Αφήνοντας το Νάρκησο

Ξύπνησε απορημένος από το βαθύ του ύπνο. Τεντώθηκε, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη, όχι για πολύ, ίσα ίσα για να θυμηθεί το πρόσωπο του και ύστερα ντύθηκε.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε;

Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πεθάνει.

Κοίταξε το ημερολόγιο. Είχε πεθάνει και αυτό.

Όλα έδειχναν παλιά γύρω του. Το φως του ήλιου του χτύπησε το παράθυρο, ήταν άνοιξη.

Κοίταξε έξω, μύριζε ζεστασιά και μέλι.

Γιατί είχε ξυπνήσει;

Βγήκε στην αυλή του. Ήταν βρώμικη, μα του χαμογελούσε. Περπάτησε μέχρι το φράκτη. Ήταν ένας παλιός, μισογκρεμισμένος φράκτης που χρειαζόταν βάψιμο.

Κοίταξε πέρα από το φράχτη. Ήξερε πολύ καλά τι τον περίμενε πέρα από την αυλόπορτα.

Δεν υπήρχε κανείς άλλος.

Ξανατεντώθηκε.

Γιατί είχε ξυπνήσει, αλήθεια;

Να ένα ερώτημα που δεν έχει καμιά απολύτως σημασία, του αποκρίθηκε μια φωνή από το σπίτι του.

Γύρισε πίσω στο δωμάτιο του. Στην αρχή τρόμαξε, αλλά μετά από λίγο ησύχασε κάπως. Το κρεβάτι του δεν ήταν άδειο.

Κοιμόταν σε αυτό κάποιος που του έμοιαζε.

Είχε το ίδιο κούτελο και το ίδιο σκίσιμο στα χείλη, μα την ίδια στιγμή ήταν και διαφορετικός.

Σαν ένα τραγούδι που του αλλάζεις τόνο για να ταιριάξει στη φωνή σου.

Θυμήθηκε το πιάνο. Το βρήκε στο σαλόνι, σκονισμένο, πάντα βαρύ και σοβαρό. Ξεκούρδιστο.

Έπαιξε ενα ξεκούρδιστο νανούρισμα μέχρι που νύχτωσε.

Μόλις τελείωσε, τον κοίταξε για μια τελευταία φορά, τον σκέπασε προσεχτικά με την μπαλωμένη κουβερτούλα του και έφυγε.

Έκανε ψύχρα. Η νύχτα πολεμούσε να τρυπήσει τη γη και να ρουφήξει τους χυμούς της. Η αυλή σκλήρηνε στα βήματα του.

Εκέινος δεν έδωσε σημασία.

Μονάχα, άνοιξε την αυλόπορτα
και
αφού παραμέρισε με το ένα του χέρι τις βραδινές κουρτίνες της ομίχλης,
άρχισε να περπατά σιγοτραγουδώντας,
στο ανθισμένο ναρκοπέδιο της νύχτας του.

Άρρωστος

Την πρώτη μέρα ήταν συνάχι.









Τη δεύτερη μέρα δέκατα.










Την τρίτη μέρα πήρε αντιπυρετικό.











Την τέταρτη ελπίδα.










Την πέμπτη μέρα άρχισε αντιβίωση.










Την έκτη έπεσε σε κώμα.











Και την έβδομη ημέρα αναπαύθηκε.












Τις φωτογραφίες μαζί με πολλές άλλες που βραβεύθηκαν για τη χρονιά που πέρασε μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Παραμονής παράνομοι


Πάντοτε, μέσα σε βρώμικα νερά θα καθρεφτίζεται η ομορφιά σου.

Αγωνιούμε, προσπαθούμε να αγωνιστούμε, ελπίζουμε.

Για κάθε τι αληθινό που αντιστέκεται στης όχθης την ασχήμια.

Για τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.

Όλοι μαζί, παράνομοι εραστές μιας αλλιώτικης ζωής.

Καλή χρονιά.

ανάμεσα

Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης συνάντησα ένα αγόρι που έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.

Τι ψάχνεις; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και χάθηκε μέσα στο εορταστικό βουητό και τα απρόσεχτα βήματα των περαστικών.

Όταν γύρισα στο σπίτι έλειπαν όλοι.

Μπήκα στο παιδικό μου δωμάτιο και κάτω από τη σκόνη και τις αναμνήσεις με περίμενε το ίδιο ακριβώς αγόρι.

Ποιος είσαι; Το ρώτησα.

Δε με θυμάσαι; Μου απάντησε και τρύπωσε ανάμεσα στα ξεραμένα πινέλα και το πρώτο μου σκισμένο παραμύθι.

Έφτιαξα ένα σάντουιτς να φάω. Πολύ κέτσαπ, πολύ μουστάρδα και κρεμμύδι. Έκανα ένα μπάνιο.

Ένας ένας, οι δικοί μου επέστρεψαν, γέμισε το σπίτι, όπως τότε, παλιά, όταν ήμασταν μικροί. Γέμισε πρώτα κι ύστερα καθώς νύχτωσε, άδειασε ξανά. Ένας ένας έφυγαν τα αδέρφια μου.

Έμειναν μόνο ο πατέρας μου κι η μάνα μου, αποκοιμισμένοι αγκαλιά στον καναπέ κι η τηλεόραση να παίζει σιγανά.

Έφυγα κι εγώ.

Στην αυλή, πλάι στη γέρικη ροδιά, με περίμενε πάλι το αγόρι.

Τι θέλεις; Το ρώτησα.

Να με θυμάσαι. Μου απάντησε και κρύφτηκε πίσω από τα άστρα.