Αναδάσωση

Την τελευταία φορά που περπάτησε στο δάσος, τα δέντρα ήταν τυλιγμένα με γυμνά καλώδια και οι πρίζες τους κρέμονταν από τα κλαδιά σαν γινωμένα φρούτα.

Οι σπίθες από τις άκρες τους έμοιαζαν με πυγολαμπίδες και μες στο σκοτάδι του έδειχναν το δρόμο.

Σκόνταψε σε μια μισοθαμμένη κεραία και έπεσε στο χώμα.

Ένα μικρό ξωτικό κάθισε στη μύτη του και του γέλασε.

Είχε σιδερένια χέρια και ένα χαμόγελο από ξυράφια.

«Είμαι η ψυχή του δάσους», του είπε.

«Εγώ πάλι, έχω χαθεί», της είπε εκείνος.

«Και το δάσος μου το ίδιο», του απάντησε το ξωτικό και εξαφανίστηκε ανάμεσα στις σπίθες.

Σηκώθηκε, συνέχισε να περπατάει, κουράστηκε.

Κάθισε σε πάνω σε ένα γκρεμισμένο φουγάρο.

Το ξωτικό βρέθηκε πάλι μπροστά του.

Ήταν χωμένο μέσα σε μια καμμένη τηλεόραση.

«Είναι το δάσος σου που μ’ εμποδίζει να βρω το δρόμο μου».

«Εγώ νομίζω πως είσαι εσύ που το εμποδίζεις να βρει το δικό του», του είπε εκείνο και χάθηκε ξανά.

Το ξημέρωμα τον βρήκε μπρος στη μεγαλή μαύρη λίμνη στο κέντρο του δάσους.

Ξάπλωσε στην όχθη της και κοίταξε τον ουρανό.

Για μια στιγμή νόμισε πως έπεφτε ένα αστέρι.

Τελικά ήταν ένα αεροπλάνο.

Άκουσε το ξωτικό να του ψιθυρίζει στο αυτί του.

«Θυμάσαι την πρώτη φορά που ήρθες εδώ;».

«Θυμάμαι πως ήθελα να το διασχίσω. Να δω τι βρίσκεται από την άλλη μεριά».

«Γιατί;»

«Γιατί το δάσος μου κρύβει τον ορίζοντα».

«Ίσως να σε κρύβει από τον ορίζοντα».

«Ίσως. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει πολύ νόημα τώρα πια».

«Γιατί;»

«Γιατί κατάλαβα πως όσο πιο βαθιά μπαίνω μέσα στο δάσος τόσο πιο δύσκολα βγαίνω από αυτό. Δεν προκειται ποτέ να το διασχίσω».

«Τότε δε με χρειάζεσαι άλλο πια», είπε το ξωτικό και χάθηκε για τελευταία φορά.

Εκείνος αποκοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε πως το δάσος ήταν πράσινο και πως έμπαινε σε αυτό ξανά για πρώτη φορά.

Το πρωινό τον βρήκε νεκρό και παγωμένο στο κρεβάτι του.

Όμως χαμογελούσε.

Μυστικά και ψέματα

Έχω ένα μυστικό τόσο μυστικό που δεν μπορώ να το πω ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.

Γιατί ξέρω πως αν του το πω σίγουρα θα το μαρτυρήσει.

Έτσι κάνω συνεχώς πως δεν το ξέρω.

Όμως έρχονται κάτι βράδια σαν κι αυτό που σχεδόν δεν μπορώ να κρατηθώ.

Θέλω οπωσδήποτε να μου το πω.

Κάθομαι τότε μπροστά στον υπολογιστή και γράφω μια ψεύτικη ιστορία για ένα μυστικό τόσο μυστικό που δεν μπορώ να το πω ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.

Και ξεγελιέμαι.

Απέξω

Σήμερα πήγα στο σουπερ μάρκετ.

Αγόρασα ένα σωρό χρήσιμα πράγματα.

Στην επιστροφή άρχισε να βρέχει.

Δεν είχα πάρει ομπρέλα.

Κι οι σακούλες με τα ψώνια μου γεμίσαν νερό.

Και έγιναν τόσο βαριές που δεν μπορούσαν πια να κάνω βήμα.

Ήμουν έξω ακριβώς από την πόρτα του σπιτιού μου και δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Κοίταξα την πόρτα.

Κοίταξα το σπίτι.

Κι ύστερα άδειασα στο πεζοδρόμιο τις σακούλες από τα πράγματα του σούπερ μάρκετ.

Κι άφησα μέσα μόνο το νερό.

Δεν με είδε κανείς.

Μονάχα ο ουρανός.

Και μου χαμογέλασε.

στο δρόμο για το σπίτι

Μυρίζει μπαρούτι.

Οι πολυκατοικίες σκύβουν, ψάχνουν ανάμεσα στα ποδάρια τους να δουν τι συμβαίνει.

Κάπου κάπου φυσάει.

Τόσα χρόνια η ίδια αναποφασιστικότητα σε τυρανάει.

Ο ήλιος κρύβεται.

Ένα κοριτσάκι, στην άκρη του δρόμου κρατάει ένα κόκκινο μπαλόνι.

Σου χαμογελάει και εσύ κάνεις πως κοιτάς αλλού.

Όταν ξαναγυρνάς έχει χαθεί.

Αλλά στο χέρι σου βρίσκεις ένα κόκκινο μπαλόνι.

Και παντού γύρω σου μυρίζει μπαρούτι.