Γράμματα από τον πόλεμο - Συμπτώσεις

Ο κεραυνοβόλος έρωτας είναι συχνά προϊόν συμπτώσεων.

Ο Χάρυ και η Λίτσα για παράδειγμα.

Ο Χάρυ αποφάσισε να αυτοκτονήσει από την ταράτσα της πολυκατοικίας μας.

Η Λίτσα έτυχε να μαζεύει τα ρούχα εκείνη τη στιγμή γιατί είχε αρχίσει να βρέχει.

Τον είδε να αμφιταλαντεύεται στην άκρη της μαρκίζας και αμέσως αποφάσισε να τον σώσει.

Πλησίασε.

Την κοίταξε.

Πλησίασε κι άλλο.

Την κοίταξε κι άλλο.

Πλησίασε δίπλα του.

Άπλωσε το χέρι της.

Αργά, άπλωσε και εκείνος το δικό του.

Τον έπιασε. Την έπιασε.

Σφιχτά

Τότε ένας κεραυνός έσκασε δίπλα τους. Ο Χάρυ τρομαγμένος έχασε την ισορροπία του.

Η Λίτσα όμως δεν άφησε το χέρι του.

Όχι, τον ακολούθησε.

Κι εγώ, καθώς τους κοιτάω να κατηφορίζουν σε αυτη την κοινή τους πτώση, μαζί με τις πρώτες σταγόνες μιας κατα τα άλλα συνηθισμένης βροχής, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω:

Ευλογημένοι όσοι τους ενώνουν οι συμπτώσεις.

Γράμματα από τον πόλεμο - Τηλεδιάθεση

«Είσαι διαθέσιμος?»

Με ρώτησε η ξανθιά ομορφούλα μέσα στο κουτί.

Της έγνεψα καταφατικά.

«Ευδιάθετος?»

Χαμογέλασα ακόμη πιο καταφατικά, γεμάτος προσμονή.

Άπλωσε το χέρι, το γυαλί που μας χώριζε ράγισε κι έπειτα έσπασε.

Έπιασα το κουτί που μου χάρισε. Τα δάχτυλα μας για μια στιγμή αγγίχτηκαν.

«Τι κρίμα που εγώ είμαι αδιάθετη».

Χάθηκε κι εγώ απέμεινα με το κουτί στο χέρι.

Ένα πολύχρωμο και σίγουρα αρκετά εντυπωσιακό, κουτί με σερβιέτες.

Γράμματα από τον πόλεμο - Αδειάφορος

Ξύπνησε τη συνηθισμένη ώρα.

Άνοιξε τα μάτια, ρούφηξε γρήγορα τον καφέ του, έφτυσε τον καπνό από τα πνευμόνια του και βγήκε.

Τότε θυμήθηκε πως σήμερα ήταν η μέρα που θα έπαιρνε άδεια.

Στάθηκε ακίνητος.

Οι βιτρίνες συνέχισαν να περνάνε δίπλα του. Το ίδιο και τα αδιάφορα λεωφορεία που και φόρα είχαν και κάθε άλλο παρά άδεια ήταν.

Έκανε μεταβολή.

Γύρισε πατώντας ακριβώς στα ίδια σημεία πίσω στο σπίτι του.

Στον τοίχο απέναντι από την πόρτα τον περίμενε, όπως κάθε χρόνο, ένα κάδρο.

Ένα κάδρο γεμάτο θάλασσα και τίποτε άλλο.

Το κοίταξε.

Το κοίταξε για κάμποση ώρα και ύστερα, αντί να φτιάξει τη βαλίτσα του, αποκοιμήθηκε.

Ίσως να τον νανούρισε ο ήχος από τα κύματα ή τις σταγόνες που γλιστρούσαν μία μία στην άκρη του κάδρου.

Η θάλασσα εξάλλου πάντα χύνεται στην άκρη του κάδρου.

Το πρωί οι γείτονες, που με δυσκολία άνοιξαν την πόρτα του πλημμυρισμένου διαμερίσματος, τον βρήκαν να επιπλέει κοιμισμένος μες στη βαλίτσα του.

Φορούσε μπρατσάκια και βατραχοπέδιλα, είχε ένα μπουκάλι ούζο, αντί για αρκουδάκι αγκαλιά και τη φωτογραφία μιας ξανθιάς Σκανδιναβής για προσκεφάλι.

Κανείς βέβαια δεν πρόσεξε το άδειο κάδρο που έπλεε δίπλα του.

Κανείς δεν πρόσεξε τίποτε γενικότερα.

Μόνο τον ξύπνησαν τη συνηθισμένη ώρα.

Η άδεια του είχε πια λήξει.

Μπαλόνι

Η σκέψη είναι ένα μπαλόνι.
Όσο το φουσκώνεις τόσο μεγαλώνει.
Όσο μεγαλώνει τόσο πιο ψηλά σε πάει.
Όσο πιο ψηλά σε πάει τόσο πιο μακρύα από τον κόσμο βρίσκεσαι.
Αλλά και τόσο πιο μικρά φαίνονται όλα πάνω του.

Η σκέψη είναι ένα μπαλόνι.
Όταν το φουσκώνεις, ότι είναι ζωγραφισμένο πάνω του διογκώνεται
Όταν το φουσκώσεις ελάχιστα, είναι εύπλαστο και συνήθως άχρηστο
Όταν φουσκώνεις πολλά μπαλόνια μπορεί να ζαλιστείς

Η σκέψη είναι ένα μπαλόνι.
Μερικές φορές ο αέρας του πρέπει να μένει μέσα
Ρουφώντας τον τέτοιες φορές ακούγεσαι αστείος
Αν σου φύγει την ώρα που το φουσκώνεις, πετάει σαν τρελό
Αργά ή γρήγορα θα ξεφούσκωνε έτσι κι αλλιώς

Η σκέψη είνα ένα μπαλόνι.
Για τα παιδιά είναι κατι μαγικό, ένα παιχνίδι
Για τους μεγάλους είναι ενα λάστιχο γεμάτο αέρα
Για τους πρωτοπόρους είναι ένα αερόστατο
Για τους καρδιοπαθείς είναι μια ελπίδα

Η σκέψη είναι ένα μπαλόνι.
Δε κοστίζει τίποτα, όλοι έχουν φουσκώσει ένα τουλάχιστον
Υπάρχουν όμως και οι φανατικοί συλλέκτες
Και αυτοί που φτιάχνουν σχήματα μ’ αυτό για να προκαλέσουν έκπληξη και θαυμασμό
Σύνηθως αυτοί είναι κλόουν

Η σκέψη είναι ένα μπαλόνι.
Αν το παραφουσκώσεις θα σκάσει...