Αν – Έργο σε τέσσερις πράξεις

Αν εργαζόμουν θα ήθελα να μη με εκμεταλλεύονται τα αφεντικά.

Αχ, να μη με βλέπουν σαν πολλαπλασιασμό του κεφαλαίου τους.

Αν εργαζόμουν θα ήθελα να μου αρέσει αυτό που κάνω.

Μα καλά, είναι δυνατόν να αφαιρώ από τη ζωή μου την ομορφιά της δημιουργίας;

Αν εργαζόμουν θα ήθελα να μη με ανταγωνίζονται οι συναδελφοι μου.

Να μη θεωρούν πως εξαιτίας μου διαιρούνται τα χρήματα που θα μπορούσαν να κερδίσουν.

Όχι, όχι, όχι! Δε θα το ήθελα καθόλου αυτό.

Αν εργαζόμουν θα ήθελα να προσφέρω στους συνανθρώπους μου.

Αλήθεια πόσο θα μου άρεσε, να προσθετω και γω το λιθαράκι μου στον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία.

Όμως για την ώρα - τι κρίμα! - δεν κανω τίποτα από όλα αυτά, που θα ήθελα να κάνω αν εργαζόμουν.

Μονάχα φλυαρώ.

Και ανεργάζομαι.

Άλλος ένας

Για την ατυχία μου φταίνε οι άλλοι.

Και για την ευτυχία μου καμιά φορά.

Για τις δυσκολίες μου.

Για τις αναποδιές.

Και για τις σκοτεινές σκέψεις που κάνω όταν τους βλέπω.

Για το σημερινό κωλόκαιρο.

Και για το αυριανό στημένο πέναλτυ.

Για τη διαφθορά, για την καταστροφή του πλανήτη, για τον πόλεμο.

Πάντα υπάρχουν οι άλλοι.

Και πάντα είναι παντού.

Ακόμη και το πρωί, όταν κοιτιέμαι στο καθρέφτη για να ξυριστώ.

σκάλωσα

Σήμερα το πρωί βρέθηκα μπρος σε μία σκάλα που μπορούσα να δω μόνο το πρώτο σκαλοπάτι της.

Όλα τα υπόλοιπα ήταν κρυμμένα πίσω του.

Μπορεί να είχε μόνο ένα.

Μπορεί και εκατό χιλιάδες.

Δεν ξέρω.

Το συλλογίστηκα.

Το συλλογίστηκα περισσότερο.

Μπορεί να μου έπαιρνε πέντε δευτερόλεπτα για να την ανέβω.

Μπορεί και να γέρναγα ανεβαίνοντας.

Περίμενα να πάρω μια απόφαση.

Περίμενε και η σκάλα να δει αν θα την ανέβω.

Πέρασε κάμποση ώρα.

Πέρασε και ένας γεράκος με ένα σοφό σκουφί και μου είπε.

«Μπορεί και να γεράσεις περιμένοντας».

«Μπορεί κι εσύ να έπαθες το ίδιο», του απάντησα.

Το τραγούδι του φαροφύλακα

Το σπίτι του ήταν μικρό και χαμηλοτάβανο.

Το είχε χτίσει στην άκρη ενός βότσαλου, εκεί που σκάει το κύμα.

Η μέρα του ακόμη μικρότερη.

Οι ώρες έμοιαζαν λεπτά και τα λεπτά με δευτερόλεπτα.

Και οι τσέπες του ήταν πάντα άδειες.

Άδειες και τρύπιες ενίοτε.

Όμως, ερχόταν μια στιγμή, στο τέλος της ημέρας, που κοιτούσε πέρα μακριά στον ορίζοντα και σιγοτραγουδούσε.

Θυμότανε τρεις φίλους του, μια γυναίκα που είχε αγαπήσει και ένα πλοίο της γραμμής που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να πάρει μία μέρα.

Τραγουδούσε δηλαδή, για όλα αυτά που του έχουν απομείνει, για εκείνα που για πάντα έχασε και για όσα περιμένει να έρθουν.

Και το τραγούδι του καμιά φορα γαλήνευε τη θάλασσα.

Κι άλλοτε έκανε το φως του φάρου να σκοτεινιάζει.

Και μια φορά, παρόν, παρελθόν και μέλλον μπλέχτηκαν και έγιναν κουβάρι.

Είδε τους φίλους του και τη γυναίκα του στην κουπαστή του πλοίου,

να ναυαγούν, να χάνονται στην άγρια θάλασσα μπροστά του,

γιατί χαμένος όπως ήταν μέσα στο σιγανό τραγούδι του,

το φάρο να ανάψει είχε ξεχάσει.