Μετρώ

Κάθομαι στο μετρό.

Απέναντι μου ένα πιτσιρίκι, 7 χρονών όχι παραπάνω, κοιμάται.

Το κεφάλι του έχει γείρει μπροστά.

Μια σταγόνα σάλιου στην μπλούζα του.

Η διπλανή μου, δείχνει 47 - πόσο να είναι άραγε; - κουνάει το κεφάλι.

"Κοιμάται ήσυχο τώρα, γιατί δεν ξέρει τι τον περιμένει όταν μεγαλώσει".

Ο πατέρας του την κοιτάζει.

Πάει να απαντήσει κάτι, αλλά το μετανιώνει.

Μάλλον δε θέλει να κάνει φασαρία.

Και οι σκέψεις μου γίνονται χέρι, που βυθίζεται σε μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια της και ξεριζώνει τη μήτρα της. Την τραβάω έξω στο φως και τη σηκώνω. Μες στο μετρό, είναι ξεκάθαρο πια σε όλους πως τούτη η μήτρα είναι νεκρή, πάντοτε νεκρή ήταν και γερασμένη, για αυτό και δεν μπορεί να δει τα όνειρα που έχει απέναντι της και βλέπει μόνο την πτώση, την παρακμή, μίζερη και θλιβερή γυναίκα, που μονάχα να τρομοκρατεί γνωρίζει, όχι γιατί δεν έμαθε τίποτε άλλο, αλλά γιατί εκείνη το επέλεξε, γιατί εκείνη επέλεξε αντί να κάνει απογόνους να τους φονεύει μες στον ύπνο τους. Σηκώνω ψηλά τη μήτρα της και ύστερα την πετώ μπρος στα λυγισμένα πόδια της. Εκείνη με κοιτάζει έντρομη.

Άραγε να θυμήθηκε πως κάποτε υπήρξε παιδί και εκείνη;

Ή μήπως το αντίθετο;

Τη μετρώ.

στον έρωτα και στον πόλεμο

Τον τέταρτο χρόνο του πολέμου, όταν πια η νίκη έμοιαζε κοντά, κατέλαβαν ένα μικρό χωριό δίπλα στη θάλασσα.

Ο Άνταμ Πρέσκοτ ήταν ένας στρατιώτης ήσυχος. Το μόνο που ήθελε από τον πόλεμο ήταν το τέλος του.

Περνούσε πάντα απαρατήρητος. Τόσο από τους συμπολεμιστές του, όσο κι από τον εχθρό.

Ίσως για αυτό να είχε επιβιώσει αυτά τα τέσσερα χρόνια στο μέτωπο.

Μιλούσε σπάνια.

Δε συμμετείχε στις λεηλασίες.

Δεν είχε φίλους.

Εκείνο το πρωινό που μπήκαν στο μικρό χωριό, ο αέρας είχε τη μυρωδιά της θάλασσας και ο Άνταμ Πρέσκοτ σκεφτόταν την πατρίδα.

Έτυχε και βρέθηκε μαζί με άλλους τέσσερεις έξω από ένα σπίτι που κάποιοι συμπολεμιστές τους λεηλατούσαν.

Ακούμπησαν στο φράχτη.

Από κάτω βράχια, στον ορίζοντα η θάλασσα πλάταινε, πίσω τους φωνές και σπασίματα.

Κάποιος την είδε.

Κρυβόταν στους θάμνους, ήταν με τη νυχτικιά. Έτρεμε.

Αμέσως την έπιασαν.

Τα ρούχα της είχαν σκιστεί, τα γόνατα της λασπωμένα, η ανάσα της κοφτή.

Ο Άνταμ Πρέσκοτ εκείνο το πρωί είδε τέσσερεις συμπολεμιστές του να σέρνουν την ομορφιά μες σε μία σάπια αποθήκη.

Και ο αέρας μύριζε θάλασσα.

Όπως ακριβώς πίσω στην πατρίδα.

Τότε ο Άνταμ Πρέσκοτ έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε.

Όρμησε σα μανιακός, σταμάτησε τους τέσσερεις άντρες, την άρπαξε από το χέρι και συνέχισε να την τραβάει μόνος του.

Το βλέμμα του δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Τόσο καιρό εξάλλου δεν είχε χαρεί γυναίκα.

Είχε το βλέμμα του τρελού.
Κανείς δεν τον είχε δει ποτέ έτσι.

Που να ‘ξεραν πως από μέσα του έτρεμε.

Πως και ο ίδιος απορούσε για την αποφασιστικότητα του.

Και πως φοβόταν πως δε θα κατάφερνε στο τέλος να τους ξεγελάσει.

Μα δεν ήταν ο εαυτός του που προχωρούσε μπροστά, μα κάποια ίσως βαθύτερη του ανάγκη.

Για ομορφιά.

Ή για ελευθερία.

Και μες στο χέρι του, ένιωθε το μπράτσο της που έτρεμε.

Και δίπλα στο αυτί του, άκουγε σπασμένο το κλάμα της για έλεος.

Και όταν μπήκαν οι δυο τους μες στην αποθήκη, την άκουσε να ουρλιάζει από τρόμο και την άφησε.

Τα είχε καταφέρει, οι άλλοι είχαν φύγει, τώρα μπορούσε να της χαρίσει την ελευθερία της.

Μα πριν προλάβει να της εξηγήσει κάτι

πριν προλάβει καν το στόμα του να ανοίξει

εκείνη όρμησε μπροστά, μες στο παράθυρο κι από κει στο κενό, στα βράχια, στη θάλασσα

κι ο Άνταμ πίσω στη σάπια καλύβα μόνος, ανήμπορος να την ακολουθήσει.

Αφού έκλαψε ήσυχα όπως του ταίριαζε, βγήκε από την καλύβα.

Επέστρεψε.

Γύρισε πίσω ανάμεσα στα γέλια και στις επιδοκιμασίες των συντρόφων του.

Και συνέχισε τον πόλεμο.



Αυτή την ιστορία ο Άνταμ Πρέσκοτ, αν και την είχε διαγράψει εντελώς από τη μνήμη του, τη ξαναθυμήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα, όταν τον χώρισε η γυναίκα που αγαπούσε και για κάποιο εντελώς τυχαίο λόγο βρέθηκε στο πατρικό του σπίτι, χάζευε τη θάλασσα, το φεγγάρι και τις λάμψεις από τους βομβαρδισμούς πέρα από τον ορίζοντα στην ανατολή – ή ίσως και στη δύση.

άπαξ έχασε

Ο κύριος Μερλό ήταν ένας άνθρωπος που καταπιάστηκε με πολλά πράγματα στη ζωή του.

Ήταν δραστήριος. Αγαπούσε τη ζωή. Και σε μεγάλο βαθμό την απολάμβανε.

Όταν πάτησε τα εξήντα όμως τα πράγματα άλλαξαν λίγο.

Ο κύριος Μερλό άρχισε να χάνει τα πράγματα του.

Όχι, δεν εξαφανίζονταν μυστηριωδώς, αν και στην αρχή πολύ θα ήθελε να το πιστέψει.

- γιατί βλέπετε πάντοτε του άρεσαν τα μεγάλα μυστήρια –

Όχι, ο λόγος ήταν πολύ πιο απλός.

Ξεχνούσε που τα έβαζε, που τα ακουμπούσε, που τα ταχτοποιούσε.

Ο κύριος Μερλό τότε κατάλαβε πως είχε γεράσει.

Στην αρχή στεναχωρήθηκε.

Στεναχωρήθηκε πολύ είναι η αλήθεια, γιατί το γέρασμα του μυαλού είναι πολύ πιο οδυνηρό από ότι αυτό του σώματος.

Όμως είπαμε, ο κύριος Μερλό ήταν ένας άνθρωπος δραστήριος. Και πρακτικός.

Το μυαλό του δεν είχε γεράσει ακόμη τόσο ώστε να μην μπορεί βρει τη λύση.

Και τη βρήκε.

Αγόρασε ένα μεγάλο κόκκινο τετράδιο και έγραφε σε αυτό τη θέση κάθε αντικειμένου που έπιανε στα χέρια του.

Έτσι έλυσε το πρόβλημα του.

Και το χαμόγελο ξαναγύρισε στα χείλη του.

Όμως όχι για πολύ.

Ο κύριος Μερλό σύντομα κατάλαβε πως τώρα μπορεί να μην έχανε τα πράγματα του

Αλλά έχανε κάτι πολύ σημαντικότερο.

Το χρόνο του.

Και ήξερε πως δεν ήταν πια τόσο πολύς.

Ο κύριος Μερλό αποφάσισε να πετάξει το κόκκινο τετράδιο.

Και να ξεχάσει πόσο πολύ τον απασχολούσε πως ξεχνούσε.

Όμως όταν έψαξε για να το βρει, δεν ήταν έκει που το είχε αφήσει.

Ο κύριος Μερλό σήκωσε τους ώμους απαλά και ξαναχαμογέλασε.

Απλά το έχασε.

ταξί δει

Το ταξίμετρο γράφει.

Ο ταξιτζής δίπλα σου καπνίζει και ακούει λαϊκά.

Και η λεωφόρος τρέχει μέσα στο κεφάλι σου.

Είσαι πιωμένος.

Ξέρεις ότι σε κάνει κύκλους.

Αλλά δε σε νοιάζει.

Γιατί τότε, μόνο τότε,

καταλαβαίνεις πως δεν πειράζει.

Έτσι κι αλλιώς το πορτοφόλι σου

είναι άδειο τελικά.