καληνύχτα

Άλλο ένα βράδυ, ή πιο σωστά άλλο ένα ξημέρωμα, τον βρήκε να οδηγεί προς το σπίτι του σε μια άδεια λεωφόρο.

Δεξιά και αριστερά του οι πολυκατοικίες, γκρίζες και σκοτεινές και με κάποιο τρόπο, που δεν μπορούσε να εξηγήσει, απειλητικές στην όψη.

Ένα φανάρι τον σταμάτησε και τότε του έγινε ακόμη πιο έντονη η αίσθηση όλων εκείνων που, στοιβαγμένοι, ολόγυρα του κοιμόντουσαν.

Κάποιοι από αυτούς τώρα θα ονειρεύονται, σκέφτηκε.

Τότε, το φανάρι άναψε πράσινο.

Κι εκείνος τη σκέψη του άφησε μονομιάς

και βιάστηκε να πάει να τους συναντήσει.

καφεδάκι

Είναι από εκείνα τα πρωινά που ξυπνάς και νιώθεις πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τον καφέ που έχεις μπροστά σου.

Η άκρη του κόσμου σου, μετέωρη στο χείλος της.

Κι ύστερα μια ηλιαχτίδα τρυπάει τα σύννεφα, γλιστρά ανάμεσα στις πολυκατοικίες και πέφτει ακριβώς εκεί, στην άκρη.

Κοιτάς προς τα εκεί, αλλά όσο ξαφνικά ήρθε, τόσο ξαφνικά χάνεται.

Ο ουρανός θαμμένος πέντε πατώματα πιο πάνω.

Η θάλασσα πίσω από εκείνο το εμπορικό κέντρο και τις τράπεζες.

Κάθε μέρα που περνάει η πόλη μας σπρώχνει όλο και πιο πίσω τον ορίζοντα.

Με μπαλώματα προσπαθεί να κρατήσει τον ήλιο απ’ έξω.

Η κούπα σου έχει πια σχεδόν αδειάσει.

Κοιτάς από τα παράθυρο δυο παιδιά που χαζολογάνε πηγαίνοντας για το σχολείο.

Και αναρωτιέσαι για πόσο ακόμη θα πίνεις τον καφέ σου χλιαρό και σκέτο. 

νηφάλιος

Το πρόβλημα δεν ήταν η αποτοξίνωση.

Όχι, το στερητικό σύνδρομο κάποια στιγμή περνάει.

Το πρόβλημα είναι η επανένταξη.

Κάθε φορά που βγαίνεις από το σπίτι σου να βλέπεις όλα αυτά που σε έκαναν να πίνεις.

Και όταν μένεις μέσα, το ανυπόφορο στρίμωγμα, τέσσερεις τοίχοι.

Πόσο απλά και όμορφα θα ήταν όλα με ένα μπουκάλι βότκα.

Πόσο απλά και όμορφα θα ήταν όλα μες σε ένα μπουκάλι βότκα.

Ασφαλής και μικροσκοπικά ασήμαντος.

Όσο πιο μικρός, τόσο πιο πολύ χώρο θα έχεις.

Και λίγο θα σε ένοιαζε για το χέρι εκείνο που θα στοίβαζε το μπουκάλι σου δίπλα σε άλλα.

Ίσα ίσα που τότε θα είχες και παρέα.

Χιλιάδες όμοια μπουκάλια, σε σκονισμένα ράφια, μεσημέρι.

Πόσο απλά και όμορφα θα ήταν όλα.

Και τακτοποιημένα.

μάζα επί ταχύτητα στο τετράγωνο

Τι σκέφτεσαι?

Κάθε φορά που ξεκινάω να γράφω ή που ξεκινάω ένα ταξίδι θυμάμαι μια ιστορία που μου είχες πει.

Ποια από όλες?

Εκείνη που μου είχες πει να μη σου θυμίσω.

Ά, εκείνη… Σε ευχαριστώ.

Εσύ ρώτησες.

‘…κάποτε περπατούσαμε δίπλα στις γραμμές του τρένου και έβρεχε. Εσύ φορούσες άσπρο πουκάμισο, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, που τώρα πια δεν έχει σημασία, αλλά τότε σε γέμιζε αυτοπεποίθηση και σε έκανε να μοιάζεις με στέλεχος κάποιας μεγάλης εταιρίας. Θυμάμαι είχε πέσει μια σταγόνα ακριβώς στο σημείο που η τιράντα του σουτιέν σου άγγιζε στον ώμο σου. Εγώ πήγα να σε φιλήσω και τότε μια εφημερίδα ήρθε και κόλλησε στο γόνατο σου. Προσπάθησες να την κλωτσήσεις, γλίστρησες και έπεσες. Έγδαρες τον καρπό σου και έσπασες ένα νύχι. Ύστερα σε πήρα από το χέρι, ήπιαμε ζεστή σοκολάτα και κονιάκ. Μου είχες πει μια ιστορία που ήθελες να ξεχάσεις. Έξω συνέχιζε να φυσάει και να βρέχει και στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα τραγούδι που ακούγαμε και οι δύο για πρώτη φορά.’

Η ιστορία, όπως τη διηγήθηκε εκείνη:

[Ήταν εντελώς ασυγκίνητη και τόσο σοβαρή που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω ούτε μία λέξη από όσα μου αφηγήθηκε.]

Όταν ήμουν μικρή λυπόμουνα τα τρένα. Αν το καλοσκεφτείς, όσο λαμπερές κι αν είναι οι ράγες μοιάζουν με κάγκελα φυλακής... Και τα τρένα είναι για πάντα καταδικασμένα να πηγαινοέρχονται πάνω στην ίδια διαδρομή...
Έχεις σταθεί μπροστά σε τρένο?
Το ακούς να έρχεται από μακριά, δε σε έχει δει ακόμη. Ακούραστο, με 200 χιλιόμετρα την ώρα έρχεται καταπάνω σου μα δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.
Κάποια στιγμή θα σε δει, αλλά και πάλι εξακολουθεί να έρχεται. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα απολύτως.
Σφυρίζει ξανά και ξανά και κάθε δευτερόλεπτο που περνάει συνειδητοποιεί πως είναι ανήμπορο να αντιδράσει. Δεν μπορεί να σταματήσει, είναι τα 200 χιλιόμετρα την ώρα και οι 500 τόνοι από ατσάλι.
Όχι, δεν μπορεί να κάνει τίποτα, είναι αναγκασμένο να πέσει κατά πάνω σου.
Χα! Τί κι αν τα φρένα ουρλιάζουν [κόκκινες και κίτρινες οι σπίθες, σχεδόν σου καίνε πια τα μάγουλα], τι κι αν συνεχίζει να σφυρίζει, η κόρνα δεν μπορεί να σε σπρώξει παραπέρα.
Και η πρόσκρουση δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό.
Θυμάμαι μόνο το γαλάζιο της φόρεμα.
Κι ύστερα το τρένο σταματημένο και σιωπηλό.

Πριν από δέκα λεπτά ακριβώς, κάπου στο τρίτο βαγόνι, ή μπορεί να ήταν και στο τέταρτο, ένας άντρας χασμουρήθηκε και αναρωτήθηκε τι ώρα θα φτάσουν στον επόμενο σταθμό.
Η κυρία απέναντι τον διαβεβαίωσε πως αυτό το τρένο φτάνει πάντα στην ώρα του. 
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

«Όταν αποφάσισες να σταθείς απέναντι στο τρένο, εγώ δεν ήμουν εκεί να δω το γαλάζιο σου φόρεμα. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ιδέα τι χρώμα ήταν. Δεν έχω ιδέα καν αν ήταν φόρεμα. Ήμουν μέσα σε ένα άλλο τρένο σε κάποια άλλη ήπειρο που όμως ταξίδευε πάνω στις ίδιες καλογυαλισμένες ράγες. Κι εκεί οι άνθρωποι είναι το ίδιο σκυθρωποί με όλους αυτούς που άφησα πίσω και μάλιστα απαιτούν ακόμη περισσότερο τα δρομολόγια να τηρούνται πάντα με απόλυτη ακρίβεια. Για ποιό λόγο που ακόμη δεν καταλαβαίνω. Ίσως και αυτοί όπως κι εσύ να μην μπορούν να κάνουν πολύ διαφορετικά.» 

κύκλος

Ήταν μια συνηθισμένη Κυριακή του Γενάρη όταν ο Έκτορ Φενώ σηκώθηκε απροειδοποίητα από το μεσημεριανό τραπέζι και δίχως να πει κουβέντα φόρεσε το δερμάτινο τζάκετ του, πήρε το κράνος της μηχανής του και έφυγε.

Οι δικοί του παραξενευτήκαν αρκετά, καθώς το κυριακάτικο τραπέζι αποτελούσε παράδοση, σχεδόν ρουτίνα, για την οικογένεια και κανείς δεν μπόρεσε να θυμηθεί κάποιο αντίστοιχο περιστατικό που να την είχε διακόψει στο παρελθόν, παρά μονάχα κάποια προσωρινή ασθένεια ή ένα υποχρεωτικό επαγγελματικό ταξίδι.

Ακόμη κι όταν ύστερα από κάμποσες ώρες άκουσαν στο ραδιόφωνο για τον μυστηριώδη μοτοσικλετιστή που κάνει ασταμάτητους γύρους γύρω από την κεντρική πλατεία της πόλης, ακόμη και τότε, ο νους τους δεν πήγε στον Έκτορ.

Αρκετοί από τους περαστικούς ισχυρίστηκαν πως έτυχε να βρίσκονται στην πλατεία από την πρώτη κιόλας στιγμή που διαδραματίστηκε ετούτο το ασυνήθιστο συμβάν, αν και αυτές οι δηλώσεις είναι μάλλον ανακριβείς, καθώς κανείς δε θα μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα αν ήταν στο σημείο εκείνο τη στιγμή που ο Έκτορ Φενώ έκανε τον παρθενικό του κύκλο γύρω από την πλατεία.

Και πόσους κύκλους είχε άραγε κάνει μέχρι τη στιγμή που κάποιος τον παρατήρησε? Κατά αυτή την έννοια ο Έκτορ θα μπορούσε να βρισκόταν για πάντα στην πλατεία και απλά μέχρι τότε οι άνθρωποι να μην είχαν αντιληφθεί την παρουσία του.

Όπως και να ‘χει από τη στιγμή που έγινε αντιληπτός όμως, όλο και περισσότερος κόσμος άρχισε να μαζεύεται μέχρι που κάποια στιγμή έγινε τόσο πολύς που έκλεισε όλους τους δρόμους που οδηγούσαν προς το κέντρο της πόλης.

Ο Έκτορ οδηγούσε πια ολομόναχος και όπως παρατήρησε και ένας δημοσιογράφος, τώρα ακόμη και να ήθελε να φύγει δεν μπορούσε να δραπετεύσει από την πλατεία. Θα έπρεπε υποχρεωτικά να σταματήσει.

Όμως, καθώς περνούσαν οι ώρες ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να αραιώνει. Κάποιοι βαρέθηκαν, κάποιοι πεινάσανε και κάποιοι άλλοι νύσταξαν. Έτσι κι αλλιώς το έδειχνε και η τηλεόραση.

Το απογευματινό ψιλόβροχο, που μέχρι να νυχτώσει έγινε μπόρα γερή, έδιωξε και τους τελευταίους θεατές. Στο τέλος δεν μπορούσες να δεις ούτε στα πέντε μέτρα! Μέχρι και τα τηλεοπτικά συνεργεία φύγανε κακήν κακώς!

Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν η βροχή σταμάτησε τον είχανε πια ξεχάσει.

Μονάχα όταν βγήκανε οι σκουπιδιάρηδες να κάνουν τη δουλειά τους, τότε ήταν που βρήκανε τη μηχανή του. Ακουμπισμένη στο πεζοδρόμιο δίπλα στους κάδους, με το ντεπόζιτο της άδειο και το κλειδί παρατημένο πάνω στη μίζα.

Όσο κι αν έψαξαν εκεί τριγύρω ο ιδιοκτήτης της δε βρέθηκε.

Αλλά ούτε και παραπέρα.

Τον Έκτορ Φενώ δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς. 

μια νέα δημοκρατία


Το απομακρυσμένο νησί Έντελβαις αποτελεί μια από τις πλέον νεοσύστατες δημοκρατίες της υφηλίου και οι κάτοικοι του προσπαθούν να το αποδεικνύουν με την πρώτη ευκαιρία.

Κάποια μέρα λοιπόν, οι χίλιοι κάτοικοι του μικροσκοπικού αυτού νησιού μαζεύτηκαν για να συζητήσουν ένα φλέγον ζήτημα. Έπρεπε να αποφασίσουν αν θα καταδίκαζαν έναν συμπολίτη τους σε θάνατο.

Το θέμα ήταν σοβαρότατο κι ακολούθησε καυγάς μεγάλος. Η συζήτηση κράτησε μέρες, ενώ τα πνεύματα άναψαν, ακούστηκαν βαριές κατηγορίες ανάμεσα στους διαφωνούντες, που ύστερα μάλιστα έγιναν και απειλές.

Τελικά οι 501 ψήφισαν «Ναι» και οι 499 «Όχι» και έτσι ο συμπολίτης τους θανατώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Γιατί όπως και να το κάνουμε οι κάτοικοι του νησιού Έντελβαις έτρεφαν βαθύ σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες.

Όμως μετά από όσα είχαν συμβεί, οι 501 θεώρησαν πως οι 498 [πλέον] διαφωνούντες αποτελούν σοβαρότατη απειλή για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας τους και για αυτό πρότειναν την εξορία τους. Εξάλλου, το νησί Έντελβαις δεν ήταν και τόσο ευρύχωρο.

Και αυτή τη φορά η συζήτηση κράτησε μέρες. Και αυτή τη φορά ακούστηκαν απειλές και κατάρες. Και αυτή τη φορά 501 ψήφισαν «Να φύγουν».

Οι 498 μάζεψαν τα μπογαλάκια τους κι έφυγαν χωρίς να πουν δεύτερη κουβέντα.

Ύστερα από αυτό κάποιοι πρότειναν πως τα σπίτια και τα χωράφια εκείνων που έφυγαν θα πρέπει να ανήκουν σε αυτούς που εξακολουθούν να μένουν στο νησί Έντελβαις. Και πάλι, όπως συμβαίνει σε μια υγιή δημοκρατία κάποιοι συμφώνησαν και κάποιο διαφώνησαν. Και πάλι κάποιοι έμειναν και κάποιοι αποχώρησαν. Πάντα δημοκρατικά.

Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και πια έχουν μείνει 10 κάτοικοι στο νησί Έντελβαις.

Κι από ότι μαθαίνω περνάνε μια χαρά.

ξεκούρδιστος


Ο Τζο Ρόθμαν, μηχανικός σιδηροδρόμων, συλλέκτης κουρδιστών παιχνιδιών και ερασιτέχνης λογιστής μετά τη δύση του ήλιου έριξε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά για να μη σβήσει. Εδώ και μια βδομάδα το τζάκι ήταν η μοναδική του συντροφιά όταν γυρνούσε το βράδυ από τη δουλειά, καθώς για κάποιο μεταφυσικό λόγο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, πίστευε πως κρατώντας το βλέμμα του σταθερά καρφωμένο για ώρες στις φλόγες θα έβρισκε την απάντηση στο ερώτημα που τον απασχολούσε. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό ξύλινο τρενάκι.

Οι τοίχοι στο μικρό σαλόνι, ήταν γεμάτοι με παράλληλες σειρές από ράφια και πάνω τους τα αμέτρητα κουρδιστά του παιχνίδια, πολύχρωμα, αν και τώρα έδειχνα πορτοκαλοκόκκινα, και ακίνητα, αν και όλα τους κάποτε είχαν κουνηθεί από μία φορά. Όποτε ο Τζο Ρόθμαν αγόραζε κάποιο παιχνίδι ακολουθούσε πάντα το ίδιο επαναλαμβανόμενο τελετουργικό. Έσερνε το μακρόστενο, λείο τραπέζι του μπροστά στο τζάκι και έβαζε στις δυο πλευρές του δεξιά και αριστερά βιβλία, τα πιο χοντρά βιβλία οικονομικών του. Ύστερα κούρδιζε το καινούριο του απόχτημα με αργές κινήσεις, μέχρι το έλασμα να τεντώσει και το άφηνε να πάρει το δρόμο του. Τα παιχνίδια που δεν έπεφταν στη φωτιά, κατέληγαν στα ράφια του κι έμεναν εκεί για πάντα. Τα υπόλοιπα γίνονταν καπνός και στάχτη.   

Έτριψε για άλλη μια φορά μηχανικά το ξύλινο τρενάκι μες στη φούχτα του και δάγκωσε το κάτω χείλος του. Ήταν η πρώτη φορά που ένα παιχνίδι του αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αυτή τη σύντομη τελετουργία επιβίωσης. Ίσως να είχε ζορίσει το μηχανισμό όταν το κούρδιζε, ή ίσως πάλι να ήταν ελαττωματικό από γεννησιμιού του, για τον Τζο Ρόθμαν δεν είχε σημασία – όσες φορές και να το κούρδισε εκείνο έμεινε πεισματικά ακίνητο και τώρα αυτός έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Δεν μπορούσε να το ρίξει στη φωτιά, ούτε όμως ήθελε να το βάλει μαζί με τα υπόλοιπα στα ράφια.

Μετά από μια βδομάδα δεν είχε καταφέρει να βγάλει άκρη. Αποτράβηξε το βλέμμα του από τις φλόγες για να βάλει μια κούπα με κρασί, όμως σταμάτησε. Η λύση στο πρόβλημά του δεν βρισκόταν τελικά μόνο στις φλόγες, βρισκόταν και ολόγυρά του. Μεμιάς ακούμπησε το τρενάκι λίγο πριν την άκρη του τραπεζιού και άρχισε να κατεβάζει τα κουρδιστά παιχνίδια ένα ένα. Εκείνα θα αποφάσιζαν τη μοίρα του ανυπάκουου τρένου: μπορεί να το χτυπούσαν και να το έριχναν στη φωτιά, μπορεί και όχι, ότι ήταν γραφτό να γίνει θα γινόταν.

Το πρώτο κατέληξε στη φωτιά, το ίδιο και το επόμενο, και το επόμενο… και το επόμενο. Λες και ήταν τόσο μεγάλη η χαρά τους που ξανακινούνταν ή τέτοια η λαχτάρα τους να μην γυρίσουν πίσω στο ράφι, που ο αρχιμηχανικός όταν πια είχε χάσει πάνω από τα μισά άρχισε να ανησυχεί. Τα κούρδιζε όλο και πιο απαλά, όλο και πιο λίγο, όμως εκείνα δε σταματούσαν να ορμάνε με φόρα στις φλόγες αποφεύγοντας με μαεστρία το ακινητοποιημένο τρένο. Στο τέλος, όταν η φωτιά πια είχε φουντώσει για τα καλά και τα χέρια του σχεδόν έτρεμαν, κούρδισε και το τελευταίο – μια ταλαιπωρημένη μπαλαρίνα του μεσοπολέμου. Δεν έστριψε το κλειδί πάνω από μισή βόλτα.

Η μουσική που ακούστηκε τον ξάφνιασε. Δε θυμόταν να την είχε ξανακούσει, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Είχε περάσει σχεδόν μια ζωή από τότε που η γιαγιά του του είχε χαρίσει το πρώτο κουρδιστό του παιχνίδι. Την είδε να πλησιάζει με αργές, σπασμωδικές κινήσεις και η μελωδία παραμορφωνόταν όλο και πιο πολύ καθώς πλησίαζε στο τρένο, μέχρι που έφτασε δίπλα του και ύστερα σταμάτησε.

Ο Τζο Ρόθμαν ξεφύσηξε με ανακούφιση, μα πριν προλάβει να βγάλει τον αέρα από τα πνευμόνια του, είδε το τρενάκι να κουνιέται από μόνο του και μαζί με τη μπαλαρίνα, βουβά, να πηδάνε στη φωτιά. Γύρω του, όλα τα ράφια ήταν άδεια και ο Τζο Ρόθμαν ήταν πια μόνος του.

η συλλογική μας μοναξιά


Ετοιμάζεσαι να βγεις. Καθημερινή. Οι φίλοι σου σε κοροϊδεύουν που βγαίνεις καθημερινές. Μα ποιος βγαίνει καθημερινές, σε ρωτάνε. Κι όμως εσύ συνεχίζεις τις παλιές σου συνήθειες λες και τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Οι δρόμοι είναι άδειοι. Κάποτε, οι δρόμοι ήταν άδειοι όταν επέστρεφες όχι όταν ξεκινούσες. Οι περισσότερες μπάρες το ίδιο. Εσύ όμως εξακολουθείς να επιμένεις, λες και όλα είναι αμετάβλητα.

Παραγγέλνεις. Η Έλενα με το πλούσιο στήθος δε δουλεύει πια, τώρα μπροστά σου έχεις μονάχα το τριχωτό στήθος του ιδιοκτήτη. Παρόλα αυτά κάνει τις ίδιες τυπικές ερωτήσεις για να σε κάνεις να νιώσεις το ίδιο οικεία.

Οι διπλανοί σου τσακώνονται για την απεργία. Ο ένας είναι υπέρ, ο άλλος κατά. Πέρυσι τους θυμάσαι να τσακώνονται για το ποδόσφαιρο. 

Το ποτό σου είναι νοθευμένο, η μουσική συμπιεσμένη από το διαδίκτυο, τα πατατάκια αλμυρά για να πίνεις περισσότερο. Η κοπέλα απέναντι σε κοιτάζει, μα όταν σηκώνεις το βλέμμα, εκείνη γυρνάει αλλού. Πληρώνεις και φεύγεις.

Στο δρόμο κάποιος ψάχνει στα σκουπίδια. Παλιότερα αυτός ζητιάνευε και εκείνος που τότε έψαχνε τα σκουπίδια τώρα ληστεύει, και εκείνος που λήστευε, τώρα κυνηγάει μετανάστες…

Δίπλα του, εσύ ανοίγεις με τα κλειδιά σου την εξώπορτα της πολυκατοικίας και ανάμεσα στους δεκάδες κοιμισμένους και άγνωστους σου γείτονες, πέφτεις για ύπνο μα δεν μπορείς να κοιμηθείς.

Και αυτό, όσο κι αν δε θες να το παραδεχτείς, είναι κάτι που έχει αλλάξει. 

κάποτε στο Μεξικό


Στα μέσα του Ιούνη του 1914 ο Φερμίν Βαλένσια, ένας μάλλον άσημος ποιητής από τη Βερακρούζ και λοχαγός στην περιβόητη μεραρχία του Βορρά, μπήκε με τους άντρες του σε ένα μικρό χωριό λίγο έξω από το Σακατέκας. Εκεί θα συναντιόντουσαν με τους υπόλοιπους λόχους του Βίγια για να χτυπήσουν όλοι μαζί τη ραχοκοκαλιά του στρατού του Ουέρτας. Ήξεραν πολύ καλά πως αυτή η μάχη θα έκρινε την επανάσταση στο Βορρά.

Καθώς έφτασαν πριν από τους άλλους, ο Φερμίν έκανε μια βόλτα στους έρημους δρόμους του χωριού, που μερικές μέρες αργότερα έμελλε να ισοπεδωθεί από το πυροβολικό του Φελίπε Άνχελες. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει και αυτοί που έμεναν είχαν μαζευτεί στην πλατεία για να τους υποδεχτούν σαν ήρωες. Τότε, εκεί που περπατούσε ανάμεσα στα άδεια σπίτια, άκουσε τον ήχο του σφυριού από κάπου κοντά του. Πλησίασε προς το σημείο που ακουγόταν ο ξερός επαναλαμβανόμενος κρότος και βρέθηκε μπροστά σε μια γριά που προσπαθούσε με κόπο να καρφώσει σανίδες στα παράθυρα της ετοιμόρροπης παράγκας της. Από τη μισάνοιχτη πόρτα μπορούσε να διακρίνει τη φωτογραφία του Πορφύριο Δίας.

Στη θέα του ο Βαλένσια έφτυσε στο χώμα, όπως συνήθιζε τόσα χρόνια να κάνει όποτε έβλεπε τον «εκλεγμένο» πρόεδρο του Μεξικού, και πλησίασε τη γριά που δεν τον είχε πάρει χαμπάρι. Μόλις της πήρε το σφυρί από το χέρι, τον κοίταξε τρομαγμένη. Εκείνος της χαμογέλασε και συνέχισε το έργο της χωρίς να πει κουβέντα.

Όταν ύστερα από λίγο τελείωσε βρήκε τον Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, παιδικό του φίλο και σύντροφο, να ακουμπάει στο φράχτη απέναντί του.

«Τι νόημα έχει? Μετά τη μάχη δεν πρόκειται να μείνει κολυμπηθρόξυλο», του είπε γνέφοντας προς τη γριά που τώρα πια είχε κλειδαμπαρωθεί για τα καλά.

«Η επανάσταση φίλε μου είναι τα μικρά πράγματα», απάντησε ο ποιητής και σκούπισε με το μαντήλι του τον σκονισμένο ιδρώτα του. 

Ο γέρος που μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία είχε δυο μάτια που έλαμπαν ακόμη ζωηρά και μου ορκιζόταν στη Mαύρη Παναγία της Γουαδελούπης πως το μόνο που απέμεινε από ολόκληρο το χωριό όταν τέλειωσε η μάχη ήταν οι τέσσερις αυτοί τοίχοι με τα καρφωμένα παράθυρα. 



μακαύριο


Χθες άκουσα μια ρώσικη παροιμία που έλεγε:

«Όποιος δεν πίνει και δεν καπνίζει, πεθαίνει υγιής».

Σήμερα έκοψα το ποτό.

Αύριο το τσιγάρο.

Και μέχρι το τέλος του χρόνου δίαιτα.

Για να μη με στενεύει το μαύρο μου κουστούμι,

έτσι όπως θα είμαι ξαπλωμένος μέσα στο νεκροκρέβατό μου.

χειραφέτηση


Βγήκε από το μπάνιο φορώντας ένα ανοιχτό μπεζ μπουρνούζι και γέμισε μια κούπα με καφέ. Το απόγευμα πλησίαζε στο τέλος του, αλλά τα φώτα του δρόμου δεν είχαν ανάψει ακόμη. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.

Τον τελευταίο μήνα δεν είχε μιλήσει με άνθρωπο. Πέρα από τις τυπικές κουβέντες που μοιραζόταν διεκπεραιωτικά στη δουλειά ή σε κάποιο κατάστημα π.χ. καλλυντικών, είχε αποφύγει κάθε μορφή επικοινωνίας με όλους εκείνους που υποτίθεται πως νοιαζόταν για εκείνη και αντιστρόφως. Για κάποιο λόγο τελευταία απολάμβανε περισσότερο μια κουβέντα για την τιμή της τομάτας ή για το λεωφορείο που αργούσε να εμφανιστεί. Ή ακόμη και για τον καιρό.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Δεν μπορώ να καταλάβω αν το αγνοεί ή το αποφεύγει. Κοιτάζει μόνο τον τοίχο απέναντι της, σα να μετράει για ακόμη μία φορά ένα ένα τα συμμετρικά, τετράγωνα καδράκια. Το ένα κάτω από το άλλο, φωτογραφίες των πρώην της με χρονολογική σειρά, σα να είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο που παράδοξα γερνάει και καθώς πλησιάζει στο ταβάνι μεταμορφώνεται. Και δίπλα στις φωτογραφίες, ακολουθούν κι άλλα κάδρα, ένα ή περισσότερα σε κάθε σειρά, προσεχτικά στοιχισμένα αλλά άδεια. Είναι για τα παιδιά που είχε ονειρευτεί πως θα κάνει με τον κάθε έναν τους.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Πίνει μια γουλιά καφέ, γυρίζει προς το μέρος μου, μου ξεκουμπώνει το φερμουάρ, τον βάζει μέσα στο στόμα της, τελειώνω ήσυχα, πίνει άλλη μια γουλιά καφέ. Είναι ζεστός ακόμη. Πρέπει να φύγεις τώρα, μου λέει, εντάξει της απαντάω, σηκώνομαι, ξέρω πως δε θα με ακολουθήσει μέχρι την πόρτα και φεύγω χωρίς να της πω κάτι άλλο. Κλείνω την πόρτα και καθώς κατεβαίνω τα σκαλιά ακούω πίσω μου τον ήχο από το τηλέφωνό της όλο και πιο αμυδρό. Στην εξώπορτα κοιτάζω το δικό μου για μια τελευταία φορά.

Τότε, εκείνη ανοιγοκλείνει τα μάτια της απαλά και στρέφεται προς το τηλέφωνο. Αργά, σχεδόν διστακτικά, το πιάνει και το φέρνει στο αυτί της. Ο δείκτης της πιέζει το κουμπί, εκείνο αντιστέκεται. Βάζει περισσότερη δύναμη. Εκείνο δε λέει να υποχωρήσει. Προσπαθεί, αλλά μάταια.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Εμπρός; Εμπρός! φωνάζει.

Καληνύχτα, μόνο αυτό, της απαντάω.

Το τηλέφωνο όμως συνεχίζει να χτυπάει.

το πυρ το εσώτερον


Ακουμπισμένος στο στενό περβάζι, έβλεπε την πόλη του να καίγεται.

Ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη πυρκαγιά, η μεγαλύτερη που είχε δει κανείς μέχρι σήμερα και όλοι πια συμφωνούσαν πως το πιο πιθανό ήταν να μην αφήσει τίποτα όρθιο στο πέρασμα της.

Κανείς δεν κατάλαβε από που ακριβώς ξεκίνησε: κάποιοι είπανε από την παλιά χωματερή και κάποιοι άλλοι από ένα τηλεοπτικό σταθμό που έπαιζε καθημερινά σκουπίδια.

Ύστερα, κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να τη σβήσουν και κάποιοι συνέχιζαν να συζητούν για το ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να την αντιμετωπίσουν. Οι περισσότεροι πάλευαν μόνοι τους με κάτι μικρούς πλαστικούς πυροσβεστήρες, ενώ που και που έβλεπες και κανένα ξεχαρβαλωμένο πυροσβεστικό να τρέχει φοβισμένο.

Και τώρα που πάνω από τα μισά σπίτια [έστω και λίγο] είχαν καεί οι περισσότεροι έτρεχαν για να γλιτώσουν και οι υπόλοιποι μάλωναν για το πως θα κατάφερναν να σώσουν έστω κάτι. Υπήρχαν και κάποιοι λίγοι που κατηγορούσαν τους υπόλοιπους, επειδή αντί να τους βοηθήσουν να προστατέψουν όλοι μαζί την πόλη, εκείνοι δεν τους έδωσαν σημασία και ασχολήθηκε ο καθένας με την προσωπική του ιδιοκτησία. 

Ο καπνός είχε πια πυκνώσει τόσο που η πόλη είχε χαθεί από μπροστά του. Τα μάτια του άρχισαν να τσούζουν, η κάψα έφτανε πια στο μέτωπο του. Εκείνος σκέφτηκε για μερικά λεπτά, προσεχτικά, τι έπρεπε να κάνει.

Έκλεισε το παντζούρι και έκατσε στον καναπέ του. Ευτυχώς, το air-condition δούλευε ακόμη ρολόι και η δορυφορική του τηλεόραση έδειχνε την πυρκαγιά από κοντά χωρίς όλον αυτόν τον καπνό που του έγδερνε τα μάτια.

Ικανοποιημένος, άνοιξε μια μπύρα και είδε πίσω από το γυαλί, την πολυκατοικία του να παραδίνεται στις φλόγες. 

αργά στο σπίτι


Γυρίζεις σπίτι μετά από καιρό.

Τα πράγματα είναι όπως τα είχες αφήσει. Ή σχεδόν όπως τα είχες αφήσει, η ανάμνηση τους είναι μάλλον θαμπή, κάπως παραμορφωμένη. Ένα μισοτελειωμένο σημείωμα πάνω στο γραφείο, η καρέκλα ελαφρώς γυρισμένη προς την είσοδο και τα ρούχα απλωμένα στους καναπέδες σαν πεθαμένα φαντάσματα. Ευτυχώς δεν είχες αφήσει κανένα πιάτο άπλυτο.

Το σημείωμα γράφει «Αφού διαβάζεις αυτό το σημείωμα σημαίνει πως επέστρεψες. Και αφού επέστρεψες αυτό σημαίνει πως…».

Λένε πως κάθε ταξίδι μπορείς να το ζυγιάσεις πραγματικά μονάχα σαν διαβείς ανάποδα ξανά το κατώφλι του σπιτιού σου. Τότε, καθώς κοιτάς τι άγγιξε και τι προσπέρασε ο χρόνος, καθώς παρατηρείς τα έπιπλα ακίνητα στις παλιές τους θέσεις ή κάποιες φωτογραφίες από ξεχασμένα [κάποτε ίσως αγαπημένα] κατοικίδια, τότε μπορείς να καταλάβεις αν τώρα, που το ταξίδι έφτασε στο τέλος του και εσύ πίσω στην αρχή, αν τώρα εσύ βρίσκεσαι και πάλι σπίτι σου.

Εσύ όμως δεν είσαι και τόσο σίγουρος. Δεν μπορείς να θυμηθείς ας πούμε πότε το είχες διαβάσει αυτό το βιβλίο που ξεχωρίζει στο μεσαίο ράφι της βιβλιοθήκης σου, ούτε πότε αγόρασες αυτόν τον πίνακα με τις όμορφες. Ή μήπως ήταν δώρο; Και οι κουρτίνες ήταν πάντα τόσο σκούρες; Ακόμη και το μισοτελειωμένο σημείωμα, που προσπαθεί απόψε να δείξει τόσο σημαντικό στα μάτια σου δεν το αναγνωρίζεις. Αν και τα γράμματα κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι και δικά σου.

Καμία διάθεση δεν έχεις να αδειάσεις τη βαλίτσα σου σε αυτό το μέρος. Αυτή, βρώμικη και αρκετά ξεθωριασμένη, μοιάζει να σε κοιτάζει κάπως επικριτικά, σα να προσπαθεί να σου υπενθυμίσει όλα αυτά που πέρασαν οριστικά και αμετάκλητα, όλα αυτά που περάσατε μαζί στα πιο απίθανα σημεία, με τους πιο απίθανους ανθρώπους. Και προσπαθεί να στα υπενθυμίσει σαν σύντροφος πιστός που τώρα εσύ προετοιμάζεσαι για να τον ξεκοιλιάσεις.

Γυρίζεις το σημείωμα από την άλλη πλευρά. Γράφει «…δεν αλλάζει ο άνθρωπος, μονάχα οι θέσεις των ακίνητων πραγμάτων».

Ή μπορεί να αλλάζουν οι αναμνήσεις τους.

Γυρίζεις σπίτι μετά από καιρό και είναι Κυριακή βράδυ. Η τηλεόραση έχει χαλάσει και πιάνει μόνο παράσιτα και το ραδιόφωνο δεν έχει μπαταρίες. Από έξω δεν ακούγεται τίποτα απολύτως και εσύ ξαπλωμένος πάνω στα πολύχρωμα φαντάσματα κοιτάς την βαλίτσα σου – είναι μπεζ και βρίσκεται ακόμη απέναντι σου.

Δεν είσαι καθόλου σίγουρος αν μένεις πια εδώ και μες στη βαλίτσα βρίσκεις μονάχα άδειες μπουκάλες από ουίσκι.

ανάπλους


Ο Αρτούρο Μομπασάν ακουμπούσε στην κουπαστή του ξακουστού τρικάταρτου Ελένα και κοιτούσε τα σταχτογάλανα νερά σκεφτικός. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη και το κατάστρωμα ήταν σχεδόν άδειο, τουλάχιστον μπροστά στην πλώρη που βρισκόταν εκείνος. Μονάχα ένας μελαχρινός ναύτης, με το κάτω χείλος του κομμένο και τα μάτια του μισόκλειστα σφουγγάριζε την κουβέρτα και σιγομουρμούριζε κάτι, που θα μπορούσες να το πεις χαρούμενο πειρατικό σκοπό. Ο νεαρός ανθυποπλοιάρχος όμως δεν του έδωσε σημασία, το μυαλό του είχε μείνει πίσω στο λιμάνι που άφησαν πριν από μερικές ώρες, στο Χάι-Λαπούρ.

Τριακόσια χρόνια αργότερα, στο ίδιο περίπου σημείο, αν μπορούμε να πούμε πως ο Ινδικός Ωκεανός είναι τόσο μεγάλος που δυο τρία δεύτερα της μοίρας δεν είναι δα και τόσο μεγάλη απόκλιση, ο Ρόμπερτ Χάστινγκς, πρώτος μηχανικός του φορτηγού Constantine, βυθιζόταν με ένα νωθρό χαμόγελο στον τρυφερό πυρετό του οπίου. Ένιωσε το βόμβο από τις γιγάντιες τουρμπίνες της μηχανής να λιώνει πίσω του και τους στενούς τοίχους που τον περιόριζαν βαθιά μέσα στα σπλάχνα του ατσαλένιου κήτους να απλώνονται μέχρι που έγιναν έναν με τον ορίζοντα. Κι ο ίδιος μέσα στην απεραντοσύνη του ωκεανού είχε γίνει ένας μικροσκοπικός γαλάζιος γλάρος.

Ο γλάρος πέρασε ξυστά από την πλώρη κι έφερε το νεαρό Αρτούρο πίσω στο κατάστρωμα. Όμως όχι για πολύ. Ο νους του δεν μπορούσε να αφήσει πίσω του τα δύο κίτρινα μάτια της μικρής μιγάδας, χρυσοκίτρινα σαν τη λεπτή λωρίδα που είχε τώρα αποσχιστεί ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα. Να τα ‘χε άραγε αγαπήσει αυτά τα μάτια που τον εκλιπαρούσαν να τα πάρει μαζί του, μακριά από το σκλαβοπάζαρο της Χάι-Λαπούρ, μακριά από τη βία και τη φτώχεια, μακριά από τον θάνατο… Μπορεί άραγε κάποιος να αγαπήσει μέσα σε έξι μέρες; Ο Αρτούρο Μομπασάν αναστέναξε, δίχως να μπορεί να βρει κάποια απάντηση που να τον καθησυχάσει, δίχως να μπορεί ξεχάσει το πρόσωπο που είχε  εγκαταλείψει για πάντα σε αυτή την ξεχασμένη γωνιά της γης, σίγουρος πως δεν επρόκειτο να  ανταμώσει ποτέ ξανά. Ο γαλάζιος γλάρος έκρωξε και απομακρύνθηκε πέρα μακριά.  

Κάθε φορά που έπιαναν λιμάνι, αμέτρητα μικρά βαρκάκια πλησίαζαν το βαρύθυμο φορτηγό και οι μικρόσωμοι δουλοπρεπείς έμποροι που τα διαφέντευαν πουλούσαν την πραμάτεια και τις κόρες τους. Έτσι και τώρα που έδεσαν στη Χάι-Λαπούρ, όταν ο Ρόμπερτ Χάστινγκς άνοιξε τα μάτια του βρήκε απέναντι του ένα αδύνατο σιωπηλό πρόσωπο, με λεπτά ολόισια φρύδια και δυο βαθυκίτρινα, μεγάλα μάτια. Ένας αναστεναγμός που ίσως και να μην ήτανε δικός του έφτασε στα χείλια του και αργότερα, αφού έκαναν έρωτα, ένιωσε τον ίδιο αναστεναγμό να πολλαπλασιάζεται σε αναρίθμητες αντηχήσεις, μία για κάθε ένα από αυτά τα τριακόσια χρόνια που είχαν περάσει από τότε που κάποιος μακρινός πρόγονος του είχε εγκαταλείψει την ακόμη πιο μακρινή πρόγονο αυτού του κοριτσιού.

Ζαλισμένος ακόμη από τη μέθη του οπίου και τις παλλόμενες μες στα αυτιά του αντηχήσεις, ο σαραντάρης αρχιμηχανικός του Constantine ένιωσε ένα ακαθόριστο καθήκον απέναντι στη μικρή μιγάδα, που αν και εντελώς ασαφές ήταν ταυτόχρονα και εντελώς ξεκάθαρο: όφειλε να πάρει τη μικρή μαζί του, μακριά από αυτόν τον εφιάλτη. Κι έτσι κι έκανε.

Όταν μετά από έξι μήνες ο Ρόμπερτ Χάστινγκς πέθαινε στο πατρικό του με οδυνηρούς πόνους από τις επιπλοκές κάποιου άγνωστου αφροδίσιου που τον κόλλησε η μικρή μιγάδα, δεν την κατηγόρησε καθόλου. Έφερε για τελευταία φορά μπρος στα μάτια του τη θάλασσα του Ινδικού Ωκεανού και σιγοτραγούδησε κάτι που θα μπορούσε να ακουστεί σαν χαρούμενος πειρατικός σκοπός.  Ύστερα έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πως ήταν ένας ασήμαντος γαλάζιος γλάρος.

5 με 5


Είναι 5 το απόγευμα και έχεις υποσχεθεί στον εαυτό σου πως δε θα ξεκινάς το πιώμα τόσο νωρίς, όμως η απρόσμενη επιτυχία ενός φίλου σου δίνει ένα γερό άλλοθι που κατεβαίνει αβίαστα μέχρι το στομάχι σου μαζί με την πρώτη γουλιά. Ξέρεις που θα καταλήξει και αυτή η ιστορία.

Έχετε καθίσει σε ένα καφενείο – ναι, καφενείο – γιατί είναι η ώρα που προτιμάς να βρίσκεσαι ανάμεσα σε συνταξιούχους, είναι ακόμη νωρίς και απολαμβάνεις την στασιμότητα που γεμίζει το μυαλό σου η επανάληψη των ίδιων συζητήσεων ξανά και ξανά από τους αργόσχολους γέροντες – σου θυμίζει τη στασιμότητα που κυριαρχεί στη ζωή σου, ο χρόνος κάνει πως κινείται για λίγο προς τα εμπρός και μετά από λίγο με ένα απροειδοποίητο άλμα γυρνά στο ίδιο ακριβώς σημείο. Μόνο έτσι νιώθεις άνετα με αυτή την αμείλικτη βελόνα ενός αόρατου πικάπ που έχει κολλήσει στο ίδιο σημείο και σου γδέρνει το μυαλό και το συκώτι.

Απέναντι, στο μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου, που περισσότερο μοιάζει με κλουβί που κάποιος στρίμωξε βιαστικά ανάμεσα στις πολυκατοικίες, βλέπεις 5 να αναμετρώνται με άλλους 5 και ενώ ο φίλος σου γελάει θριαμβευτικά και εσύ τον συνοδεύεις παραδομένος στην αδράνεια, σκέφτεσαι το δικό σου κλουβί, τους δικούς σου τέσσερεις που μαζί τους, ως πέμπτος, μοιράζεσαι το κλουβί σου [παραδομένος στην αδράνεια], σκέφτεσαι το τέλος της ημέρας που έφτασε πριν καλά καλά εκείνη να ξεκινήσει, ένα τέλος που το ξέρεις πολύ καλά – έχει φροντίσει για αυτό το déjà vu, για αυτή την καθημερινή δολοφονία του απρόοπτου, εκείνο το αόρατο πικάπ  – και  συνεχίζεις να γελάς και να πίνεις μέχρι που  απέναντι το ματς έχει τελειώσει, μέχρι που το καφενείο κλείνει και είσαι τώρα έτοιμος να ξεκινήσεις τη νύχτα σου.

Είναι 5 το πρωί και δε σε νοιάζει πλέον ούτε το πικαπ, ούτε οι υποσχέσεις που έχεις δώσει στον εαυτό σου. Δίνεις ακόμη χίλιες και κάνεις άλλα τόσα όνειρα που δε θα τα δεις όταν θα κοιμηθείς, γιατί είσαι πάλι μεθυσμένος. Μα προτού μπεις στο σπίτι, προτού ανέβεις όλα αυτά τα θεόρατα σκαλιά, σταματάς στο μικρό γήπεδο του ποδοσφαίρου. Παίρνεις φόρα και σουτάρεις με δύναμη από το πέναλτι. Όμως δε βρίσκεις μπάλα. Δε βρίσκεις τίποτα. Το πόδι σου κλωτσάει τον αέρα κι εσύ σωριάζεσαι φαρδύς πλατύς στο γήπεδο. 

πόλεμος και ειρήνη

Τρεις φίλοι συναντιούνται σε μια μπάρα. Έξω φυσάει, ο αέρας καρφώνει σκισμένα εισιτήρια στη βιτρίνα του μπαρ, αυτοί τα κοιτάζουν, πίνουν και καπνίζουν. Κανείς τους δε μιλάει πολύ.

Ο πρώτος μετράει τα λεπτά και ρίχνει που και που ματιές στο κινητό του. Δεν έχει πάρει ακόμη απάντηση για εκείνο το πρώτο ραντεβού και ας έχουν περάσει έξι ώρες. Αναρωτιέται αν ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν κατάφερε να γράψει το σωστό τηλέφωνο ή αν απλά έδειχνε τόσο μεθυσμένος που δεν του έδωσε εκείνη το πραγματικό της.

Ο δεύτερος είναι λίγο πιο σκυφτός από τους υπόλοιπους. Εδώ και δύο χρόνια προσπαθεί να καταλάβει γιατί διαλύθηκε ο γάμος του. Σαν ένα βάζο που έσπασε και εκείνος προσπαθεί ακόμη να βρει όλα τα κομμάτια, όχι για να τα κολλήσει, αλλά για να θυμηθεί το σχέδιο που ήταν ζωγραφισμένο πάνω τους. Κάθε μέρα που περνούσε η εικόνα αυτή γίνεται όλο και πιο ξένη.

Ο τρίτος μιλάει έντονα. Εδώ και χρόνια έχει κηρύξει τον πόλεμό του στις γυναίκες και πλέον έχει αρχίσει να νιώθει νικητής, τις ταλαιπωρεί σίγουρα περισσότερο από ότι τον ταλαιπωρούν εκείνες. Και καθώς οι άλλοι δύο κουνάνε το κεφάλι ρυθμικά, εσύ δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν συμφωνούν μαζί του ή απλά ακολουθούν τη μουσική. Όμως αυτό δε φαίνεται να τον απασχολεί, γιατί ξέρει πως αυτά που τους φέρνουν δίπλα κάτι τέτοια βράδια είναι μέσα στη μουσική.

Κι έτσι περνάνε οι ώρες και εκείνοι γελάνε άσκοπα και κοιτιούνται στα μάτια και θυμούνται ιστορίες που βρέθηκαν χαμένοι. Και το αλκοόλ τους ζαλίζει, το μήνυμα στο κινητό δεν έρχεται ποτέ, ο γάμος παραμένει το ίδιο εκείνο βάζο με τα κομμάτια του χαμένα κι οι μάχες του πολέμου αν και κερδισμένες, άγευστες. Τους φταίνε οι γυναίκες, τις βρίζουν και τις ποθούν ταυτόχρονα, μα πάνω από όλα ξέρουν ότι πορεύονται μαζί ενάντια τους, ότι είναι σίγουροι για όλα αυτά που λένε.

Τρομακτικά σίγουροι.

Αργότερα, τρώνε χαμογελαστοί δίπλα στην καντίνα και το κρύο δεν τους πολυπειράζει πια. Ο πρώτος αστειεύεται, ο δεύτερος σιγοτραγουδάει και ο τρίτος προετοιμάζεται για την επόμενη του μάχη. Κι εκείνη τη στιγμή βλέπει δυο συνομήλικες τους να τρώνε μες στο αυτοκίνητο και να του κάνουν νόημα με μια ένταση αδικαιολόγητη. Της πλησιάζει μηχανικά και πριν προλάβει να αναρωτηθεί, το παράθυρο έχει κατέβει και το άδειο πλαστικό τους πιάτο εμφανίζεται μπροστά του.

«Μήπως θα μπορούσες να το πετάξεις στον κάδο δίπλα, για να μη βγαίνουμε από το αμάξι;».

Κι εκείνος υπακούει λες και έχει ξεχάσει όσα λέγανε τόσες ώρες με τους άλλους δύο, λες και είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, και μπροστά στα γουρλωμένα μάτια των φίλων του παίρνει το άδειο πιάτο και το πετάει. Καθώς κλείνει το παράθυρο πνίγει το ευχαριστώ τους κι ύστερα έρχεται ο θόρυβος της μηχανής να τις εξαφανίσει.

Τότε ο τρίτος γυρίζει προς τους υπόλοιπους, που είναι πασαλειμένοι με μουστάρδες και εντελώς ακίνητοι. Ακόμη και ο αέρας σταματάει να φυσά. Περνάνε ακριβώς τρία δευτερόλεπτα και κάπου, όχι και τόσο μακριά, ακούγεται ο ήχος από ένα τρακάρισμα.

Περνάει άλλο ένα δευτερόλεπτο κι οι τρεις τους ξεραίνονται στα γέλια.

πονοκέφαλος

Ξυπνάς και το ξυπνητήρι σου υπενθυμίζει πως ο πονοκέφαλος φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να είναι το πρώτο πράγμα που σε υποδέχεται μαζί με το σκληρό φως. Εσύ πάλι το έχεις συνηθίσει.

Καπνίζεις ένα τσιγάρο μόνο και μόνο για να πνιγείς στον ίδιο το βήχα σου και φτιάχνεις ένα χυμό από φρέσκα πορτοκάλια, έτσι για να ειρωνευτείς λίγο την κατάσταση σου. Στο ραδιόφωνο, κάπου ανάμεσα στα παράσιτα ακούς μια διαφήμιση για τράπεζες και αυτό σου ξαναθυμίζει τον πονοκέφαλο που πιστός στο πρωινό ραντεβού του έχει βαλθεί να σου ξεριζώσει τα μάτια.

Παίρνεις ένα παυσίπονο.

Παίρνεις και δεύτερο.

Μετά τη διαφήμιση της τράπεζας, δυο δημοσιογράφοι διαφημίζουν την επικείμενη πτώχευση της χώρας. Στην αρχή δεν μπορείς να καταλάβεις που τελειώνει το πρώτο και που αρχίζει το δεύτερο. Όπως ακριβώς το βραδινό μεθύσι και ο πρωινός πονοκέφαλος.

Όσα παυσίπονα και να πάρεις ξέρεις πως την επόμενη μέρα θα είναι πάλι εκεί.

ένοχος κατ'επανάληψιν

Κάποτε είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα γράφω πάντα νηφάλιος. Όμως πλέον δεν υπάρχει βράδυ που να είμαι νηφάλιος. Και γράφω μόνο βράδυ.

Πόσο καιρό είναι αυτό το πλέον;

Το μοτίβο είναι τόσο απελπιστικά επαναλαμβανόμενο που καταντά βαρετό, μια ρουτίνα που συναγωνίζεται την καθημερινότητα ενός λογιστή ή ενός τραπεζικού υπαλλήλου. Με δύο διαφορές. Πρώτον, ο λογιστής δεν έχει την ψευδαίσθηση πως η ζωή του κυλάει ανάμεσα στις μικρές, αθόρυβες εκστάσεις της μέθης, οργασμούς δίχως ανταπόκριση και πίπες σε τουαλέτες ή έρημες πλατείες. Δεύτερον δεν κουβαλά τις τύψεις μιας καθημερινότητας που στερείται νοήματος. Πραγματικά, ο λογιστής θα δώσει ένα νόημα σε αυτό που κάνει, δεν δυσκολεύεται να πείσει τον εαυτό του πως ολόκληρη η ζωή του βασίζεται σε αυτό κι ύστερα αφού τον πείσει το κάνει πράξη:

βασίζει ολόκληρη τη ζωή του πάνω σε αυτό.

Χθες το βράδυ γάμησα μια δικηγόρο. Οι γυναίκες καριέρας μου δίνουν πάντα την αίσθηση πως το σεξ για αυτές είναι περισσότερο εκτόνωση παρά απόλαυση. Δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με αυτό, το ότι εκείνες θέλουν να εκτονωθούν, σημαίνει πως θέλουν από μένα να τις εκτονώσω και αυτό συνήθως με κάνει να βγαίνω κερδισμένος.

Το πρωί έμαθα πως είναι παντρεμένη με ένα λογιστή.

Καθόμασταν αγκαλιά στο κρεβάτι. Πίναμε καφέ, εκείνη σκέτο, εγώ μέτριο. Το δωμάτιο ήταν κρύο, γιατί ο διαχειριστής πέθανε πριν ένα μήνα και κανείς δεν τόλμησε να αναλάβει το ρόλο του. Όταν της είπα πως ήταν λογιστής, εκείνη μου είπε πως το ίδιο και ο άντρας της. Ύστερα πήγαμε στις δουλειές μας, την άφησα έξω από το δικαστήριο, αλλά δεν έφυγα αμέσως. Την είδα να φτιάχνει κάπως αδέξια τα μαλλιά της λίγο πριν βρεθεί μες στην αίθουσα, αντιμέτωπη με τον κατηγορούμενο.

Το έκανε με τη βεβαιότητα πως δεν την βλέπω και την είδα με τη βεβαιότητα πως δε θα την δω ποτέ ξανά.

Ο κατηγορούμενος φορούσε μαύρα γυαλιά για να κρύψει το ξενύχτι που του κατέβαζε τα μάτια μέχρι το σαγόνι. Χθες το βράδυ είχε πιεί μέχρι να πεθάνει, όμως είχε αποτύχει και σε αυτό και τώρα να που βρισκόταν μπροστά σε μια απόφαση που θα μπορούσε να τον καταστρέψει για πάντα. Η γυναίκα του θα του τα έπαιρνε όλα, γιατί απλά εκείνος δεν μπόρεσε να τις κρύψει ούτε μια από τις φορές εκείνες που την είχε απατήσει.

Το αστείο στην υπόθεση είναι πως εκείνη μπορούσε.

Πηδούσα τη δικηγόρο και το χαιρόμουν, γιατί σκεφτόμουν πως συντηρεί ένα σύστημα που επιβραβεύει την ικανότητα να επιβιώνεις χρησιμοποιώντας τη σκληρότητα και την υποκρισία. Αν ήμουν φαλλοκράτης θα υπογράμμιζα πως πρόκειται για δύο βασικές γυναικείες αρετές. Αν πάλι δεν ήμουν δε θα χαιρόμουν όταν πήδαγα τη δικηγόρο με τον πλέον ταπεινωτικό τρόπο.

Πόσο ταπεινωτικό μπορεί να είναι το πλέον;

Το αξιοσημείωτο σε αυτή την ιστορία - που όπως θα έχετε ήδη καταλάβει δεν μπορώ να διηγηθώ με μια συνέχεια στην κατάσταση που βρίσκομαι αυτή την ώρα - είναι πως υπήρξε μια στιγμή που, ενώ ακουμπούσε στο έδρανο του δικαστηρίου προσπαθώντας να βοηθήσει αυτή την κατ’ επανάληψιν απατημένη σύζυγο να πάρει την περιούσια του μοιχού συζύγου της, η δικηγόρος αναπολούσε όλες εκείνες τις μικρές στιγμές της ταπείνωσης που έζησε την προηγούμενη νύχτα.

Ίσως και να της το θύμισε ο τρόπος με τον οποίο έγερνε μπροστά στο έδρανο.

Για εκείνη βέβαια, το αξιοσημείωτο σε αυτή την ιστορία ίσως να ήταν πως ακριβώς την ίδια στιγμή που οι αναπολήσεις της την έκαναν να υγραίνεται και που ο κατηγορούμενος ίδρωνε μετανιώνοντας για κάθε μικρό ή μεγάλο παραστράτημα του, ακριβώς εκείνη λοιπόν τη στιγμή, ο άντρας της ο ταπεινός λογιστής, λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο της επιστροφής, της αγόραζε σοκολατάκια στο αεροδρόμιο.

Και όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα, της έφερνε κατ’ επανάληψιν τα αγαπημένα της.

Αποτριχια

Τετοιες ωρες ειναι που λες στον εαυτο σου, "γιατι συνεχιζεις να το κανεις αυτο;". Δυστυχως, ο εαυτος σου δεν ειναι τοσο ομιλητικος πλεον σ αυτες τις συζητησεις. Μετα απο το φιασκο με το φανη (τον φανταστικο παιδικο σου φιλο), κραταει μια σταση επιφυλακτικη με μια μικρη πικρια για τα χαμενα ονειρα της νιοτης του. Σαν 30χρονος αριστερος σε κουβεντα του τυπου "τι χαρακτηριστικα θα πρεπει να εχει η επανασταση και πως θα πετυχουμε τη οριστικη καταργηση της εξουσιας".

Αλλοι θα το ελεγαν ωριμανση και ρεαλισμο, αλλοι θα το ελεγαν παραδοση και εφησυχασμο, αλλα δεν ειμαστε τωρα σε θεση να βαζουμε κι αλλους στην ιστορια. Ηδη οι χαρακτηρες εχουν αρχισει να διαμαρτυρονται για μεγαλυτερους ρολους και περισσοτερες ατακες (εκτος απο τον εαυτο), ο 30χρονος αριστερος δε, αδιαφορωντας τελειως για την αστυνομια πρωτοτυπιας ξεστομισε το "οταν τα γραφαμε εμεις αυτα, εσεις ακομα νομιζατε οτι ο συριζα ειναι αριστερα". Κι ομως υπαρχει χωρος (οπως υπηρχαν και λεφτα).

Εσυ συνεχιζεις, γιατι ξερεις οτι σ' ακουει, "οταν γνωριζεις τη μιση αληθεια πως μπορεις να παρεις σωστες αποφασεις;". Σε κοιταει με ενα βλεμμα που θελει να πει "καποιος επρεπε να κανει κατι". Κοιταζεσαι στον καθρεφτη. Μπροστα σου η μιση αληθεια. Η σκοτεινη πλευρα της σεληνης θα σου θυμιζει τα λαθη σου. Τα λαθη που δεν εμαθες ποτε και δεν ειχες την ευκαιρια να μετανοιωσεις. Κι αυτο σ' ενοχλει πιο πολυ κι απο μυγα που βρεθηκε καταμεσημερα μεσα στη κουνουπιερα σου.

Κοιτας το οργανο του εγκληματος. Κοιτας το χερι σου. Το κραταει. Δεν υπαρχουν δικαιολογιες, δεν υπαρχουν ελαφρυντικα. Χθες το βραδυ φαινονταν ολα σωστα. Στον ωμο σου ο παπαγαλος ονειρευεται ρολους σε διαφημισεις του 80. Κοιτας το καθρεφτη ξανα.

"Γιατι; Γιατι συνεχιζεις να κουρευεσαι μονος χωρις να εχεις πισω καθρεφτη;"

το κορίτσι των διακοπών

Μεσημέρι

Τον βλέπω που κάθεται στη βεράντα του εξοχικού του με μισόκλειστα τα μάτια. Το αριστερό του χέρι παίζει με την άκρη της εφημερίδας, πότε την τσακίζει και πότε τη λυγάει. Στο τραπεζάκι δίπλα του στέκεται ένα μπουκάλι νερό, μισογεμάτο, ζεστό, υποταγμένο πλήρως στη νοθρώτητα του καλοκαιριού. Κάποιος μέσα ροχαλίζει, ο άνεμος είναι καυτός και η θάλασσα μοιάζει να αχνίζει. Γράφω στο σημειωματάριο μου: «Νομίζω πως περιμένει κάτι. Ίσως το πότε θα φανεί και φέτος το κορίτσι των διακοπών».


Σούρουπο

Μόλις ο ήλιος αγγίξει τον ορίζοντα, αρχίζουν να χορεύουν πάνω στους σβέρκους μας οι ιστορίες. Αυτή τη φορά εκείνος θυμάται το απόγευμα που πρωτογνωρίστηκαν. Ο χρόνος που έχει περάσει από τότε κάνει την ανάμνηση να διαθλάται, να σκορπίζει στις άκρες του μυαλού του και τα χρώματα της να θαμπώνουν στο λιγοστό φως της ημεράς που τον εγκαταλείπει. Ήταν άραγε μόνο δώδέκα χρονών; Ποιος τον ξύπνησε όταν εκείνη είχε φύγει; Και γιατί αυτό το μικροσκοπικό ζευγάρι μπλε, πλαστικά σανδάλια κλωτσούσε επίμονα μέσα στο κεφάλι του; Γράφω στο σημειωματάριο μου: «Η πρώτη της ανάμνηση σπάνια είναι και η ομορφότερη. Και ακόμη σπανιότερα μπορείς να καταλάβεις γιατί σε τυρανάει».


Νύχτα

Δε φυσάει πια. Οι κουρτίνες στέκουν ακίνητες και υγρές, η θάλασσα είναι μαύρη και τα αστέρια συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά όλους αυτούς που προσπαθούν κι απόψε να τα μετρήσουν. Κάθεται στην άκρη της μικρής ξύλινης πλατφόρμας και πίνει κονιάκ. Εκείνη πίνει κάτι πιο καλοκαιρινό, τζιν με τόνικ ίσως, και όπως κάθε χρόνο κάνει πως δεν τον βλέπει. Μιλάνε, οι πρώτες κουβέντες βγαίνουν κάπως αδιάφορα, σα να πρέπει να γνωρίστουν ξανά από την αρχή. Αργότερα, ξαπλωμένοι στην παραλία προσπαθούν κι εκείνοι να μετρήσουν τα άστρα. Είναι πολύ σκοτεινά για να γράψω οτιδήποτε.


Ξημέρωμα

«Πες μου μια ιστορία».

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πιστολάς...»

«Όχι, τέτοια. Μια ρομαντική θέλω.»

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κοριτσάκι.»

«Έτσι μπράβο».

«Που ερωτεύτηκε έναν πιστολά...»

«Είσαι ένα καθίκι».

«...»

«Αυτός εκεί πέρα πάλι, τι στο καλό σημειώνει;»


Πρωί

Το φως χτυπάει με δύναμη στα βότσαλα κι από εκεί τρυπάει τα μάτια του. Νιώθει το αλάτι μαζί με την αγρύπνια να τεντώνουν το δέρμα του. Χασμουριέται. Εκείνη κολυμπάει γυμνή ανάμεσα στα βράχια, το νερό λείο, αόρατο σχεδόν, τον προσκαλεί. Καθώς σηκώνεται, τα καβούρια τον κρυφοκοιτάνε στο πέρασμα του και οι γλάροι συνεχίζουν να κράζουν ανέμελα. Για μια στιγμή κοιτάζει μια βάρκα εμπρός του, μισοβουλιαγμένη που όμως επιμένει να επιπλέει. Γράφω στο σημειωματάριο μου: «Κάθε χρόνο συναντιώνται και περνάνε τρεις μέρες μαζί. Μιλάνε, γελάνε, κάνουν έρωτα, ξυπνάνε μαζί, η θάλασσα χτυπά τις φτέρνες τους. Και κάθε χρόνο όταν την αποχωρίζεται αναρωτιέται αν ήταν και φέτος η ίδια. Εκείνη πάλι του χαμογελάει χωρίς να αναρωτιέται για τίποτα.»