άυπνος













Ήμουν άυπνος τρεις μέρες. Μαύρος καφές, πικρός και ένα τασάκι γεμάτο τσιγάρα, στο ραδιόφωνο μόνο παράσιτα, η τηλεόραση κλειστή και στην κουζίνα η μυρωδιά του βραστού. Το σπίτι κατά τα άλλα ήταν καθαρό, πεντακάθαρο, θύμιζε ψυγείο στο χρώμα και το ένιωθες μάλλον περισσότερο εχθρικό, παρά οικείο.

«Λοιπόν;».

Εκείνος ήταν πιο ψηλός από εμένα, είχε ίσιο μαλλί κοντό και χωρίστρα. Φορούσε μια μάσκα σοβαρότητας, κι είχε τα γυαλιά του ακουμπισμένα στην άκρη της μύτης του. Κουρασμένος, αλλά αξιοπρεπής.

«Δεν θέλω να ξαναδώ το ίδιο όνειρο», είπα.

«Είναι λίγο αργά για αυτό δε νομίζεις;».

Η φωνή του ήταν μαλακή, τα χέρια του ακουμπούσαν στο τραπέζι. Μαζί και το βλέμμα του. Δημιούργημα της φαντασίας μου, ο άντρας που δε με άφηνε να κοιμηθώ, ο βασανιστής μου. Ερχόταν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και με συναντούσε – πάντοτε στο ίδιο γυμνό δωμάτιο, πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.

Ονειρευόμουν πως δεν με άφηνε να κοιμηθώ.

«Πάλι αποκοιμήθηκα ε;»

Έγνεψε καταφατικά.

«Κι όμως εσύ με κρατάς ξύπνιο! Γιατί; Πότε θα με αφήσεις επιτέλους να κοιμηθώ; Τι θέλεις να συζητήσουμε πάλι απόψε; Γιατί με βασανίζεις έτσι; Γιατί; Απάντησε μου επιτέλους!»

Δε μίλησε. Έμεινε για ώρα ακίνητος κι ύστερα σήκωσε απαλά το βλέμμα. Παρατήρησα για άλλη μια φορά τις βαθιές ρυτίδες του γύρω από τα μάτια, την κούραση και το σκοτάδι πίσω από αυτά.

«Μου κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις, δε σε κατηγορώ. Θα ήθελα όμως να τις ξανασκεφτείς, αφού πρώτα θα σου κάνω κι εγώ μία».

Περίμενα την ερώτηση. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο από το να περιμένω. Χτύπησα νευρικά τα δάχτυλα μου. Άναψα τσιγάρο. Ήπια μια γουλιά καφέ.

Ερώτηση δεν ήρθε.

Για άλλη μια φορά ξύπνησα κουρασμένος. Για άλλη μια φορά ο νυχτερινός μου επισκέπτης δεν απάντησε. Η νύχτα πέρασε κι εγώ έμεινα ξάγρυπνος στο όνειρο μου.

Σου διηγούμαι ετούτη την ιστορία απόψε, γιατί τις τελευταίες μέρες όταν ξυπνάω νυσταγμένος το πρωί, στο νου μου γυροφέρνω μια ερώτηση.

Ποιος είναι άραγε ο βασανιστής και ποιος ο αιώνιος αιχμάλωτος;

κοΛαζ







Ψιχαλίζει.

Η Αθήνα, νυχτερινή και όμορφη, σου χαμογελάει. Περπατάς, ανάμεσα σειρήνες και αόρατα βεγγαλικά.

Ένα άδειο ταξί σε προσπερνάει.

Ο άντρας με το ξεθωριασμένο πουκάμισο, καπνίζει και κοιτάζει τους περαστικούς, να περπατάνε αδιάφορα.

Ένας από αυτούς του επιστρέφει το βλέμμα.

Σαν αντανάκλαση.

Ή σαν την τελευταία γουλιά από το ποτό σου, αυτήν που την πίνεις κοιτάζοντας την πόρτα.

Η στάση των λεωφορείων περιμένει καρτερικά το τελευταίο δρομολόγιο.

Ακούς κάποιον να σιγοτραγουδάει το αγαπημένο σου τραγούδι.

Οχτώ τηλεοράσεις πίσω από μια βιτρίνα παίζουν κάντυ κάντυ.

Κι ένας πλανόδιος κουβαλάει το σαλόνι σου στον πάγκο του.

Ο σκύλος που κυνηγάει τα αυτοκίνητα.

Με πείσμα.

Το πείσμα μας είναι η τελευταία μας ελπίδα.

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, μου είχες πει. Όμως τελικά εκείνη πεθαίνει προτελευταία.

Γιατί τελευταίος πεθαίνει πάντα ο ελπίζων.

Όμως, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα, μια πολύ μικρή πιθανότητα, ο ελπίζων, την τελευταία στιγμή, μόνο την τελευταία στιγμή, να τη γλιτώσει.

Κι έτσι από ελπίζων, να παραμείνει για πάντα επιζών.

Και το χαμένο λ να γίνει η αφορμή για μια καινούργια λέξη.

Ή πρόταση ή μια ολόκληρη ιστορία.

Κι ας έχει κοιμηθεί τέτοια ώρα η πόλη.

Εσύ πια βρίσκεσαι στο κέντρο της πλατείας.

Κολλάς τις εικόνες, τις ράβεις με κλωστή από τον Πλούτωνα.

Αναμνήσεις, εικόνες που παίζουν πίσω από τα μάτια σου και μια τυφλή αισιοδοξία για την αυριανή μέρα, που

μπορεί να μοιάζει τόσο με τη χθεσινή, αλλά ξέρεις πως απέχει όσο η πραγματικότητα από την φαντασία.

Μπροστά σου ένα αυθόρμητο κολάζ.

Κι εσύ κολλάς.

παγκότερμα














Την Κυριακή παίζαμε μπάλα στο παλιό δημοτικό. Η πλάκες σκαμμένες, τα κάγκελα ξεχάρβαλα κι εγώ τέρμα, καθώς ήμουν ο πιο άχρηστος παίχτης. Στο άλλο τέρμα η Ελένη, η αδερφή του Γιώργου που έφερνε την μπάλα και για αυτό την αφήναμε να παίζει, αν και κανείς δεν την ήθελε στην ομάδα του. Έτσι όταν χωριζόμασταν, πάντα στο τέλος μέναμε εγώ και η Ελένη.

Ο πρώτος μου έρωτας.

Όπως καταλαβαίνετε βρισκόμουν σε αδιέξοδο. Δεν θα παίζαμε ποτέ στην ίδια ομάδα, πάντα θα είχαμε ανάμεσα μας ένα γήπεδο και όλους αυτούς τους άλλους – συμπαίκτες και αντίπαλους. Έπρεπε κάτι να κάνω, αλλά δεν ήξερα τι. Προσπάθησα να γίνω καλύτερος παίχτης, προπονήθηκα σκληρά, έμαθα να ντριμπλάρω και να σουτάρω, μέχρι και γυμναστική έκανα κάθε πρωί πριν από το σχολείο. Όχι μόνο θα παίζαμε στην ίδια ομάδα, αλλά είχα σκοπό να την εντυπωσιάσω με τις ικανότητές μου.

Τσάμπα.

Δεν μπορούσα να βρω την ευκαιρία να δείξω την αξία μου. Κανείς δεν έδινε σημασία στις διακριτικές παρακλήσεις μου για αλλαγή θέσης. Ήμουν καρφωμένος ανάμεσα στους δυο σκουριασμένους τενεκέδες που είχαμε για δοκάρια. Το ίδιο κι εκείνη. Η απελπισία μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της, όμως δε σταμάτησα τις μοναχικές μου προπονήσεις. Το αντίθετο μάλιστα, τώρα εξασκούμουν πιο σκληρά. Κατάλαβα πως μόνο στην τύχη θα μπορούσα να βασιστώ και πως όταν θα ερχόταν εκείνη η στιγμή θα έπρεπε να είμαι έτοιμος.

Και ήρθε.

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα, λίγο πριν πιάσουν τα γερά κρύα, μαζευτήκαμε πολύ λίγοι. Ήμασταν έτοιμοι να γυρίσουμε σπίτια μας, όταν κάποιος έριξε την ιδέα, να παίξουμε παγκότερμα. Δεν το είχα ξανακούσει. Μας εξήγησε πως και οι τερματοφύλακες μπορούσαν να παίξουν κανονικά μέσα όπως οι υπόλοιποι. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου! Ήταν η ώρα να αποκαλύψω επιτέλους την αξία μου και να κερδίσω μια θέση που θα με έφερνε πιο κοντά στον έρωτά μου. Στην πρώτη φάση που πήρα την μπάλα, ξεχύθηκα στην επίθεση. Η αλήθεια είναι πως οι αντίπαλοι δε μου έδωσαν και πολύ σημασία, σίγουροι για την επερχόμενη αποτυχία και πιθανό εξευτελισμό μου.

Πόσο λάθος είχαν.

Βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της. Δεν τόλμησα να την κοιτάξω, ένιωθα όμως το βλέμμα της πάνω μου. Συγκεντρώθηκα, έβαλα όλη μου τη δύναμη και σούταρα.

Και γκολ!

Και τι γκολ! Όλη την υπόλοιπη χρονιά συζητούσαν για το βροντερό σουτ μου, αυτό που έστειλε την μπάλα κατευθείαν στα μούτρα της Ελένης κι αφού την ξάπλωσε στις βρεγμένες πλάκες, καρφώθηκε μες στο τέρμα πίσω της.

«Πόσο άχρηστη είσαι! Ακόμη κι ο Γιάννης σου έβαλε γκολ!», άκουσα τον αδερφό της πίσω μου να φωνάζει περιφρονητικά. Εκείνη σηκώθηκε, μουτζουρωμένη και με το πρόσωπο κατακόκκινο από το χτύπημα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μόνο βούρκωσε κι έφυγε. Πίσω της κι ο Γιώργος με την μπάλα του. Το παιχνίδι είχε τελειώσει. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που την είδα. Η Ελένη δεν ξαναήρθε ποτέ μαζί με τον αδερφό της να παίξει μαζί μας.

Κι εγώ αποφάσισα να γίνω καλύτερος τερματοφύλακας.

πίσω

Έφερε τη θάλασσα στο νεροχύτη της κουζίνας.

Το καλοκαίρι το ‘βαλε στη γυάλα του χρυσόψαρου.

Και τα φιλιά της, αποξηραμένα πια στο βάζο.

Το παράθυρο το άφησε λίγο ανοιχτό. Παρέα με τους γλάρους, άκουγε τα αυτοκίνητα.

Ηλιοθεραπεία στον καναπέ, με αντηλιακό και τηλεόραση.

Η πρώτη ψιχάλα έπεσε μέσα στο μοχίτο του.

Η δεύτερη στο βρώμικο τασάκι.

Στην τρίτη βγήκε στο δρόμο.

Μαζί του και όλοι οι άλλοι, που νωθροί και νυσταγμένοι προσπαθούσαν να αποφύγουν αυτοκίνητα, βρισιές και την καθημερινότητα του αναπόφευκτου χειμώνα.

Μα δεν τα κατάφερναν ακόμη πολύ καλά.

Δεν έβρισκαν το σταθερό το πάτημα, πάνω στις λείες πλάκες.

Παραπατούσαν. Έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο.

Και σιγά σιγά ξέχναγαν τα γέλια της μεσημεριανής αντηλιάς και τα ούζα στο φεγγάρι.

Δεν ήταν τελικά που το καλοκαίρι τους έκανε πιο χαρούμενους.

Ήταν που ξεχνούσαν τα βήματα τους.