O θείος Χάρης και το Βαβέλατο

Όλα ξεκίνησαν πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που ήμουν ακόμη μικρός και περνούσα τα Χριστούγεννα με τα ξαδέρφια μου, τη θεία μου και το θείο μου, το θείο Χάρη, που ήταν αδερφός της μαμάς μου. Ο θείος Χάρης είχε μεγάλη αγάπη για τα Χριστούγεννα και κάθε χρόνο στόλιζε στην αυλή του ένα πελώριο έλατο με όλων των λογιών τα χριστουγενιάτικα στολίδια και ήταν πολύ περήφανος για αυτό.

Όλη η γειτονιά μιλούσε για το πανύψηλο έλατο του θείου Χάρη.

Μέχρι που μια μέρα, όταν βγήκαν όλοι οι γείτονες το πρωί να πάνε στη δουλειά τους, αντίκρυσαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που βρισκόταν στην αυλή του κυρ-Σταύρου, ακριβώς απέναντι δηλαδή από την αυλή του θείου Χάρη. Τους ήρθε πολύ ξαφνικό, μα κανείς δεν είπε κουβέντα. Το κοίταξαν για λίγη ώρα και ύστερα έφυγαν σκεφτικοί για τις δουλειές τους.

Το έλατο του κυρ-Σταύρου ήταν πιο ψηλό από το έλατο του θείου Χάρη.

Ο θείος Χάρης δεν το πίστευε. Μα να του κάνει τέτοιο πράμα ο γείτονας του! Δεν έχασε καιρό, έφυγε αμέσως για την χριστουγεννιάτικη αγορά και βρήκε ακόμη ψηλότερο δέντρο. Το ζήτημα τακτοποιήθηκε, το δεντρο του ήταν και πάλι το ψηλότερο στη γειτονιά. Ο θείος Χάρης κοιμήθηκε ήσυχος και ξύπνησε την άλλη μέρα ευδιάθετος παρά την χθεσινή κούραση από την αλλαγή και ξαναστόλισμα του δέντρου.

Αλλά μια ακόμη έκπληξη τον περίμενε.

Η γειτονιά είχε μεταμορφωθεί σε ένα χριστουγεννιάτικό δάσος! Όλοι οι κάτοικοι είχαν από ένα πελώριο δέντρο στην αυλή τους και κοκορεύονταν πως το δέντρο τους είναι το ψηλότερο από όλα. Ο θείος Χάρης έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε ξοδέψει όλα του τα χρήματα για να αγοράσει τα δυο δέντρα και έτσι ήταν αναγκασμένος να εγκαταλείψει κάθε σχέδιο για να διεκδικήσει πάλι την πρωτοκαθεδρία.

Τότε πέρασε από τη γειτονιά ο δήμαρχος.

Ο δήμαρχος, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε πολή σημασία στην εικόνα του. Για αυτό εξάλλου και ήταν δήμαρχος. Μόλις είδε το χριστουγεννιάτικο δάσος απόρησε. Τι πάει να πει πάλι αυτό; Όλοι αυτοί εδώ βάλθηκαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του και ύψωσαν χριστουγεννιατικα δέντρα ψηλότερο από το δέντρο του δήμου, που ήταν και μεταλλικό! Τι θα έλεγε ο κόσμος αν το έβλεπε αυτό; Ο δήμαρχος θα έπεφτε στα μάτια τους το δίχως άλλο.

Έδωσε αμέσως διαταγή να φτιάξουν καινούριο δέντρο στην κεντρικη πλατεία. Ψηλότερο.

Όλα έμοιασαν πως τακτοποιήθηκαν και πάλι. Ο θείος Χάρης βέβαια δεν πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του, αλλά έκανε σχέδια για την επόμενη χρονιά. Έκανε μάλιστα και ειδική παραγγελιά από τη μακρινή Σουηδία για την επόμενη χρονιά. Είναι γνωστό σε όλους πως τα Σουηδικά δέντρα είναι ψηλότερα από τα ελληνικά. Ο δημάρχος από την άλλη, πέρασε τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του: το Χριστουγεννιάτικο δέντρο του ήταν το ψηλότερο ολόκληρης της Αθήνας.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα συνέβαινε την επόμενη χρονιά.

Ο δήμαρχος Αθηναίων δε θα επέτρεπε να συμβεί ξανά το ίδιο. Τα φετινά Χριστούγεννα το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο θα ήταν αυτό του δήμου της Αθήνας. Όμως δεν ήταν μόνο αυτός που ζήλεψε το επίτευγμα του άλλου δημάρχου. Όλοι οι δήμοι της Αθήνας βάλθηκαν να συναγωνίζονται ποιος θα φτιάξει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οι υπέυθυνοι κάθε δήμου εργάζονταν πυρετωδώς και τελικά όταν ήρθε η μέρα που τέλειωσαν οι προετοιμασίες, άπλωσαν τα μέτρα και τις μεζούρες και μέτρησαν. Ο δήμαρχος της Αθήνας ήταν ο νικητής. Έτσι έπρεπε να γίνει, η πρωτεύουσα οφείλει να είναι πρώτη.

Αυτό βέβαια δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους της συμπρωτεύουσας.

Μετά από αυτό, μπορείτε να φανταστείτε τι συνέβη την επόμενη χρονιά. Όλοι οι δήμοι της Ελλάδας, με πρώτο το δήμο της Θεσσαλονίκης, έβγαιναν και δήλωναν πως φέτος ο δικός τους δήμος θα έχει το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ελλάδας. Εκείνο το Δεκέμβρη οι καλύτεροι μηχανικοί της χώρας δούλεψαν πυρετωδώς στην υπηρεσία των δημάρχων, στην υπηρεσία της τοπικής αυτοδιοίκησης δηλαδή, για το καλό των κατοίκων κάθε δήμου. Η μάχη ήταν σκληρή, μα το αποτέλεσμα... Ο δήμος Θεσσαλονίκης είχε πάρει τη ρεβανς και μάλιστα είχε καταφέρει να φτιάξει το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης.

Η είδηση έκανε το γύρω της γηραιάς ηπείρου.

Και η γηραιά ήπειρος ζήλεψε. Την επόμενη χρονιά σειρά είχε η Ρώμη και ύστερα το Παρίσι. Τα χρόνια περνούσαν και τα δέντρα έφταναν όλο και πιο ψηλά. Να η Μόσχα! Να το Λονδίνο! Η Μαδρίτη, το Ελσίνκι, οι Βρυξέλες! Και τότε το πήραν χαμπάρι οι Αμερικάνοι, καθυστερημένοι ως συνήθως. Για να λέμε την αλήθεια δε θα το έπαιρναν, αλλά έψαχνε η κόκα κόλα υλικό για την καινούργια διαφημιστική της εκστρατεία, μετά από αυτή με τον Άι Βασίλη.

Μα είναι δυνατόν να μην έχουμε εμείς το ψηλότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του πλανήτη;

Αναρωτήθηκε ο πλανητάρχης. Έτσι ξεκίνησε το πιο φιλόδοξο σχέδιο όλων των εποχών: ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο από τη γη μέχρι τα άστρα. Ένα σύγχρονο θαύμα, δείγμα του σύγχρονου τεχνολογικού θριάμβου της ανθρωπότητας, αλλά και ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπεροχής της αμερικανικής υπερδύναμης προς τις υπόλοιπες χώρες. Οι πολυεθνικές εταιρίες ενθουσιαστηκαν με αυτή την ιδέα και βιαστηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της αν χρειαζόταν. Κανείς δεν ήθελε να μείνει απ' έξω από ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα, που θα έμενε για πάντα στην ανθρώπινη ιστορία. Κάποιοι μάλιστα πρότειναν να στολίσουν με τα αγαθά που κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν το δέντρο αντί για Χριτουγεννιάτικα στολίδια.

Κι έτσι και έγινε.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο έφτανε όλο και πιο ψηλά. Πιο ψηλά και απο εκεί που πετάνε τα πουλιά, πιο ψηλα και από τα σύννεφα, πιο ψηλά και από το ψηλότερο βουνό. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο πλησίαζε όλο και πιο κοντά στα άστρα. Πλησίαζε Δεκέμβρης και οι αμέτρητοι εργάτες δούλευαν όλο και πιο σκληρά για να το τελειώσουν στην ώρα τους. Όλα πήγαιναν ρολόι και οι άνθρωποι των πολυεθνικών έτριβαν τα χέρια τους, όπως και ο πλανητάρχης.

Όλα αυτά τα χρόνια ο θείος Χάρης συνεχιζε το δικό του ετήσιο αγώνα με τους γείτονες.

Τα Χριστούγεννα που θα ολοκληρωνόταν η κατασκευή, έτυχε και βρεθήκαμε πάλι στο σπίτι του. Είχε περάσει πολύς καιρός από τη χρονιά εκείνη που για πρώτη φορά κάποιος είχε αμφισβητήσει την χριστουγεννιάτικη κυριαρχία του. Καθίσαμε όλοι μαζί μπροστά στην τηλεόραση, όπως απαιτεί το έθιμο για να παρακολουθήσουμε το άναμμα του δέντρου. Ένα δισεκατομμύριο λαμπιόνια το στόλιζαν, μαζί με εκατομμύρια συσκευασίες από κάθε λογής προϊοντα. Η βάση του ήταν μεγαλύτερη από την Ελλάδα, ίσως και από ολόκληρα τα Βαλκάνια.

"Σαχλαμάρες. Τι καταλαβαίνουν με αυτό;".

Είπε ο Θείος Χάρης και άλλαξε κανάλι. Μα και το επόμενο κανάλι έδειχνε το ίδιο και το επόμενο και το επόμενο και το επόμενο... Κι έτσι τελικά το είδαμε. Όχι το άναμμα, αλλά το σβήσιμο.

Ο πλανήτης έσβησε.

Και ύστερα ράγισε.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο άρχισε να πέφτει. Πρώτα αργά και ύστερα όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που συνάντησε το έδαφος με ένα κρότο που όμοιο του δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά ο άνθρωπος. Ο πλανήτης, σκοτεινος και μόνος, ράγισε κι άλλο. Σχίστηκε στα δύο και ύστερα στα τέσσερα και ύστερα στα οχτώ και ούτω καθεξής μέχρι που απέμεινε μοναχά ένα κομμάτι βράχο για κάθε άνθρωπο. Κι ύστερα οι άνθρωποι άρχισαν να απομακρύνονται όλο και πιο μακριά ο ένας από τον άλλο και να χάνονται αργά στην παγωνιά του σύμπαντος.

Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα ήταν ο θείος Χάρης.

Τον είδα καβάλα πάνω στο δικό του Χριστουγεννιάτικο δέντρο, φέτος το είχε παραγγείλει από το μακρινό Καναδά. Με κοίταξε απορία και κάτι μου είπε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα, ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό. Αλλά και να μεταδιδόταν πάλι τίποτα δε θα άκουγα. Ο κρότος από το πέσιμο του γιγάντιου έλατου με είχε κουφάνει.

Όπως και κάθε άλλο άνθρωπο.

Βιβλιοπλοπωλείο

Με σκούφο από μαύρο μαλλί και γάντια μπαλωμένα στις άκρες των δακτύλων του
κοιτάζει τα σκαλιά που κατηφορίζουν βαθιά μέσα στα έγκατα της γης του.

Τη γη των μπερδεμένων λέξεων και των ελαφρώς κοινότοπων νοημάτων.
Την κοιτάζει με ευλάβεια, πόθο και μια ανάλαφρη εγκληματική διάθεση.

Όπως θα υποψιάζεστε νιώθει ήδη ελαφρώς ανάλαφρος.

Πατάει στο πρώτο σκαλοπάτι και τα ρουθούνια του γεμίζουν τη γνώριμη πια μυρωδιά της πυρίτιδας.

Πατάει στο δεύτερο και οι κάνες των ματιών του αναστενάζουν ανυπόμονα.

Σταματά και καθισμένος στην άκρη της τελευταίας σελίδας αναρωτιέται,
έχεις να του προτείνεις ένα βιβλίο για τις μέρες ξεκούρασης που έρχονται;

the bright side of life












Καθώς η τελευταία μου βδομάδα στη δουλειά τελειώνει με εξαντλητικούς ρυθμούς και ευτυχώς υπάρχει το ράδιοφωνο να μου υπνεθυμίζει ότι..

Some things in life are bad
They can really make you mad
Other things just make you swear and curse.
When you're chewing on life's gristle
Don't grumble, give a whistle
And this'll help things turn out for the best...

And...always look on the bright side of life...
Always look on the light side of life...

If life seems jolly rotten
There's something you've forgotten
And that's to laugh and smile and dance and sing.
When you're feeling in the dumps
Don't be silly chumps
Just purse your lips and whistle - that's the thing.

And...always look on the bright side of life...
Always look on the light side of life...

For life is quite absurd
And death's the final word
You must always face the curtain with a bow.
Forget about your sin - give the audience a grin
Enjoy it - it's your last chance anyhow.

So always look on the bright side of death
Just before you draw your terminal breath

Life's a piece of shit
When you look at it
Life's a laugh and death's a joke, it's true.
You'll see it's all a show
Keep 'em laughing as you go
Just remember that the last laugh is on you.

And always look on the bright side of life...
Always look on the right side of life...
(Come on guys, cheer up!)
Always look on the bright side of life...
Always look on the bright side of life...
(Worse things happen at sea, you know.)
Always look on the bright side of life...
(I mean - what have you got to lose?)
(You know, you come from nothing - you're going back to nothing.
What have you lost? Nothing!)
Always look on the right side of life...


Δυο μέρες μόνο για τη χριστουγεννιάτικη ανάσταση.

track 5

Σκοτείνιασε μεσημεριάτικα.

Λες και ξαφνικά θυμήθηκε ο χειμώνας πως τόσο καιρό είναι απών και αποφάσισε να ρίξει όλα του τα σύννεφα να πνίξουν τον ήλιο.

Ψιχαλίζει.

Εκείνη διασχίζει το δρόμο ανέμελη, ένα αυτοκίνητο τη σκίζει στα δύο.

Η φωτογραφία που κρατούσε στα χέρια της θα κρυφτεί πίσω από έναν τρομαγμένο κάδο.

Δεν ήταν δική της, αλλά ήταν από τις διακοπές της στη νήσο Φερουγιατ.

Είχε πάθος με τη φωτογραφία, μικρή ήθελε να γίνει φωτογράφος. Πάντα είχε στην άκρη του μυαλού της πως μια μέρα ίσως να γινόταν.

Τελικά έγινε τροχαίο ατύχημα.

Η νήσος Φερουγιατ, βρίσκεται στην άλλη άκρη του πλανήτη και την επισκέφτηκε φέτος το καλοκαίρι. Έκανε δύο χρόνια οικονομίες για να πάει και να φωτογραφίσει το εξωτικό νησί με τους μυστήριους κατοίκους του.

Έμεινε δέκα μέρες.

Την τελευταία, μια γριά γυναίκα την πλησίασε και την άγγιξε στο μάγουλο. Τα μάτια της ήταν θλιμμένα και τα λόγια της είχαν τη στεναχώρια του θανάτου. Εκείνη δεν μπόρεσε να καταλάβει τίποτα, ένιωσε μονάχα μια απροσδιόριστη απειλή.

Την έβγαλε φωτογραφία.

Και τώρα η φωτογραφία αυτή κρύβεται πίσω από έναν βρεγμένο κάδο.

Εκείνη είναι δίπλα του και η γρια βαριά άρρωστη, αφήνει την τελευταία της πνοή στην άλλη άκρη του πλανήτη.

«Μείνε», της είχε πει, «και θα ζήσεις και εσύ και εγώ».

Άραγε αν την καταλάβαινε θα έμενε; Θα είχαν γλιτώσει;

Καθώς κάθομαι και κοιτάζω το αίμα της που σμίγει με το νερό της βροχής δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι για όσα ανέβαλλα για την επόμενη εβδομάδα, όσα ανέβαλλα για τον επόμενο μήνα, όσα ανέβαλλα για τον επόμενο χρόνο.

Σκοτείνιασε μεσημεριάτικα.

Και ψιχαλίζει.

Στη νήσο Φερουγιάτ, με οδήγησε το τραγούδι σου. Σε ευχαριστώ.