κάποτε στο Μεξικό


Στα μέσα του Ιούνη του 1914 ο Φερμίν Βαλένσια, ένας μάλλον άσημος ποιητής από τη Βερακρούζ και λοχαγός στην περιβόητη μεραρχία του Βορρά, μπήκε με τους άντρες του σε ένα μικρό χωριό λίγο έξω από το Σακατέκας. Εκεί θα συναντιόντουσαν με τους υπόλοιπους λόχους του Βίγια για να χτυπήσουν όλοι μαζί τη ραχοκοκαλιά του στρατού του Ουέρτας. Ήξεραν πολύ καλά πως αυτή η μάχη θα έκρινε την επανάσταση στο Βορρά.

Καθώς έφτασαν πριν από τους άλλους, ο Φερμίν έκανε μια βόλτα στους έρημους δρόμους του χωριού, που μερικές μέρες αργότερα έμελλε να ισοπεδωθεί από το πυροβολικό του Φελίπε Άνχελες. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει και αυτοί που έμεναν είχαν μαζευτεί στην πλατεία για να τους υποδεχτούν σαν ήρωες. Τότε, εκεί που περπατούσε ανάμεσα στα άδεια σπίτια, άκουσε τον ήχο του σφυριού από κάπου κοντά του. Πλησίασε προς το σημείο που ακουγόταν ο ξερός επαναλαμβανόμενος κρότος και βρέθηκε μπροστά σε μια γριά που προσπαθούσε με κόπο να καρφώσει σανίδες στα παράθυρα της ετοιμόρροπης παράγκας της. Από τη μισάνοιχτη πόρτα μπορούσε να διακρίνει τη φωτογραφία του Πορφύριο Δίας.

Στη θέα του ο Βαλένσια έφτυσε στο χώμα, όπως συνήθιζε τόσα χρόνια να κάνει όποτε έβλεπε τον «εκλεγμένο» πρόεδρο του Μεξικού, και πλησίασε τη γριά που δεν τον είχε πάρει χαμπάρι. Μόλις της πήρε το σφυρί από το χέρι, τον κοίταξε τρομαγμένη. Εκείνος της χαμογέλασε και συνέχισε το έργο της χωρίς να πει κουβέντα.

Όταν ύστερα από λίγο τελείωσε βρήκε τον Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, παιδικό του φίλο και σύντροφο, να ακουμπάει στο φράχτη απέναντί του.

«Τι νόημα έχει? Μετά τη μάχη δεν πρόκειται να μείνει κολυμπηθρόξυλο», του είπε γνέφοντας προς τη γριά που τώρα πια είχε κλειδαμπαρωθεί για τα καλά.

«Η επανάσταση φίλε μου είναι τα μικρά πράγματα», απάντησε ο ποιητής και σκούπισε με το μαντήλι του τον σκονισμένο ιδρώτα του. 

Ο γέρος που μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία είχε δυο μάτια που έλαμπαν ακόμη ζωηρά και μου ορκιζόταν στη Mαύρη Παναγία της Γουαδελούπης πως το μόνο που απέμεινε από ολόκληρο το χωριό όταν τέλειωσε η μάχη ήταν οι τέσσερις αυτοί τοίχοι με τα καρφωμένα παράθυρα. 



μακαύριο


Χθες άκουσα μια ρώσικη παροιμία που έλεγε:

«Όποιος δεν πίνει και δεν καπνίζει, πεθαίνει υγιής».

Σήμερα έκοψα το ποτό.

Αύριο το τσιγάρο.

Και μέχρι το τέλος του χρόνου δίαιτα.

Για να μη με στενεύει το μαύρο μου κουστούμι,

έτσι όπως θα είμαι ξαπλωμένος μέσα στο νεκροκρέβατό μου.

χειραφέτηση


Βγήκε από το μπάνιο φορώντας ένα ανοιχτό μπεζ μπουρνούζι και γέμισε μια κούπα με καφέ. Το απόγευμα πλησίαζε στο τέλος του, αλλά τα φώτα του δρόμου δεν είχαν ανάψει ακόμη. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.

Τον τελευταίο μήνα δεν είχε μιλήσει με άνθρωπο. Πέρα από τις τυπικές κουβέντες που μοιραζόταν διεκπεραιωτικά στη δουλειά ή σε κάποιο κατάστημα π.χ. καλλυντικών, είχε αποφύγει κάθε μορφή επικοινωνίας με όλους εκείνους που υποτίθεται πως νοιαζόταν για εκείνη και αντιστρόφως. Για κάποιο λόγο τελευταία απολάμβανε περισσότερο μια κουβέντα για την τιμή της τομάτας ή για το λεωφορείο που αργούσε να εμφανιστεί. Ή ακόμη και για τον καιρό.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Δεν μπορώ να καταλάβω αν το αγνοεί ή το αποφεύγει. Κοιτάζει μόνο τον τοίχο απέναντι της, σα να μετράει για ακόμη μία φορά ένα ένα τα συμμετρικά, τετράγωνα καδράκια. Το ένα κάτω από το άλλο, φωτογραφίες των πρώην της με χρονολογική σειρά, σα να είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο που παράδοξα γερνάει και καθώς πλησιάζει στο ταβάνι μεταμορφώνεται. Και δίπλα στις φωτογραφίες, ακολουθούν κι άλλα κάδρα, ένα ή περισσότερα σε κάθε σειρά, προσεχτικά στοιχισμένα αλλά άδεια. Είναι για τα παιδιά που είχε ονειρευτεί πως θα κάνει με τον κάθε έναν τους.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Πίνει μια γουλιά καφέ, γυρίζει προς το μέρος μου, μου ξεκουμπώνει το φερμουάρ, τον βάζει μέσα στο στόμα της, τελειώνω ήσυχα, πίνει άλλη μια γουλιά καφέ. Είναι ζεστός ακόμη. Πρέπει να φύγεις τώρα, μου λέει, εντάξει της απαντάω, σηκώνομαι, ξέρω πως δε θα με ακολουθήσει μέχρι την πόρτα και φεύγω χωρίς να της πω κάτι άλλο. Κλείνω την πόρτα και καθώς κατεβαίνω τα σκαλιά ακούω πίσω μου τον ήχο από το τηλέφωνό της όλο και πιο αμυδρό. Στην εξώπορτα κοιτάζω το δικό μου για μια τελευταία φορά.

Τότε, εκείνη ανοιγοκλείνει τα μάτια της απαλά και στρέφεται προς το τηλέφωνο. Αργά, σχεδόν διστακτικά, το πιάνει και το φέρνει στο αυτί της. Ο δείκτης της πιέζει το κουμπί, εκείνο αντιστέκεται. Βάζει περισσότερη δύναμη. Εκείνο δε λέει να υποχωρήσει. Προσπαθεί, αλλά μάταια.

Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπάει.

Εμπρός; Εμπρός! φωνάζει.

Καληνύχτα, μόνο αυτό, της απαντάω.

Το τηλέφωνο όμως συνεχίζει να χτυπάει.

το πυρ το εσώτερον


Ακουμπισμένος στο στενό περβάζι, έβλεπε την πόλη του να καίγεται.

Ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη πυρκαγιά, η μεγαλύτερη που είχε δει κανείς μέχρι σήμερα και όλοι πια συμφωνούσαν πως το πιο πιθανό ήταν να μην αφήσει τίποτα όρθιο στο πέρασμα της.

Κανείς δεν κατάλαβε από που ακριβώς ξεκίνησε: κάποιοι είπανε από την παλιά χωματερή και κάποιοι άλλοι από ένα τηλεοπτικό σταθμό που έπαιζε καθημερινά σκουπίδια.

Ύστερα, κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να τη σβήσουν και κάποιοι συνέχιζαν να συζητούν για το ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να την αντιμετωπίσουν. Οι περισσότεροι πάλευαν μόνοι τους με κάτι μικρούς πλαστικούς πυροσβεστήρες, ενώ που και που έβλεπες και κανένα ξεχαρβαλωμένο πυροσβεστικό να τρέχει φοβισμένο.

Και τώρα που πάνω από τα μισά σπίτια [έστω και λίγο] είχαν καεί οι περισσότεροι έτρεχαν για να γλιτώσουν και οι υπόλοιποι μάλωναν για το πως θα κατάφερναν να σώσουν έστω κάτι. Υπήρχαν και κάποιοι λίγοι που κατηγορούσαν τους υπόλοιπους, επειδή αντί να τους βοηθήσουν να προστατέψουν όλοι μαζί την πόλη, εκείνοι δεν τους έδωσαν σημασία και ασχολήθηκε ο καθένας με την προσωπική του ιδιοκτησία. 

Ο καπνός είχε πια πυκνώσει τόσο που η πόλη είχε χαθεί από μπροστά του. Τα μάτια του άρχισαν να τσούζουν, η κάψα έφτανε πια στο μέτωπο του. Εκείνος σκέφτηκε για μερικά λεπτά, προσεχτικά, τι έπρεπε να κάνει.

Έκλεισε το παντζούρι και έκατσε στον καναπέ του. Ευτυχώς, το air-condition δούλευε ακόμη ρολόι και η δορυφορική του τηλεόραση έδειχνε την πυρκαγιά από κοντά χωρίς όλον αυτόν τον καπνό που του έγδερνε τα μάτια.

Ικανοποιημένος, άνοιξε μια μπύρα και είδε πίσω από το γυαλί, την πολυκατοικία του να παραδίνεται στις φλόγες.