έσχατες σχέψεις σχετικά με τις σχέσεις

Κοιμήθηκα παρασκευή ξύπνησα δευτέρα. Σήμερα είναι πάλι παρασκευή.

Βγήκα στο δρόμο, αγουροξυπνημένος, έψαχνα για εφημερίδα και για λίγο ουρανό.

Η κυρία με το κόκκινο φιατάκι μάλλον δεν πρόσεξε το φανάρι. Ούτε εμένα.

Έκανα μια βουτιά στο πλάι, ο προφυλακτήρας της άγγιξε το παντελόνι μου.

Αλλά αντί να προσγειωθώ στην άσφαλτο, κάτι περίεργο συνέβη.

Έπεσα μέσα στον ανοιχτό υπόνομο.

Και βρέθηκα σε ένα ζεστό ποτάμι από σκατά και μέλι.

Το περίεργο δεν είναι πού βρέθηκε το μέλι εκει μέσα.

Αλλά εσύ.

χουζούρι

Απέναντι από το κρεβάτι του βρίσκεται ένα μεγάλο καλοκουρδισμένο ρολόι.

Είναι κόκκινο και έχει δείκτες από γυαλιστερό ατσάλι.

Και βέβαια είναι το πρώτο πράγμα που βλέπει όταν ξυπνάει.

Για ένα και μόνο λόγο.

Θέλει να δει σε πόση ώρα θα σηκωθεί από το κρεβάτι.

Με το ένα μάτι μισάνοικτο δίνει ραντεβού για το ξεκίνημα της μέρας του μετά από πέντε δέκα λεπτά.

Φροντίζει πάντα να είναι στρογγυλεμένη η ώρα.

Ακριβώς, και τέταρτο, και μισή, παρά τέταρτο.

Μα όταν έρχεται η ώρα να σηκωθεί, δεν το κάνει.

Μόνο παίρνει σιωπηλή παράταση.

Με το άλλο μάτι μισάνοικτο κανονίζει στο μυαλό του το επόμενο ραντεβού.

Και ξανά και ξανά, μέχρι που ξυπνάει εντελώς.

Τελικά όταν σηκώνεται δεν το έχει από πριν κανονισμένο.

Ούτε είναι στρογγυλεμένη η ώρα.

Με αργόσυρτα βήματα πάει για το μπάνιο.

Και κάπου μέσα του γκρινιάζει πως έχασε πάλι όλη τη μέρα του στο κρεβάτι.

Πως το φως του ήλιου σύντομα θα χαθεί πάλι.

Κι εγώ, που τον κοιτάζω μέσα απ’ το ρολόι, σκεφτομαι τη σχέση του ανθρώπου με το χρόνο.

Αυτή η συνεχόμενη μετάθεση των ραντεβού.

Η εναλλαγή του ύπνου και του ξύπνιου.

Το μισοκοίταγμα στους δύο δεμένους δείκτες.

Κι η γκρίνια για το χάσιμο της μέρας.

Ένα αδιάκοπο και παρατεταμένο, μοναχικό χουζούρι, με το ρολόι κλειδωμένο στη ρίζα του μυαλού σου.

Θαδήσεις?

Χθες το βράδυ ήθελα να δω ειδήσεις.

Κατέβασα το σταθερό, έκλεισα το κινητό και άνοιξα την τηλεόραση.

Όμως τότε συνέβη κάτι αναπάντεχο.

Ο τηλεπαρουσιαστής των βραδινών ειδήσεων φορούσε άσπρη ποδιά και διαφήμιζε απορρυπαντικό.

Είχε ύφος πυρηνικού επιστήμονα.

Και τα έλεγε πολύ ωραία.

Αλλά εγώ ήθελα να δω ειδήσεις.

Στο διπλανό κανάλι είχαν ξεχάσει να παίξουν το βραδινό δελτίο.

Και στο άλλο ο άνκορμαν είχε αργήσει να πάει.

Είχαν βάλει στη θέση του έναν καμεραμαν που έλεγε πετυχημένα ανέκδοτα.

Αλλά εγώ ήθελα να δω ειδήσεις.

Τα κρατικά απεργούσαν.

Τα παρακρατικά έδειχναν σκληρό πορνό με πρωταγωνιστές γνωστούς πολιτικούς.

Τα διακρατικά, πορνοστάρ σε σοβαρές πολιτικές αναλύσεις.

Καλά όλα αυτά, αλλά εγώ ήθελα να δω ειδήσεις.

Ξαναγύρισα στο πρώτο κανάλι.

Ο τηλεπαρουσιαστής με την άσπρη ποδιά, παρουσίαζε τώρα συνταγές μαγειρικής.

Μαγείρευε καλά είναι η αλήθεια.

Περίμενα λίγο ακόμη.

Μέχρι που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ.

Και ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ παρουσιαστής σε δελτίο ειδήσεων.

Πως μπορούσα να παρουσιάσω εγώ τις ειδήσεις που ήθελα.

Για μια στιγμή ένιωσα υπέροχα, ένιωσα τη δύναμη, τη γλύκα της εξουσίας.

Μα αμέσως μετά έντρομος κατάλαβα πως δεν είχα τίποτα να πω.

Γιατί στην άλλη πλευρά του γυαλιού, ο καναπές ήταν πια άδειος.

Κυνιγητό

Απόψε θα παίξουμε κυνηγητό.

Εγώ θα σε κυνηγάω κι εσύ θα μου κρύβεσαι.

Σε σκόρπιες κουβέντες και ανύποπτα βλέμματα.

Σε τυχαίες συναντήσεις και στον καπνό των σβημένων τσιγάρων.

Θα σε κυνηγάω και δε θα το ξέρεις.

Ίσως ούτε κι έγω.

Σημασία όμως πάντα έχει μονάχα το παιχνίδι.

Και η ένταση, σε όσα ανείπωτα παραμονεύουν την κάθε μας σκέψη.

Γιατί, για όσους δεν αγαπούν το χθες και το αύριο είναι μακρινό κι άπιαστο, ο ωκεανός έχει το χρώμα του ουρανού και η σανίδα της σωτηρίας τους το χρώμα του σημερινού μας ήλιου.

Θα σε κυνηγάω μέχρι να κουραστείς.

Τότε μονάχα θα σταματήσω.

Κι όταν καταχτήσω αυτό που ποτέ δεν είχα,

τότε από ανία, εγωισμό και αυταρέσκεια θα σε περιφρονήσω και θα σε αφήσω για πάντα

ήσυχη.