στο φανάρι












Άδειοι δρόμοι, βραδινή Αθήνα.

Κοιτάζω ένα σκισμένο σακουλάκι από πατατάκια που κοιμάται στο πεζοδρόμιο.

Το φανάρι είναι πράσινο. Δε βαριέσαι περιμένω το επόμενο.

Ένας σκύλος με κοιτάζει με απορία.

Είναι παράλογο να μην περνάς όταν το φανάρι είναι πράσινο.

Του προκαλώ αμηχανία στην αρχή, ανησυχία στη συνέχεια.

Γιατί δεν ξεκινάς;

Νομίζεις είσαι έξυπνος;

Με προκαλείς;

Αν όλοι έκαναν το ίδιο, τότε ξέρεις τι θα συνέβαινε;

Κοιτάζω πάλι το φανάρι.

Πράσινο. Κόκκινο. Πράσινο.

Αυτό που δεν ξέρεις φτωχέ μου σκύλε, είναι πως το φανάρι καμιά φορά σου λέει και αυτό μικρά και αθώα ψέματα.

πινγκ πονγκ

Χτύπας το μπαλάκι του πινγκ πονγκ, προσεχτικά στο τραπέζι.

Ετοιμάζεσαι για σερβις.

Χίλια μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου. Ο αντίπαλος σε περιμένει.

Σφίγγεις τη ρακέτα.

Κουμπώνεις τη ζακέτα.

Και ξεκινάς.

Μα τότε καταλαβαίνεις – πραγματικά δε θα μπορούσες να το καταλάβεις δίχως να κτυπήσεις το μπαλάκι – πως είσαι γυμνός.

Δεν υπάρχει ζακέτα, δεν υπάρχει καμία ζεστασιά.

Και τότε καταλαβαίνεις, πως όλος αυτός ο κόσμος που μαζεύτηκε, δεν ήρθε για να δει τον αγώνα, αλλά τα εκτεθιμένα οπίσθια σου.

Έτσι όπως με πάθος σκύβεις και χτυπάς.

Πως δεν υπάρχει νίκη ή ήττα, μα ένα ρημαγμένο τραπέζι του πινγκ πονγκ που σε κάθε χτύπο σου αναστενάζει και ραγίζει όλο και πιο πολύ.

Αφήνοντας το Νάρκησο

Ξύπνησε απορημένος από το βαθύ του ύπνο. Τεντώθηκε, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη, όχι για πολύ, ίσα ίσα για να θυμηθεί το πρόσωπο του και ύστερα ντύθηκε.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε;

Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πεθάνει.

Κοίταξε το ημερολόγιο. Είχε πεθάνει και αυτό.

Όλα έδειχναν παλιά γύρω του. Το φως του ήλιου του χτύπησε το παράθυρο, ήταν άνοιξη.

Κοίταξε έξω, μύριζε ζεστασιά και μέλι.

Γιατί είχε ξυπνήσει;

Βγήκε στην αυλή του. Ήταν βρώμικη, μα του χαμογελούσε. Περπάτησε μέχρι το φράκτη. Ήταν ένας παλιός, μισογκρεμισμένος φράκτης που χρειαζόταν βάψιμο.

Κοίταξε πέρα από το φράχτη. Ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε πέρα από την αυλόπορτα.

Δεν υπήρχε κανείς άλλος.

Ξανατεντώθηκε.

Γιατί είχε ξυπνήσει, αλήθεια;

Να ένα ερώτημα που δεν έχει καμιά απολύτως σημασία, του αποκρίθηκε μια φωνή από το σπίτι του.

Γύρισε πίσω στο δωμάτιο του. Στην αρχή τρόμαξε, αλλά μετά από λίγο ησύχασε κάπως. Το κρεβάτι του δεν ήταν άδειο.

Κοιμόταν σε αυτό κάποιος που του έμοιαζε.

Είχε το ίδιο κούτελο και το ίδιο σκίσιμο στα χείλη, μα την ίδια στιγμή ήταν και διαφορετικός.

Σαν ένα τραγούδι που του αλλάζεις τόνο για να ταιριάξει στη φωνή σου.

Θυμήθηκε το πιάνο. Το βρήκε στο σαλόνι, σκονισμένο, πάντα βαρύ και σοβαρό. Ξεκούρδιστο.

Έπαιξε ενα ξεκούρδιστο νανούρισμα μέχρι που νύχτωσε.

Μόλις τελείωσε, τον κοίταξε για μια τελευταία φορά, τον σκέπασε προσεχτικά με την μπαλωμένη κουβερτούλα του και έφυγε.

Έκανε ψύχρα. Η νύχτα πολεμούσε να τρυπήσει τη γη και να ρουφήξει τους χυμούς της. Η αυλή σκλήρηνε στα βήματα του.

Εκέινος δεν έδωσε σημασία.

Μονάχα, άνοιξε την αυλόπορτα
και
αφού παραμέρισε με το ένα του χέρι τις βραδινές κουρτίνες της ομίχλης,
άρχισε να περπατά σιγοτραγουδώντας,
στο ανθισμένο ναρκοπέδιο της νύχτας του.

Άρρωστος

Την πρώτη μέρα ήταν συνάχι.









Τη δεύτερη μέρα δέκατα.










Την τρίτη μέρα πήρε αντιπυρετικό.











Την τέταρτη ελπίδα.










Την πέμπτη μέρα άρχισε αντιβίωση.










Την έκτη έπεσε σε κώμα.











Και την έβδομη ημέρα αναπαύθηκε.












Τις φωτογραφίες μαζί με πολλές άλλες που βραβεύθηκαν για τη χρονιά που πέρασε μπορείτε να τις βρείτε εδώ.