Παραμονής παράνομοι


Πάντοτε, μέσα σε βρώμικα νερά θα καθρεφτίζεται η ομορφιά σου.

Αγωνιούμε, προσπαθούμε να αγωνιστούμε, ελπίζουμε.

Για κάθε τι αληθινό που αντιστέκεται στης όχθης την ασχήμια.

Για τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.

Όλοι μαζί, παράνομοι εραστές μιας αλλιώτικης ζωής.

Καλή χρονιά.

ανάμεσα

Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης συνάντησα ένα αγόρι που έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.

Τι ψάχνεις; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και χάθηκε μέσα στο εορταστικό βουητό και τα απρόσεχτα βήματα των περαστικών.

Όταν γύρισα στο σπίτι έλειπαν όλοι.

Μπήκα στο παιδικό μου δωμάτιο και κάτω από τη σκόνη και τις αναμνήσεις με περίμενε το ίδιο ακριβώς αγόρι.

Ποιος είσαι; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και τρύπωσε ανάμεσα στα ξεραμένα πινέλα και το πρώτο μου σκισμένο παραμύθι.

Έφτιαξα ένα σάντουιτς να φάω. Πολύ κέτσαπ, πολύ μουστάρδα και κρεμμύδι. Έκανα ένα μπάνιο.

Ένας ένας, οι δικοί μου επέστρεψαν, γέμισε το σπίτι, όπως τότε, παλιά, όταν ήμασταν μικροί. Γέμισε πρώτα κι ύστερα καθώς νύχτωσε, άδειασε ξανά. Ένας ένας έφυγαν τα αδέρφια μου.

Έμειναν μόνο ο πατέρας μου κι η μάνα μου, αποκοιμισμένοι αγκαλιά στον καναπέ κι η τηλεόραση να παίζει σιγανά.

Έφυγα κι εγώ.

Στην αυλή, πλάι στη γέρικη ροδιά, με περίμενε πάλι το αγόρι.

Τι θέλεις; Το ρώτησα.

Να με θυμάσαι. Μου απάντησε και κρύφτηκε πίσω από τα άστρα.

O θείος Χάρης και το Βαβέλατο

Όλα ξεκίνησαν πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που ήμουν ακόμη μικρός και περνούσα τα Χριστούγεννα με τα ξαδέρφια μου, τη θεία μου και το θείο μου, το θείο Χάρη, που ήταν αδερφός της μαμάς μου. Ο θείος Χάρης είχε μεγάλη αγάπη για τα Χριστούγεννα και κάθε χρόνο στόλιζε στην αυλή του ένα πελώριο έλατο με όλων των λογιών τα χριστουγενιάτικα στολίδια και ήταν πολύ περήφανος για αυτό.

Όλη η γειτονιά μιλούσε για το πανύψηλο έλατο του θείου Χάρη.

Μέχρι που μια μέρα, όταν βγήκαν όλοι οι γείτονες το πρωί να πάνε στη δουλειά τους, αντίκρυσαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που βρισκόταν στην αυλή του κυρ-Σταύρου, ακριβώς απέναντι δηλαδή από την αυλή του θείου Χάρη. Τους ήρθε πολύ ξαφνικό, μα κανείς δεν είπε κουβέντα. Το κοίταξαν για λίγη ώρα και ύστερα έφυγαν σκεφτικοί για τις δουλειές τους.

Το έλατο του κυρ-Σταύρου ήταν πιο ψηλό από το έλατο του θείου Χάρη.

Ο θείος Χάρης δεν το πίστευε. Μα να του κάνει τέτοιο πράμα ο γείτονας του! Δεν έχασε καιρό, έφυγε αμέσως για την χριστουγεννιάτικη αγορά και βρήκε ακόμη ψηλότερο δέντρο. Το ζήτημα τακτοποιήθηκε, το δεντρο του ήταν και πάλι το ψηλότερο στη γειτονιά. Ο θείος Χάρης κοιμήθηκε ήσυχος και ξύπνησε την άλλη μέρα ευδιάθετος παρά την χθεσινή κούραση από την αλλαγή και ξαναστόλισμα του δέντρου.

Αλλά μια ακόμη έκπληξη τον περίμενε.

Η γειτονιά είχε μεταμορφωθεί σε ένα χριστουγεννιάτικό δάσος! Όλοι οι κάτοικοι είχαν από ένα πελώριο δέντρο στην αυλή τους και κοκορεύονταν πως το δέντρο τους είναι το ψηλότερο από όλα. Ο θείος Χάρης έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε ξοδέψει όλα του τα χρήματα για να αγοράσει τα δυο δέντρα και έτσι ήταν αναγκασμένος να εγκαταλείψει κάθε σχέδιο για να διεκδικήσει πάλι την πρωτοκαθεδρία.

Τότε πέρασε από τη γειτονιά ο δήμαρχος.

Ο δήμαρχος, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε πολή σημασία στην εικόνα του. Για αυτό εξάλλου και ήταν δήμαρχος. Μόλις είδε το χριστουγεννιάτικο δάσος απόρησε. Τι πάει να πει πάλι αυτό; Όλοι αυτοί εδώ βάλθηκαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του και ύψωσαν χριστουγεννιατικα δέντρα ψηλότερο από το δέντρο του δήμου, που ήταν και μεταλλικό! Τι θα έλεγε ο κόσμος αν το έβλεπε αυτό; Ο δήμαρχος θα έπεφτε στα μάτια τους το δίχως άλλο.

Έδωσε αμέσως διαταγή να φτιάξουν καινούριο δέντρο στην κεντρικη πλατεία. Ψηλότερο.

Όλα έμοιασαν πως τακτοποιήθηκαν και πάλι. Ο θείος Χάρης βέβαια δεν πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του, αλλά έκανε σχέδια για την επόμενη χρονιά. Έκανε μάλιστα και ειδική παραγγελιά από τη μακρινή Σουηδία για την επόμενη χρονιά. Είναι γνωστό σε όλους πως τα Σουηδικά δέντρα είναι ψηλότερα από τα ελληνικά. Ο δημάρχος από την άλλη, πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του: το Χριστουγεννιάτικο δέντρο του ήταν το ψηλότερο ολόκληρης της Αθήνας.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα συνέβαινε την επόμενη χρονιά.

Ο δήμαρχος Αθηναίων δε θα επέτρεπε να συμβεί ξανά το ίδιο. Τα φετινά Χριστούγεννα το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο θα ήταν αυτό του δήμου της Αθήνας. Όμως δεν ήταν μόνο αυτός που ζήλεψε το επίτευγμα του άλλου δημάρχου. Όλοι οι δήμοι της Αθήνας βάλθηκαν να συναγωνίζονται ποιος θα φτιάξει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οι υπέυθυνοι κάθε δήμου εργάζονταν πυρετωδώς και τελικά όταν ήρθε η μέρα που τέλειωσαν οι προετοιμασίες, άπλωσαν τα μέτρα και τις μεζούρες και μέτρησαν. Ο δήμαρχος της Αθήνας ήταν ο νικητής. Έτσι έπρεπε να γίνει, η πρωτεύουσα οφείλει να είναι πρώτη.

Αυτό βέβαια δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους της συμπρωτεύουσας.

Μετά από αυτό, μπορείτε να φανταστείτε τι συνέβη την επόμενη χρονιά. Όλοι οι δήμοι της Ελλάδας, με πρώτο το δήμο της Θεσσαλονίκης, έβγαιναν και δήλωναν πως φέτος ο δικός τους δήμος θα έχει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ελλάδας. Εκείνο το Δεκέμβρη οι καλύτεροι μηχανικοί της χώρας δούλεψαν πυρετωδώς στην υπηρεσία των δημάρχων, στην υπηρεσία της τοπικής αυτοδιοίκησης δηλαδή, για το καλό των κατοίκων κάθε δήμου. Η μάχη ήταν σκληρή, μα το αποτέλεσμα... Ο δήμος Θεσσαλονίκης είχε πάρει τη ρεβανς και μάλιστα είχε καταφέρει να φτιάξει το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης.

Η είδηση έκανε το γύρω της γηραιάς ηπείρου.

Και η γηραιά ήπειρος ζήλεψε. Την επόμενη χρονιά σειρά είχε η Ρώμη και ύστερα το Παρίσι. Τα χρόνια περνούσαν και τα δέντρα έφταναν όλο και πιο ψηλά. Να η Μόσχα! Να το Λονδίνο! Η Μαδρίτη, το Ελσίνκι, οι Βρυξέλες! Και τότε το πήραν χαμπάρι οι Αμερικάνοι, καθυστερημένοι ως συνήθως. Για να λέμε την αλήθεια δε θα το έπαιρναν, αλλά έψαχνε η κόκα κόλα υλικό για την καινούργια διαφημιστική της εκστρατεία, μετά από αυτή με τον Άι Βασίλη.

Μα είναι δυνατόν να μην έχουμε εμείς το ψηλότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του πλανήτη;

Αναρωτήθηκε ο πλανητάρχης. Έτσι ξεκίνησε το πιο φιλόδοξο σχέδιο όλων των εποχών: ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο από τη γη μέχρι τα άστρα. Ένα σύγχρονο θαύμα, δείγμα του σύγχρονου τεχνολογικού θριάμβου της ανθρωπότητας, αλλά και ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπεροχής της αμερικανικής υπερδύναμης προς τις υπόλοιπες χώρες. Οι πολυεθνικές εταιρίες ενθουσιαστηκαν με αυτή την ιδέα και βιαστηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της αν χρειαζόταν. Κανείς δεν ήθελε να μείνει απ' έξω από ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα, που θα έμενε για πάντα στην ανθρώπινη ιστορία. Κάποιοι μάλιστα πρότειναν να στολίσουν με τα αγαθά που κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν το δέντρο αντί για Χριτουγεννιάτικα στολίδια.

Κι έτσι και έγινε.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο έφτανε όλο και πιο ψηλά. Πιο ψηλά και απο εκεί που πετάνε τα πουλιά, πιο ψηλα και από τα σύννεφα, πιο ψηλά και από το ψηλότερο βουνό. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο πλησίαζε όλο και πιο κοντά στα άστρα. Πλησίαζε Δεκέμβρης και οι αμέτρητοι εργάτες δούλευαν όλο και πιο σκληρά για να το τελειώσουν στην ώρα τους. Όλα πήγαιναν ρολόι και οι άνθρωποι των πολυεθνικών έτριβαν τα χέρια τους, όπως και ο πλανητάρχης.

Όλα αυτά τα χρόνια ο θείος Χάρης συνεχιζε το δικό του ετήσιο αγώνα με τους γείτονες.

Τα Χριστούγεννα που θα ολοκληρωνόταν η κατασκευή, έτυχε και βρεθήκαμε πάλι στο σπίτι του. Είχε περάσει πολύς καιρός από τη χρονιά εκείνη που για πρώτη φορά κάποιος είχε αμφισβητήσει την χριστουγεννιάτικη κυριαρχία του. Καθίσαμε όλοι μαζί μπροστά στην τηλεόραση, όπως απαιτεί το έθιμο για να παρακολουθήσουμε το άναμμα του δέντρου. Ένα δισεκατομμύριο λαμπιόνια το στόλιζαν, μαζί με εκατομμύρια συσκευασίες από κάθε λογής προϊοντα. Η βάση του ήταν μεγαλύτερη από την Ελλάδα, ίσως και από ολόκληρα τα Βαλκάνια.

"Σαχλαμάρες. Τι καταλαβαίνουν με αυτό;".

Είπε ο Θείος Χάρης και άλλαξε κανάλι. Μα και το επόμενο κανάλι έδειχνε το ίδιο και το επόμενο και το επόμενο και το επόμενο... Κι έτσι τελικά το είδαμε. Όχι το άναμμα, αλλά το σβήσιμο.

Ο πλανήτης έσβησε.

Και ύστερα ράγισε.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο άρχισε να πέφτει. Πρώτα αργά και ύστερα όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που συνάντησε το έδαφος με ένα κρότο που όμοιο του δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά ο άνθρωπος. Ο πλανήτης, σκοτεινος και μόνος, ράγισε κι άλλο. Σχίστηκε στα δύο και ύστερα στα τέσσερα και ύστερα στα οχτώ και ούτω καθεξής μέχρι που απέμεινε μοναχά ένα κομμάτι βράχο για κάθε άνθρωπο. Κι ύστερα οι άνθρωποι άρχισαν να απομακρύνονται όλο και πιο μακριά ο ένας από τον άλλο και να χάνονται αργά στην παγωνιά του σύμπαντος.

Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα ήταν ο θείος Χάρης.

Τον είδα καβάλα πάνω στο δικό του Χριστουγεννιάτικο δέντρο, φέτος το είχε παραγγείλει από το μακρινό Καναδά. Με κοίταξε απορία και κάτι μου είπε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα, ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό. Αλλά και να μεταδιδόταν πάλι τίποτα δε θα άκουγα. Ο κρότος από το πέσιμο του γιγάντιου έλατου με είχε κουφάνει.

Όπως και κάθε άλλο άνθρωπο.

Βιβλιοπλοπωλείο

Με σκούφο από μαύρο μαλλί και γάντια μπαλωμένα στις άκρες των δακτύλων του
κοιτάζει τα σκαλιά που κατηφορίζουν βαθιά μέσα στα έγκατα της γης του.

Τη γη των μπερδεμένων λέξεων και των ελαφρώς κοινότοπων νοημάτων.
Την κοιτάζει με ευλάβεια, πόθο και μια ανάλαφρη εγκληματική διάθεση.

Όπως θα υποψιάζεστε νιώθει ήδη ελαφρώς ανάλαφρος.

Πατάει στο πρώτο σκαλοπάτι και τα ρουθούνια του γεμίζουν τη γνώριμη πια μυρωδιά της πυρίτιδας.

Πατάει στο δεύτερο και οι κάνες των ματιών του αναστενάζουν ανυπόμονα.

Σταματά και καθισμένος στην άκρη της τελευταίας σελίδας αναρωτιέται,
έχεις να του προτείνεις ένα βιβλίο για τις μέρες ξεκούρασης που έρχονται;