Γρίφος

Στη χώρα μου είμαι σε χώρα μακρινή
γελάω κλαίγοντας, χωρίς ελπίδα περιμένω
διασκεδάζω χωρίς ευχαρίστηση καμιά
είμαι δυνατός κι όμως δύναμη δεν έχω,
ούτ’ εξουσία
τίποτα δεν μου ανήκει:
η αβεβαιότητα είναι η μόνη μου περιουσία.
Κερδίζω σ’ όλα κι όμως χαμένος παραμένω.
Όταν ξημερώνει, στο θεό λέω Καληνύχτα
κι όταν ξαπλώνω φοβάμαι πως θα πέσω.


Επίκαιρες οι σκέψεις του?

Όταν το πρωτοδιάβασα ήμουν σίγουρος πως ναι.

Έχεις καμιά ιδέα πότε γράφτηκε?

Terra del Fuego

Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει αυτήν ακριβώς τη στιγμή στη Γη του Πυρός.

Εκεί είναι χειμώνας.

Και νύχτα.

Και σίγουρα δε θα κυκλοφορεί ψυχή στους δρόμους. Ίσως μονάχα οι ψαράδες, αγουροξυπνημένοι και βιαστικοί.

Τυλιγμένοι στα πανωφόρια τους, ετοιμάζονται να βγουν έξω στον ωκεανό.

Ίσως και να ψιχαλίζει ή να φυσάει. Ή τα σύννεφα να έχουν κατέβει μέχρι τις στέγες των σπιτιών.

Μια απαλή ομίχλη να έχει τυλίξει τα ψαράδικα, λες και είναι το χνώτο των ψαράδων ή ο καπνός από τα τσιμπούκια τους.

Ίσως ένας γέρος ψαράς, ακουμπισμένος στο τιμόνι του, να θυμάται τα νιάτα του, όταν ήταν ναυτικός και τριγύρναγε στις θάλασσες του κόσμου.

Τα μέρη που είδε, τις γυναίκες που γεύτηκε, τους φίλους που έχουν πια χαθεί.

Ίσως και να αναρωτιέται τι να συμβαίνει αυτήν ακριβώς τη στιγμή στη Μεσόγειο.

Βιβλιοθήκη

Χθες πέρασα το απόγευμα μου στη δημοτική βιβλιοθήκη.

Ήμουν μόνος μου. Μόνος, ανάμεσα σε τόσες τακτοποιημένες σκέψεις και ιδέες.

Καμιά φορά απογοητεύομαι, όταν σκέφτομαι όλα αυτά τα βιβλία που δε θα διαβάσω ποτέ.

Άλλες φορές φαντάζομαι τα βιβλία να περιμένουν υπομονετικά στα ράφια, να περιμένουν πότε θα διαβαστούν. Όπως όταν ήμασταν μικροί που περιμέναμε τον αρχηγό της κάθε ομάδας να μας διαλέξει στην ομάδα του.

Χθες όμως, δεν ξέρω πως μου ήρθε, σκεφτόμουν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αν κάθε σελίδα μετρούσε χίλια χρόνια, τότε ολάκερη η βιβλιοθήκη θα ήταν η ιστορία του πλανήτη μας.

Θα ήταν 15000 τόμοι των 300 σελίδων.

Οι πρώτοι 1600, είναι μάλλον βαρετοί. Άψυχοι, ασχολούνται με τη γεωλογία και την ατμόσφαιρα. Και με μετεωρίτες, πολλούς μετεωρίτες.

Όχι ότι οι υπόλοιποι 13000, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η πλοκή είναι πολύ αργή. 13000 τόμοι για να φτάσουμε από το πρώτο κύτταρο στο πρώτο ψάρι. Μεσολαβούν τα βακτηρία, οι ιοί και οι μύκητες. Οι μέδουσες και τα μαλάκια, τα βρύα και οι λειχήνες.

Δε νομίζω πως θα βρισκόταν εκδότης για να τα εκδώσει.

Για τους δεινόσαυρους διαβάζουμε 600 τόμους, ενώ για τα θηλαστικά 165 τόμους.

Η ιστορία του Homo Erectus, του παππού μας, είναι μόλις 8 τόμοι. Από τους οποίους οι 100 τελευταίες σελίδες μιλάνε για το Νεάνταρνταλ, τον μπαμπά μας.

Στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης, το τελευταίο βιβλίο, γράφει απ’ έξω Homo Sapiens.

Είναι γραμμένες μόνο οι πρώτες 80 σελίδες. Οι υπόλοιπες είναι κενές ακόμα.

Οι 5 τελευταίες αναφέρονται στον πολιτισμό. Κάπου στα μισά διαβάζουμε για την αρχαία ελλάδα, για να φτάσουμε στην τελευταία σελίδα, που ξεκινάει με το μεσαίωνα.

Η βιομηχανική επανάσταση είναι μόλις 5 σειρές.

80 λέξεις.

80 λέξεις που γέμισαν τους υπόλοιπους 15000 τόμους, μουτζούρες και σκισίματα.

Διαβάζω την τελευταία πρόταση.

Πως γίνεται άραγε να χωρέσουν σε μία πρόταση, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένα ταξίδι στο φεγγάρι, τόσες ανακαλύψεις και τόση πείνα?

Κοιτάω πάλι όλους αυτούς τους τόμους, ολόγυρα μου με δέος και απορία.

Και κάθομαι, λιγάκι στριμωγμένος, στην άκρη του τελευταίου γράμματος.

Βιογραφία

O Χανς φον Μπάχεν γεννήθηκε σε μια σκληρή εποχή.

Σε μια εποχή που μύριζε θειάφι και χολέρα και οι δρόμοι βούρκωναν, όχι απο συγκίνηση, αλλά από λάσπη.

Τον πατέρα του δεν το γνώρισε ποτέ, αργότερα έμαθε πως τον κρέμασαν. Ακόμα πιο αργότερα, έμαθε πως τον κρέμασαν επειδή είχε κρεμάσει τον δικό του πατέρα.

Έτσι ο Χανς μεγάλωσε με τη μητέρα του μέχρι που τη βρήκε κι αυτή κρεμασμένη στο δωμάτιο της.

Να αιωρείται σα μεθυσμένος πολυέλαιος.

Ο μικρός Χανς, ορφανός πια, έγινε ράφτης. Αδέρφια δεν είχε, αλλά είχε φίλους. Ο Γιόχαν Σπάντ ήταν ο αγαπημένος του.

Ήταν κι αυτός μαθητευόμενος ράφτης και συχνά έκαναν μαζί όνειρα πως μαζί θα αφήσουν τα σκοτεινά υπόγεια για μια καλύτερη μοίρα.

Αλλά ήταν μια σκληρή εποχή.

Ύστερα από μερικά χρόνια, το ίδιο ακριβώς βράδυ που ο Χάνς, με τη βοήθεια μιας νεαρής, καλοθρεμμένης πόρνης, έχανε την παρθενιά του, ο γίλος του Γιόχαν, ικέτευε, κλαίγοντας τη ζωή του καθώς δυο χειροδύναμοι άνδρες τον οδηγούσαν στην κρεμάλα.

Τελικά δεν τα κατάφερε να τους μεταπείσει.

Την επόμενη μέρα και για μια ολόκληρη βδομάδα ο Χανς φον Μπάχεν ήταν μεθυσμένος. Κάποια στιγμή μάλιστα, προσπάθησε να κρεμαστεί, αλλά οι πιο ψύχραιμοι τον εμπόδισαν.

Οι περισσότεροι απλά γελούσαν.

Ύστερα, από κάμποσο καιρό, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη που μεγάλωσε. Πήγε, λοιπόν στην πρωτεύουσα και μια σειρά από καλές συγκυρίες τον βοήθησαν να γίνει ένας πλούσιος και διάσημος ράφτης.

Η κρεμάλα όμως δεν έπαψε να τον κυνηγά.

Η γυναίκα του, όπως και η μάνα του πριν είκοσι χρόνια, αυτοκτόνησε στο δωμάτιο της. Κρεμάστηκε μια μέρα, έτσι ξαφνικά δίχως λόγο.

Ο κύριος φον Μπάχεν δε μίλησε κανένα για τρία χρόνια. Κλείστηκε στο εργαστήριο του και κανείς δε γνώριζε τι έκανε εκεί μέσα. Κάποιοι είπαν πως τρελάθηκε. Άλλοι φοβήθηκαν για τα χειρότερα.

Τελικά, ύστερα από αυτά τα τρία χρόνια, συνέχισε τη ζωή του. Μάλιστα, επέστρεψε από το σκοτάδι του εργαστηρίου του με ένα περίεργο δημιούργημα.

Ελάχιστοι τα γνωρίζουν όλα αυτά για τη ζωή του μεγάλου ράφτη Χανς φον Μπάχεν.

Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι τον ξέρουν ως ο ‘Εφευρέτης της γραβάτας’.