικά, που άπλωσε με σαδιστική απόλαυση ένα παιχνιδιάρικο μακαρόνι.

Το μονο της ζωής μου ταξίδιον

Ξεκίνησα να πάω ένα ταξίδι

κάποτε, μα μετά απο λίγο το ξανασκέφτηκα και σταμάτησα. Έβγαλα τα ρούχα από τη βαλίτσα, έσκισα τα εισητήρια και έκατσα μπρος στην τηλεόραση. Καλύτερα έτσι.

Η τηλεόραση έδειχνε ένα ντοκυμαντέρ. Για ένα ταξίδι στον τόπο που θα πήγαινα. Αχ, ευτυχώς που υπάρχει και η τηλεόραση και μπορούμε να βλέπουμε όλα τα ταξίδια που ποτέ δεν κάναμε.

Ήπια και μπύρες, αραχτός στον καναπέ μου και αν θυμάμαι καλά είχα παραγείλει και πίτσα.

Τι τυχερός που ήμουν, πραγματικά! Δε χρειάστηκε να το κουνήσω ρούπι από τον καναπέ μου και ευθύς βρέθηκα σε εκείνο τον τόπο το μακρινό. Δεν ξόδεψα ούτε χρόνο, ούτε χρήματα. Και ο χρόνος είναι χρήμα, όπως λέει και το αφεντικό μου.

Μετά το ταξίδι είδα το αυτοκίνητο που ποτέ δεν κατάφερα να αποχτήσω. Στην τηλεόραση. Και το σπίτι των ονείρων μου και μια χαρούμενη οικογένεια και φίλους. Φίλους αληθινούς. Και την άλλη μέρα, είδα ξανά το ταξίδι σε επανάληψη και άλλα ταξίδια σε μέρη ακόμη πιο μακρινά.

Κάθε μέρα ταξίδευα, δεν το μετάνιωσα καθόλου που δεν έφυγα ποτέ εκείνο το βράδυ. Κι ούτε πρόκειται να το ξανασκεφτώ να φύγω. Αφού υπάρχει η τηλεόραση.

Θα σου πω κάτι. Για όλα αυτά που ποτέ δε θα κάνεις θα υπάρχει πάντα μια τηλεόραση.

Θα σου πω και κάτι άλλο.

Να τη σπάσεις.

Ηδονή ή αβλεψία?

Ήταν το πρώτο Πάσχα της ζωής μου πέρασα ολομόναχος. Ούτε συγγενείς, ούτε φίλοι, ούτε γνωστοί. Γνωστοί υπήρχαν αλλά τους απέφυγα.

Τη Μ.Παρασκευή πήγα στον επιτάφιο αλλά γύρισα στο σπίτι μου πριν γυρίσει εκείνος την πόλη. Δεν ασπάζομαι το χριστιανισμό, αλλά σέβομαι τις παραδόσεις του. Κατάλαβα όμως πως τελικά ούτε τις παραδόσεις σέβομαι. Απλά μου αρέσει να τις μοιράζομαι. Οπότε έφυγα, γύρισα σπίτι και ήπια ένα τσίπουρο. Ύστερα, κοιμήθηκα.

Το Μ.Σάββατο δεν πήγα καν εκκλησία και την Κυριακή έψησα δυο μπριζόλες και έπαιξα κάμποση ώρα σκάκι στο δίκτυο. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί τι μίζερο Πάσχα και να νιώσει συμπάθεια ή οίκτο. Δεν είναι όμως έτσι. Για μένα ήταν ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο και αν δεν ήταν τα τηλέφωνα των φίλων θα περνούσε απαρατήρητο. Το μυαλό μας κάνει δυστυχείς ή ευτυχισμένους. Είμαι μακριά από τους φίλους μου εδώ και δύο χρόνια. Μου λείπουν έτσι κι αλλιώς, το Πάσχα δεν αλλάζει κάτι.

Τη Δευτέρα το βράδυ κατασκόπευσα λίγο τη γειτόνισσα μου. Ξέρω πως δεν είναι σωστό, αλλά νιώθω ότι κατα βάθος το ξέρει ότι τη βλέπω. Ίσως αυτό να ‘ναι το άλλοθι κάθε ηδονοβλεψία. Τα σπίτια μας είναι απέναντι˙ βλέπω την κρεβατοκάμαρα της. Δε μου έχει ξανατύχει να παρακολουθήσω τη σεξουαλική ζωή κάποιου άλλου ζωντανά. Παλιότερα, θυμάμαι, όταν τη συναντούσα στο δρόμο, σχεδόν δεν την πρόσεχα. Ήταν τόσο συνηθισμένη φυσιογνωμία που σχεδόν αγνοούσα την ύπαρξη της.

Από τότε που την είδα πρώτη φορά στα ενδότερα διαμερίσματα της αυτό άλλαξε. Είναι περιέργο πως ελκύεσαι ξαφνικά από τον άλλο, επειδή μόνο και μόνο γνωρίζεις ότι κάτω από το λιτό τζιν της κρύβεται ένα κόκκινο μικροσκοπικό στριγκάκι ή ότι συνήθως βάζει το σύντροφο της να εκσπερματώσει πάνω στο στήθος της. Τότε και η πιο αδιάφορη φυσιογνωμία αποκτά μία αύρα σκοτεινής γοητείας. Πόσο μάλλον όταν ανακαλύπτεις πως πίσω από τη χλιαρή εμφάνιση κρύβεται τόσο πάθος, που ίσως φτάνει στα όρια της διαστροφής.

Αναρωτιέμαι συχνά πως θα ένιωθα, αν ήμουν εγώ το αντικείμενο παρακολούθησης. Αν με παρακολουθούσε εκείνη, οποιαδήποτε εκείνη, την ώρα που εγώ κάνω έρωτα. Είμαι σίγουρος πως η σκέψη τούτη με διεγείρει. Να σκέφτομαι πως ανάμεσα στις δυο κρεβατοκάμαρες μας έχει χτιστεί μια αόρατη γέφυρα, πως υπάρχει μια μυστική επικοινωνία. Σήμερα σε βλέπω εγώ, αύριο εσύ. Ναι, ναι σίγουρα με διεγείρει. Όμως αυτό ίσως και να είναι το άλλοθι κάθε ηδονοβλεψία.

Μήπως σου βρίσκονται 100.000 ευρώ?

Με αφορμή το τελευταίο ποστ του περαστικού:

Η ληστεία των 100.000 ευρώ δεν πήγε καλά και τώρα, αν και καταφέρατε να κρύψετε τα χρήματα, βρίσκεσαι μαζί με τον συνένοχο σου για ανάκριση σε ξεχωριστούς θαλάμους.

Αν δεν ομολογήσει τη ληστεία κανείς από τους δυο σας θα φάτε απο 2 χρόνια φυλακή ο καθένας.

Αν ομολογήσετε και οι δυο θα φάτε από 7 χρόνια.

Αν ομολογήσει ο ένας από τους δυο, αυτός που ομολογει την γλιτώνει και αυτός που δεν ομολογεί τρώει 10 χρόνια.

Μην ξεχνάτε πως δεν γνωρίζει κανείς από τους δυο σας τι θα αποφασίσει ο άλλος.
.
Λοιπόν; Καμιά ιδέα;

Senorita

I’ve been shot in the wherewithalls
and I don’t think I can stop from all this hullabaloo΄
.
Κάθομαι στο αυτοκίνητο, ψιχαλίζει. Το τραγούδι στο ράδιο δε λέει να τελειώσει.

Δυο οδοκαθαριστές μαζεύουν τα απομεινάρια της λαϊκής. Προσπαθώ κι εγώ να μαζέψω τις σκέψεις μου. Ή έστω τα απομεινάρια τους.

Πολύ αλκοολ, πολύς πονοκέφαλος, πολύ νύστα. Και βήχας, πολύς βήχας.

Τα πρωινά, ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους ανθρώπους. Ειδικά αν μοιραζόμουν το κρεβάτι μου μαζί τους το προηγούμενο βράδυ.
.
Mary jane’s on the game again
seratonin’s all I use I just wish it were true
.
Ψιχαλίζει, κάθομαι στο αυτοκίνητο. Τσιγάρα; Γιατί, έχω αναπτήρα; Οι γυναίκες θέλουν να κάνουν παιδιά, οι άντρες σεξ. Το αποτέλεσμα ονομάζεται πολιτισμός.

«Η ηθική, θήκη του πολιτισμού πολύτιμη είναι». Ποιος το είχει πει αυτό; Ίσως κι εγώ χθες βράδυ όταν σε φλέρταρα. Βήχας.

«Η ηθική από καιρό έχει πεθάνει. Η αισθητική μας κυβερνά μονάχα». Είχες απαντήσει.

Don’t treat me like a god Treat me like a dog
I’ll come home to you
To you

Ένας γέρος ταλαίπωρος περνάει το δρόμο. Σαπισμένα δόντια και πνευμόνια, μου χαμογελά. Μου χαμογελά ο θάνατος σαν γερασμένος πιστολέρο. Βήχας.

Του χαμογελώ κι εγώ, αλλά έχει φύγει.

Κάθε βήμα του, η ζωή που μας απομένει. Μαζί; Μόνοι;

I’m addicted to you You’re my love my senorita
I’m addicted to you Hope were gonna pull through
I’m addicted to you You’re the love that makes me younger
I’m addicted to you Hope were gonna pull through
Pull through

Βήχας. Μαζεύονται οι ψιχάλες σιγά σιγά στο παρμπρίζ. Μαζεύονται και λένε τα μυστικά τους.

Η ψιχάλα πάντα θέλει να γίνει βροχή κι ύστερα πάλι αναπολεί τον καιρό που ήταν ψιχάλα.

«Και τα σύννεφα;»

Τι να πω εγώ για τα σύννεφα. Αυτά δε θα σταματήσουν ποτέ να ταξιδεύουν.
.
Sing a prayer Lonely nights are here
If I can’t square my fears With what I want to do

Γκρίζα σύννεφα, με γεύση κάρβουνου και άνοιξης. Η γεύση σου στο στόμα μου. Μαζί με φτηνό κρασί, φτηνά τσιγάρα και πρόστυχα ανέκδοτα.

Βήχας. Βήχας και το τραγούδι στο ράδιο δε λέει να τελειώσει.

Μόνο οι οδοκαθαριστές έφυγαν. Βρίζοντας.

Don’t treat me like a god Treat me like a dog
I’ll be good to you To you

Βρέχει.

Κάθε μέρα που ξυπνάω δίπλα σου όλα αυτά τα χρόνια,
κάθε μέρα που φεύγω βιαστικός,
που σε κοιτάζω έτσι για μια στιγμή πριν κλείσω την πόρτα,

σε βλέπω για πρώτη φορά.

I’m addicted to you You’re my love my senorita
I’m addicted to you Hope were gonna pull through
I’m addicted to you You’re the God that makes me stronger
I’m addicted to you Hope were gonna turn blue
Turn blue

Η βδομάδα των παθών μου

Η βδομάδα των παθών ξεκίνησε από την παρασκευή το απόγευμα, λες και βιάζονταν οι πρόκες για το ετήσιο ραντεβού τους με τον Εσταυρωμένο.

Οι λέξεις που έμαθα αυτές τις άγιες μέρες: ελεύθερο επάγγελμα & deadline

Αντε καλή σταύρωση

υ.γ. μάλλον δεν έπρεπε να βάλω στο στόμα μου τους άγιους τόπους μέρες που είναι.

Από τον Πύργο... στον Πύργο






Σύμφωνα με τον έγκυρο ταξιδιωτικό οδηγό lonely planet, ο Πύργος Ηλείας είναι ευρύτερα γνωστός με το τοπωνύμιο, "Άγιοι Τόποι".

Ο λόγος;

Όποιος περνάει από εκεί κάνει το σταυρό του.

Παιχνίδια ρόλων

- Σου άρεσε;
- Μμμ, πολύ...
- Κι εμένα.
- Ξέρεις κάτι;
- Τι;
- Μου αρέσει πολύ όταν παίζουμε ρόλους.
- Κι εμένα, αλλιώς δε θα το κάναμε, έτσι δεν είναι;
- Μη νομίζεις ότι αρέσει σε όλους. Οι φίλες μου το βρίσκουν διαστροφικό.
- Όπου υπάρχει πάθος, δεν υπάρχει διαστροφή.
- Σε ανεβάζει δηλαδή κι εσένα;
- Δεν το ένιωσες απόψε;
- Ναι, ήσουν πολύ θερμός.
- Ήταν γιατί μου άρεσε ο αποψινός ρόλος.

Ολιγόλεπτη παύση.

- Τι σκέφτεσαι;
- Τίποτα...
- Έλα λέγε.
- Τίποτα παιδί μου!
- Καλά, το ξέρω αυτό το τίποτα...

Άλλη μια ολιγόλεπτη παύση.

- Δηλαδή σου άρεσε που προσποιηθήκαμε πως είμαστε δυο τελείως άγνωστοι;
- Πολύ!

Οι παύσεις αρχίζουν και γίνονται απειλητικές

- Τι έγινε τώρα;
- Θα σου άρεσε δηλαδή να κάνεις έρωτα με μία άγνωστη;
- Νόμιζα, ότι άρεσε και στους δυο μας.
- Γιατί δε μου απαντάς;
- Γιατί αρπάζεσαι τώρα;
- Απάντησε μου βρε παιδι μου. Θα σ'αρεσε ναι ή όχι;
- Μου αρέσει να κάνω έρωτα μαζί σου.
- Μην αποφεύγεις την ερώτηση.
- Δηλαδή την προηγούμενη φορά, που έκανα τον μπογιατζή, τι θα έπρεπε να σκεφτώ;
- Άλλο αυτό.
- Πως άλλο; Πάλι άγνωστοι ήμασταν.
- Αυτό είναι συγκεκριμένο. Απόψε ήμουν μια οποιαδήποτε άγνωστη.
- Καλά, καλά...

Τσιγάρο.

- Το έχεις κάνει ποτέ με μία εντελώς άγνωστη;
- Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις, έτσι;
- Τώρα ποιος αρπάζεται;
- Καλά, λοιπόν. Όχι, δεν το έχω κάνει.
- Α, για αυτό είχες το απωθημένο.
- Ε, δεν υποφέρεσαι! Δηλαδή εσύ είχες απωθημένο να το κάνεις με το μπογιατζή;
- Ποιος σου είπε ότι δεν το έχω κάνει;
- Τι είπες;
- Πλάκα σου κάνω.

Τσιγάρο νούμερο 2.

- Δε θα με πείραζε ξέρεις αν το παραδεχόσουν.
- Ποιο πράγμα;
- Ότι θες να πας με κάποια εντελώς άγνωστη.
- Δε θέλω να πάω με καμία άγνωστη. Πάει και τελείωσε. Αν είναι να σε χαλάει τόσο, να μην ξαναπάρουμε ρόλους.
- Πάλι εκνευρίζεσαι...
- Ε, αφού σου έχει κολλήσει.
- Μάλλον εσένα σου έχει κολλήσει.
- Δε θα στο πω άλλη φορά. Δεν το έχω απωθημένο. Δεν το είχα προσχεδιάσει. Μου βγήκε αυθόρμητα. Εντάξει;
- Α... το υποσυνείδητο.
- Τι είπες;
- Τίποτα, τίποτα...

Επιστροφή στις παύσεις

- Να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο;
- Για πες.
- Πότε θα βάψουμε το σπίτι;

Μια εποχή αντιθέσεων αντί θέσεων

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι βγαίνει από το αυτοκίνητο του, το τελευταίο μοντέλο της ΒΜW και κατευθύνεται προς το γραφείο του. Δεν έχει παρκάρει μακριά, περπατάει με σιγουριά, κοιτώντας μπροστά, όπως όλοι στην Αθήνα, σχεδόν τρέχοντας. Στο δρόμο διασταυρώνεται με το Θωμά, έναν αδύνατο άντρα, ατιμέλητο, στην ίδια ηλικία με αυτόν˙ άστεγο, άνεργο και ναρκομανή. Κανείς τους δε δίνει σημασία στον άλλο, απλά συνεχίζουν τις πορείες τους μες στο χάος της πρωτεύουσας, μες στο χάος της κοινωνίας.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και τα σφιχτά χείλια, διευθύνων σύμβουλος μεγάλης επενδυτικής εταιρίας, προσπερνάει τα Goody’s. Μέσα η Μαρία, τρώει με τις φίλες της. Δεν πίνουν κόκα κόλα, γιατί είναι αμερικανικό προϊον και τώρα με τον πόλεμο στο Ιρακ, αποφάσισαν πως είναι ηθικό τους χρέος απέναντι στον Ιρακινό λαό να δείξουν με αυτό τον τρόπο τη συμπαράσταση τους. Πήραν μέρος μάλιστα και στις μεγάλες πορείες, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος˙ είχαν ξαναβγεί στους δρόμους χρόνια πριν για να βροντοφωνάξουν πως η «Μακεδονία είναι ελληνική». Καμιά τους βέβαια δε θυμάται πως είχαν κόψει την κόκα-κόλα ξανά, όταν έγινε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, για να τη ξαναρχίσουν δυο μήνες αργότερα.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και το βιαστικό περπάτημα, πετυχημένος σαραντάρης, σκουντά κατα λάθος το Στάθη. Εκείνος δε δίνει σημασία. Γλύφει το παγωτό του, βυθισμένος σε σκέψεις, και περπατάει σκυφτός. Ο Στάθης είναι φοιτητής, ένθερμος κι ανένταχτος αριστερός, θέλει να αλλάξει τον κόσμο μα δεν μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητα του. Οι σκέψεις του χοροπηδάνε ανάμεσα στο τελευταίο βιβλίο του Τσόμσκι και στο αποψινό πάρτυ της φιλοσοφικής. Ο Τσόμσκι, επικαλούμενος ατράνταχτων στοιχείων, υποστηρίζει πως το ετήσιο ποσό που δαπανάται από τους πολίτες των ανεπτυγμένων κοινωνιών σε παγωτά, αρκεί για να καλύψει τις υποδομές που χρειάζονται οι 10 φτωχότερες χώρες του κόσμου για την παροχή καθαρού νερού και την άρδευση των γεωργικών εκτάσεων. Στο αποψινό, πάρτυ της φιλοσοφικής, θα συναντήσει τη Ράνια, την κοπέλα που γνώρισε στη Γένοβα˙ είχαν πάει κι οι δύο να διαδηλώσουν ενάντια στην παγκοσμιοποίηση στα πλαίσια του επαναστατικού τουρισμού που εκφράζει τους συνειδητοποιημένους νέους της γενιάς του.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και το ατάραχο βλέμμα, οικογενειάρχης και πατέρας δυο ανήλικων παιδιών, ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στα γυμνασμένα οπίσθια της Μαίρης, μπροστά του, που χαζεύει μια βιτρίνα. Η Μαίρη, ενεργή οικολόγος, μέλος μη κυβερνητικών οργανώσεων, αναρωτιέται αν τα καλλυντικά της βιτρίνας ανήκουν σε εταιρία που κάνει πειράματα σε ζώα. Τις τελευταίες μέρες μάζευε υπογραφές για την καθολική απαγόρευση του τοξικού εντομοκτόνου DDT, γιατί είναι πια αποδεδειγμένο πως δημιουργεί προβλήματα σε πολλά είδη πουλιών, καθώς κάνει το κέλυφος των αυγών τους ιδιαιτέρως εύθραυστο κι έτσι οι πληθυσμοί τους μειώνονται. Προφανώς θα αγνοεί πως η χρήση του φτηνού κι αποδοτικού DDT, έσωσε Ευρώπη και Η.Π.Α. από την ελονοσία κατά τη βιομηχανική επανάσταση, ένα από τα κυριότερα αίτια θνησιμότητας σήμερα στον τρίτο κόσμο, μαζί με τη δυσεντερία και την ασιτία.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και την ακριβή κολώνια φτάνει στην εταιρία του και περιμένει το επόμενο ασανσέρ, το πρώτο ήταν ασφυκτικά γεμάτο με κόσμο. Όλοι δούλευαν στην εταιρία, μα δεν ήξερε κανένα με το μικρό του˙ δυο τρεις με το επίθετο μονάχα. Δε βιάζεται να ανέβει στο γραφείο του, εκεί περνάει καθημερινά, εδώ και δώδεκα χρόνια, τον περισσότερο χρόνο της ζωής του. Δεν τον απασχόλησε ποτέ, αν αξίζαν όλα αυτά τα χρήματα που παίρνει το τίμημα τους: δυο ώρες καθημερινά στο αυτοκίνητο, εννιά με έντεκα ώρες στη δουλειά και ότι περισσεύει με την οικογένεια του, συνήθως μπροστά στην τηλεόραση. Όμως από την άλλη πλευρά, απολαμβάνει τις απολαβές του μόχθου του: μπορεί κάθε χρόνο να αλλάζει το ακριβό του αυτοκίνητο, να ζει με την οικογένεια του σε ένα μεγάλο σπίτι με πισίνα και κήπο, να σπουδάσει τα παιδιά του, έτσι ώστε να γίνουν επιτυχημένα σαν κι αυτόν και να πηγαίνει διακοπές για δυο βδομάδες σε όποιο μέρος του κόσμου θέλει.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και το περήφανο ανάστημα μπήκε τελικά στο ασανσέρ. Δίπλα του δυο νέα παιδιά, ο Γιάννης και ο Αντώνης – δεν έχουν κλείσει ακόμα εξάμηνο στην εταιρία – τον κοιτάζουν με θαυμασμό. Ονειρεύονται μια μέρα να βρεθούν στη θέση του, να βγάζουν τα λεφτά που βγάζει, να απολαμβάνουν το κοινωνικό γόητρο της θέσης του, να πετύχουν. Ο Γιάννης κι ο Αντώνης, άριστοι μαθητές, άριστοι φοιτητές, άριστοι και στη δουλειά τους, δεν μπορούν να φανταστούν πως ενώ τα σκέφτονται όλα αυτά και κάνουν τόσα όνειρα για το μέλλον, το ασανσέρ τους οδηγεί κατευθείαν στην απόλυση τους. Δεν έκαναν κάτι λάθος κι όλοι οι προϊστάμενοι τους είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από την απόδοση του και τις υπερωρίες τους, όμως η ξαφνική ύφεση στην αγορά, απαιτεί ευέλικτους χειρισμούς και άμεσες περικοπές του δυναμικού της εταιρίας.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι και την άχρωμη φωνή, καλημερίζει τη γραμματέα του, τη Μυρτώ. Δεν ήταν η πρώτη γυναίκα με την οποία απάτησε τη σύζυγο του, ούτε η τελεταία. Ήταν όμως σίγουρα εκείνη με την οποία την απάτησε τις περισσότερες φορές. Τι νόημα έχει εξάλλου, να είσαι επιτυχημένος αν δεν μπορείς να πηδάς μια όμορφη γυναίκα; Γιατί ο άντρας με το γκρίζο σακάκι, όπως ακριβώς κι ο Γιάννης με τον Αντώνη, που τώρα θα άκουγαν άναυδοι στο διπλανό γραφείο, την ανακοίνωση της απόλυσης τους, ήταν πάντα άριστος στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Τόσα χρόνια δεν είχε καταφέρει να ζήσει όλα εκείνα που ήθελε να ζήσει, όλα εκείνα που η κοινωνία του έδειχνε στις φανταχτερές βιτρίνες της. Οι γυναίκες ήταν το σημαντικότερο από όλα αυτά.

Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι, το γκρίζο, ακριβό σακάκι είναι στο γραφείο του. Είναι μόνος. Κοιτάζει τα ραντεβού της ημέρας, ταχτοποιεί τα χαρτιά του, οργανώνει τις δουλειές που πρέπει να γίνουν σήμερα. Για μια στιγμή, αναλογίζεται πως είναι το πρότυπο της επιτυχίας και χαμογελάει. Είναι τέλεια εναρμονισμένος με την εποχή του. Ο άντρας με το γκρίζο σακάκι βλέπει τους ανθρώπους σαν αριθμούς και τους αριθμούς σαν ανθρώπους. Ποια είναι άραγε η μεγαλύτερη αντίθεση από αυτή;

Β τσι Βεντέτας

Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησα χθες το βράδυ την τελευταία ταινία το Μανούσου Μανουσάκη 'Β τσι Βεντέτας’, μια πραγματική ελληνική υπερπαραγωγή που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Hollywood.

Πρόκειται για μια πραγματική ιστορία, που εξελίσσεται στα Χανιά τσι Κρήτης και σε ένα κοντινό, μικρό χωριό, στο οποίο οι κάτοικοι διαθέτουν μονάχα μερσεντές, μηχανές μεγάλου κυβισμού και άλογα, όπως σε κάθε παραδοσιακό χωριουδάκι της Μεγαλόνησου. Θέμα της ταινίας η βεντέτα, η επανάσταση και ο έρωτας, τρία στοιχεία συνυφασμένα με την πλούσια Κρητική παράδοση και ο σκηνοθέτης ακολουθεί πιστά τα χνάρια του Β. Κορνάρου και του Ν.Καζαντζάκη.

Η ταινία αρχίζει με τη γνωριμία του πρωταγωνιστή Σήφη, μαυροφορεμένου, μουστακαλή και αντάρτη με την Μαρία την κόρη του Γιάννη του Φονιά. Ο Σήφης, που δε γνωρίζει ποια είναι, τη σώζει χρησιμοποιώντας της παραδοσιακές κρητικές μαχαίρες του και στη συνέχεια την ερωτεύεται και της ζητάει να τον ακολουθήσει στο βουνό. Η αθώα νεαρά, με το πανέξυπνο και παιχνιδιάρικο βλέμμα, ανταποκρίνεται στο ερωτικό του κάλεσμα και τον ακολουθεί, σιγοτραγουδώντας το πότε θα κάνει ξαστεριά, προφανώς αναφερόμενη στη σεξουαλική της κατάσταση. Ο Σήφης την οδηγεί στο μιτάτο του και υπό τους ήχους της λύρας και του λαούτου, της εξομολογείται τον έρωτα του, χρησιμοποιώντας μάλιστα και τις 107 λέξεις που περιλαμβάνει το λεξιλόγιο του. Στο τέλος της ορκίζεται παντοτινή αγάπη και σαν απόδειξη των λόγων και των όρκων του, ανατινάζει για χάρη της τη μονή Αρκαδίου.

Η Μαρία, η κόρη του Γιάννη του Φονιά, όμως είναι βαθιά θρησκευόμενη και συγκλονισμένη από τα ηρωικά κατορθώματα του φίλου της, τον εγκαταλείπει και επιστρέφει στο χωριό, όπου και αποκαλύπτεται η βεντέτα ανάμεσα στην οικογένεια της και την οικογένεια του Σήφη. Η βεντέτα ξεκινάει πολλά χρόνια πριν, όταν ο προ-προ-προ-παππούς της Μαρίας, έκλεψε μια κατσίκα από τον προ-προ-προ-παππού του Σήφη κι εκείνος για να τον εκδικηθεί του έκλεψε όλες τις γλάστρες από την αυλή του. Από τότε μέχρι σήμερα, ακολούθησαν μπουγελώματα, κακόγουστες τηλεφωνικές φάρσες και νερατζοπόλεμοι, με αποτέλεσμα το χάσμα της βεντέτας να βαθύνει ακόμα πιο πολύ ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Μόλις μαθαίνουν λοιπόν την ερωτική της περιπετειούλα, οι παππούδες της Μαρίας (οι γονείς της έχουν εξαφανιστεί), της απαγορεύουν να τον ξαναδεί και εκείνη, ενώ πριν δεν ήθελε να τον δει, ούτε ζωγραφιστό, με το που της το λένε, τον ξαναερωτεύεται, γιατί θέλει να ζήσει ένα πραγματικό έρωτα δίχως αύριο. Το σόι της γλυκιάς Κρητικοπούλας αποφασίζει να εκδικηθεί για τη χαμένη της τιμή, παρά τις εξηγήσεις της πως ο Σήφης δεν την άγγιξε γιατί ήταν απασχολημένος να ανατινάζει μοναστήρια και να τις τραγουδάει τον έρωτα του.
Εντωμεταξύ, ο ανυποψίαστος Σήφης, αποφασίζει να την ξανακερδίσει. Κόβει το μαλλί και το μουστάκι, κάνει ξανθιές ανταύγειες, όπως επιβάλλει το νέο Ανώγειανο look, πετάει τα μαύρα, φοράει κάτι από την ανοιξιάτικη κολεξιόν του Ασλανάκη και έτοιμος πια για να κατακτήσει την εκλεκτή της καρδιάς του καβαλάει το πιστό του άλογο. Στο δρόμο όμως, του στήνουν ενέδρα δυο – τρεις καρβουνιασμένοι παπάδες, που τη γλίτωσαν στη μονή και ο Σήφης αναγκάζεται να τους σφάξει και αυτούς με τις μαχαίρες του, αλλά όχι δίχως απώλειες. Η μάχη αφήνει τσαλακωμένα τα καινούργια ρούχα του, ενώ στη συνέχεια ανακαλύπτει και μία υποψία αίματος στο αριστερό του πατζάκι. Απεγνωσμένος ζητάει βοήθεια από τη μητέρα του, η οποία στην πραγματικότητα είναι πολύ κακιά και ύπουλη, αλλά του έχει αδυναμία και τελικά του σιδερώνει τα ρούχα και του αγοράζει καινούργιο παντελόνι.

Τότε, στο χωριό ξεσπάνε άγριες μάχες ανάμεσα στις δύο οικογένειες, αλλά ο Σήφης, παρά τη σπιρτάδα που τον χαρακτηρίζει, συνεχίζει να αγνοεί το γιατί. Η μάνα του όμως, ανακαλύπτει τι συμβαίνει και τον βάζει τιμωρία στο δωμάτιο του να παίζει με τα μαχαίρια του. Εκείνος χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά το πολυμήχανο μυαλό του, καταφέρνει να δραπετεύσει και πηγαίνει στο πατρικό της Μαρίας, της κόρης του Γιάννη του Φονιά, να τη ζητήσει σε γάμο. Αλλα για άλλη μια φορά δεν τα καταφέρνει. Λίγο πριν φτάσει στο παλιό αρχοντικό τον σταματάνε τα αδέρφια του, που είναι βοσκοί, ακόμη πιο άγριοι από αυτόν και πιο trendy, και μετά από μια συζήτηση, που οι μισές λέξεις είναι το «Ωρέ» και οι άλλες μισές σφαλιάρες, του εξηγούν πως έχει η κατάσταση και εκείνος αναγκάζεται να τα παρατήσει.

Παρολ'αυτά, τα πράγματα δε λένε να ηρεμήσουν κι η βεντέτα καλά κρατεί. Καθημερινά ακούγονται μπαλωθιές στο μικρό χωριουδάκι και οι κάτοικοι βρίσκουν τις μερσεντές τους γρατζουνισμένες και τα λάστιχα τους ξεφούσκωτα. Τη λύση καλείται να δώσει ο παπάς του χωριού, ο οποίος όπως κάθε παπάς που σέβεται τον εαυτό του και το ποίμνιο του έχει και μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μικρά παιδάκια, κατσικάκια και γενικότερα ότι ανήλικο κυκλοφορεί στο χωριό. Μετά από πολύωρη προσευχή, εκείνος μαζεύει όλο το χωριό στην Παναγιά την Κουμπουριώτισσα και τους κάνει ένα ευχέλαιο να ξορκίσει το κακό. Το κακό όμως δεν ξορκίζεται έτσι εύκολα και οι χωριανοί πιάνονται στα χέρια.
Μέσα στον γενικότερο πανικό, ο Σήφης μπαίνει στην εκκλησιά ζωσμένος εκρηκτικά, ωσαν τους Παλαιστίνιους και απειλή, πως αν δεν τον αφήσουν να παντρευτεί τη Μαρία, την κόρη του Γιάννη του Φονιά, θα τα κάνει όλα γης μαδιάμ εκει μέσα. Κανείς όμως δεν του δίνει σημασία, αφ'ενός γιατί έχει κυκλοφορήσει η φήμη ότι είναι μπούλης και αφ'ετέρου γιατί ασχολούνται όλοι με τον καυγά. Ο Σήφης, αν και απογοητευμένος βρίσκεί την ευκαιρία να αρπάξει την αγαπημένη του, από το μαλλί και αρχίζει να τη σέρνει μέχρι τη μηχανή του για να την κλέψει, όπως αρμόζει σε ένα πραγματικό Κρητικόπουλο. Η αγαπημένη του όμως κάπου σκαλώνει και ο Σήφης μένει με το μαλλί στο χέρι. Τελικά, μες στην αναμπουμπούλα, αν και καραφλή, την ξαναβρίσκει, και την φορτώνει στη μηχανή για να φύγουν.
Τη στιγμή όμως που βάζει μπρος τη μηχανή...

Την τελευταία σκηνή του έργου δε θα σας τη μαρτυρήσω για να μη χαλάσω το σασπένς. Πραγματικά αξίζει να τη δείτε. Μια ταινία, βγαλμένη από τη ζωή, με πλούσια λαογραφικά στοιχεία, δράση και εφέ.

Θεραπεύοντας το Σοπενάουερ

Χθες το βράδυ τέλειωσα τη Θεραπεία του Σόπεναουερ, του Γιάλομ. Είναι ένα βιβλίο για το θάνατο και την ανικανότητα μας να το δεχτούμε σαν τον τελεσίδικο τερματισμό της συνειδητότητάς μας. Παράλληλα, ο Γιάλομ, αποπειράται να παρουσιάσει συνοπτικά τα κύρια σημεία της προσφοράς του Σοπενάουερ στη σύγχρονη σκέψη.

Είμαστε όλοι πολύ εγωιστές για να παραδεχθούμε πως θα έρθει μια μέρα που θα χαθούν όλα σε ένα ύπνο δίχως όνειρα. Και σίγουρα αρκετά δειλοί για να το κοιτάξουμε το τέλος του δρόμου καταπρόσωπο. Ή για να αναλογιστούμε πως και σε μας μπορεί να τύχει εκείνη η ιατρική εξέταση που θα φέρει αυτό το τέλος, από κάποια στιγμή στο ομιχλιασμένο μέλλον, σε 2-3 χρόνια. Η απόγνωση έρχεται όταν αρχίζεις να μετράς μέρες.

Το ζήτημα είναι κατά πόσο αυτή η απόγνωση πηγάζει από το φόβο του θανάτου ή το φόβο πως ξοδέψαμε τη ζωή μας δίχως να κάνουμε ούτε καν τα μισά από όσα θα θέλαμε. Ο Γιάλομ υποστηρίζει πως ετοιμοθάνατοι ασθενείς που νιώθουν ικανοποιημένοι με όσα έκαναν στη ζωή τους, αντιμετωπίζουν το θάνατο πιο γαλήνια από ότι εκείνοι που η αναγγελία του επικείμενου θανάτου, τους κάνει να αναρωτηθούν πως άφησαν έτσι τα χρόνια να περάσουν.

Ο Σόπεναουερ, όπως και ο Νίτσε αργότερα, παρά τον πεσιμισμό του, ξεσηκώνεται εναντίων όσων αποσπούν το άτομο από αυτό που είναι πραγματικά. Ο άνθρωπος είναι ο εαυτός του, αυτό που νομίζουν οι άλλοι ότι είναι και όλα αυτά που κατέχει. Πρέπει να επικεντρωθεί στο πρώτο και να απαγκιστρωθεί από τα άλλα δυο. Κανείς δε γλιτώνει από την επίθεση του οργισμένου φιλόσοφου: οικογένεια, κοινωνία, φίλοι, εραστές και χρήμα, δόξα, κοινωνικό status. Όλα αυτά μας προκαλούν σύγχυση στις επιλογές και στις αποφάσεις μας.

Ας κρατήσουμε αυτό το κομμάτι από τη διδασκαλία του φιλοσόφου στο θέμα των επιλογών και των αποφάσεων. Είναι σημαντικό όταν επιλέγεις τη ζωή σου να ξεχωρίζεις μέσα σου τη δικιά σου φωνή, από τις φωνές των άλλων. Τότε, σαν βρεθείς στο κατώφλι του θανάτου θα μπορείς να αντικρίσεις πίσω σου μια ζωή που αξίζει να χαθεί.

Μια φωνή τη νύχτα

Χθες το βράδυ καθώς κοιμόμουν, άκουσα μια φωνή να μου σιγοψιθυρίζει στο αυτί μου:

"Η φωνή που ακούς να ψιθυρίζει στο αυτί σου καθώς κοιμάσαι , δεν υπάρχει".

Καυγάβ γαβ γαβ

"Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι!"
"Δεν το πιστεύω! Τολμάς εσύ να το λες αυτό;"
"Ηλίθιε! Σε βαρέθηκα! Εσένα και τους κωλοεγωισμούς σου! Φεύγω!"
"Στο διάολο!"

Υπάρχουν ζευγάρια που τσακώνονται καθημερινά και ζευγάρια που δεν τσακώνονται ποτέ (ακόμα και όταν χωρίσουν). Ζευγάρια που τσακώνονται σε ήπιους τόνους και ζευγάρια που γκρεμίζουν το σπίτι ή καταστρέφουν τα μισά περουσιακά τους στοιχεία (συνήθως τα πιο αγαπημένα τους). Κάποια ζευγάρια όσο κι αν καυγαδίζουν, δε χωρίζουν ποτέ και κάποια χωρίζουν καθημερινά (χωρίς αυτό να σημαίνει πως κάποια μέρα χωρίζουν οριστικά). Τέλος, κάποια ζευγάρια τσακώνονται για ασήμαντα ζητήματα της καθημερινότητας και κάποια άλλα για την ουσία της σχέσης τους, για πραγματικές και υποθετικές απιστίες και άλλα τέτοια βαρυσήμαντα θέματα.

Είναι στατιστικά και ιστορικά αποδεδειγμένο, πως η πιο συνηθισμένη συχνότητα καυγάδων ακολουθεί τον κύκλο της έμμηνου ρύσης των γυναικών. Μάλιστα, ο ισλανδός ανθρωπολόγος Ερικ Γιουργκενεσεν, ανακάλυψε το 1933 σε ένα νησί ανατολικά των Φιλιππίνων, στο οποίο οι άντρες εγκατέλειπαν τη συζυγική εστία, τις δυσκόλες εκείνες μέρες που ο αρχαίος σκοτεινός δαίμονας Γκ'Ρίνιαν, κυρίευε το σώμα των γυναικών τους. Αυτό από ότι αποδείχθηκε τελικά, δεν άλλαζε καθόλου τα πράγματα, αφού οι παρατημένες γυναίκες ξεσπούσαν κατά την επιστροφή των αντρών τους, αφού είχαν συσσωρεύσει τα νεύρα όλων των ημερών. Αυτός ο θεσμός πάντως απαντάται και στη δυτική κουλτούρα με τη φράση "Δε γαμάς που δε γαμάς, δεν πας για κανένα ψάρεμα;".

Για πολλούς καυγαδολόγους, αυτή η φράση είναι και το βαθύτερο αίτιο για το 67% των καυγάδων που συμβαίνουν στον πλανήτη. Συνοψίζει τη σύγκρουση, ανάμεσα στη γεννετήσια ορμή του αρσενικού και στο ένστικτο επιβίωσης του. Το γυναικείο φύλο βέβαια, το μεταφράζει ως εγωισμό και αδιαφορία. Το καταπόσο ο αντρικός εγωισμός έπεται τις γυναικίας γκρίνιας ή το αντίστροφο, έχει διατυπωθεί με μία άλλη λαϊκη ρήση: "Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα". Η ρήση αυτή, χωρίς να είναι έμμηνος, αποτελεί επίσης και το συνηθέστερο συμπέρασμα για όσους αναρωτιόνται ποιος από τους δύο καυγαζόμενους φταίει.

Τέλος, για όσους γοητεύονται από τα στατιστικά μεγέθη, σε μία πρόσφατη έρευνα του ο Γερμανός στατιστικολόγος Hans Riinen, αποκάλυψε ότι:

  • Αυτή τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, 2 εκατομμύρια ζευγάρια καυγαδίζουν.
  • Το κοντινότερο δεν απέχει από σας (αν ζείτε σε πόλη) περισσότερο από 500 μέτρα .
  • Μες στα επόμενα δέκα λεπτά στην πόλη που ζείτε κάποιο αγαπημένο αντικείμενο θα καταστρεφεί. Αν η πόλη είναι μεγαλύτερη των 1.000.000 κατοίκων, τα 10 λεπτά γίνονται 5, αν είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 κατοίκων, τα 5 λεπτά γίνονται 1 κ.ο.κ.
  • Ο γάμος μειώνει τη συχνότητα των καυγάδων, αυξάνει όμως τη γκρίνια και την αδιαφορία.
  • Οι καυγάδες που οδηγούν σε χωρισμό είναι περίπου 1 στους 313. Οι χωρισμοί που οδηγούν σε καυγά είναι πολύ περισσότεροι.
  • Οι ανεπτυγμενες χώρες έχουν 25 φορές περισσότερους (ανεπτυγμένους) καυγάδες από ότι οι υποανάπτυκτες.
  • Ποιο συνηθισμένη αφορμή για καυγά στις αναπτυγμένες χώρες είναι η κατοχή του τηλεκοντρόλ. Στις υποανάπτυκτες συνήθως θέματα που αφορούν την επιβίωση.
  • Τέλος, οι περισσότεροι άνθρωποι ξοδεύουν 3 μήνες από τη ζωή τους καυγαδίζοντας, μόνο με τους ερωτικούς συντρόφους τους.