Γράμματα από τον πόλεμο - Αποτειχία

Καθώς είχε πατήσει τα τριάντα και δυσκολευόταν να κάνει καινούριες φιλίες, ρώτησε το σοφό γέροντα πίσω από το γυαλί:

«Είναι τελικά αλήθεια αυτό που λένε πως όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι χτίζουν όλο και ψηλότερα τείχη ανάμεσα στους ίδιους και σε όλους τους άλλους;»

«Ναι, έτσι είναι», του απάντησε εκείνος.

«Γαμώ την ατειχία μου», μουρμούρισε και άλλαξε κανάλι.

Γράμματα από τον πόλεμο - Σκοπός

Ξύπνημα, όπλο, κράνος, εξάρτυση.

Βρωμάει κουνουπέλαιο.

Νύχτα και καύσωνας. Πορτοκαλί καύτρα στο σκοτάδι.

Η ώρα δεν περνάει. Περνάει έφοδος.

Αλτ, τις ει;

Σύνθημα, παρασύνθημα.

Ησυχία. Απλώνεται η νύχτα από το φεγγάρι μέχρι τα μάτια σου.

Έρχεται ο δεκανέας αλλαγής.

Πίσω στο λόχο. Πας για ύπνο.

Φρουρά, πρωινή αναφορά.

Ο λοχαγός ωρύεται.

«Που βρίσκεται ο σκοπός;»

Έλα ντε, αναρωτιέσαι.

«Που να είναι ο σκοπός;»

Για φαντάσου

Σου είπε κάποτε ένας :
Φαντάσου έναν άνθρωπο μόνο μες το κρύο να φοβάται το σκοτάδι.

Φαντάσου τον να βρίσκει κι άλλον άνθρωπο, έτσι φοβισμένο και μόνο
Φαντάσου τους να συμφωνούν να μείνουν μαζί για να μη φοβούνται και να μην είναι μόνοι.
Φαντάσου τους να βρίσκουν κι άλλον άνθρωπο μονάχο, μες στον φόβο
Φαντάσου να τον παίρνουν μαζί τους
Φαντασου να βρισκουν κι αλλον, κι άλλον, κι άλλον, κι άλλον
Φαντάσου τους να αποφασίζουν να μείνουν κάπου μόνιμα
Φαντάσου να τα καταφέρνουν καλά και να μην είναι πια μόνοι και να μη φοβούνται
Φαντάσου να το μάθουν αυτό το μέρος κι άλλοι μόνοι,φοβισμένοι άνθρωποι
Φαντάσου να αποφασίζουν και να πηγαίνουν σε εκείνο το μέρος
Φαντάσου να το κάνουν αυτό κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι κι άλλοι
Φαντάσου τελικά να γίνονται τόσοι πολλοί που να μην γίνεται να γνωρίζεται κάποιος με όλους τους άλλους
Φαντάσου να αρχίζουν να φοβούνται αυτούς που δε γνωρίζουν
Φαντάσου να αρχίζουν να εμπιστεύονται όλο και λιγότερους γύρω τους από αυτό το φόβο

Φαντάσου έναν άνθρωπο μόνο μες την πόλη να φοβάται τους ανθρώπους.

Του απάντησες :
Φαντάσου να ήταν τα πράγματα τόσο απλά

Κι αυτός :
Φαντάσου να μην ήταν

Όπερ έδει δείξαι

Σηγκωνεις τα μάτια σαν να ταν δυο βαριές πέτρες. Με το βλέμμα σου σαν να προσπαθείς να χτίσεις ολο τον ορίζοντα και ενώ ψαχνεις το οπτικό σου πεδίο για αυτό που σου λείπει, λιθαράκι λιθαράκι, φτιάχνεις ενα τοίχο αδιαπέραστο. Μα να θυμάσαι

Τη στιγμή που εσύ θέλεις μια αλλαγή κάποιος θέλει σταθερότητα
Τη στιγμή που σου λείπουν οι φίλοι σου κάποιος θέλει να μείνει μονος του
Τη στιγμή που πεινάς καποιος τρωει του σκασμού και το μετανοιώνει αμέσως
Τη στιγμή που είσαι πηγμένος στη δουλειά καποιος βαριέται που κάθεται
Τη στιγμή που ψάχνεις μια ποιότητα κάποιος θέλει επιτέλους κατι ανάλαφρο
Τη στιγμή που θές κόκκινο κάποιος θέλει πράσινο

Και ο κατάλογος προχωράει και φτάνει μέχρι τη σελίδα που αναφέρει με μικρά γράμματα στην 5η υποσημείωση :

Η διάρκεια της ευτυχίας τείνει στο μηδέν όσο η απόσταση σου από αυτή τείνει στο μηδέν.

Ακολουθούν 20 σελίδες απόδειξης και ενω απορροφάσαι από τη λογική και την αρτιότητα των επιχειρημάτων και των βημάτων οι ώρες περνούν μέσα από καλύβα σου αυτό το καλοκαιρινό βράδυ, σαν να ναι κάποια χρονική λεωφόρος πριν από τριήμερη αργία.

Η αλήθεια είναι εκεί σου χαμογελάει, σε παροτρύνει «διάβασε ενα τύπο ακόμα», «σημείωσε το αυτό θα χρειαστεί μετά» και ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το μαθηματικό του ταλέντο σαν καλλιτέχνης που έχει φάει ένα λειβάδι παραισθησιογόνα μανιτάρια.
Η 20η σελίδα είναι η πιο δύσκολη και σε βρίσκει το ξημέρωμα να πλησιάζεις την έξοδο από το λαβύρινθο του ορθού λόγου, 4...3...2 σειρές μένουν μόνο για να αποδειχθεί...

Σταματάς. Σηκώνεσαι,σβήνεις το κερί και πέφτεις για ύπνο με ένα χαμόγελο. Το πιο εποικοδομητικό χαμένο σου βράδυ μόλις τελείωσε. Το ανοιχτό βιβλίο, ανικανοποίητο μένει στο τραπέζι και η τελευταία πρόταση αντηχεί στις σελίδες του:

...το οποίο ισχύει αν δεχθούμε ότι οι κλισέ δηλώσεις είναι αληθείς.