Ανυπόνομος

Ο κύριος Κ. ζούσε για χρόνια μέσα στον υπόνομο.

Αυτό ήταν κάτι το συνηθισμένο για τους ανθρώπους της γενιάς του, όπως και για τους ανθρώπους της προηγούμενης γενιάς και της προπροηγούμενης, και ούτω καθεξής.

Ζούσε σε ένα υγρό και βρώμικο καταφύγιο, κάτω από τα βιαστικά βήματα των περαστικών και τα θυμωμένα λάστιχα των αυτοκινήτων.

Αν και αντιμετώπιζε τα αναμενόμενα προβλήματα υγείας, εξαιτίας της υγρασίας και της πληθώρας των επίδοξων μικροβίων, ο κύριος Κ. δεν παραπονιόταν.

Η ζωή του στον υπόνομο του άρεσε.

Του άρεσε γιατί πάνω από όλα του έδινε ασφάλεια και σιγουριά.

Σε ποιον εξάλλου δε θα έδινε σιγουριά το να ζει υπό του νόμου;

Για αυτό και είχαν φτιάξει τους νόμους. Για αυτό είχαν φτιάξει τον υπόνομο.

Για αυτό και υπονόμευαν την ίδια τους τη ζωή.

Ένα πρωινό, ο κύριος Κ. αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο.

Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό, που οι σωλήνες έσταζαν και το ταβάνι βούιζε.

Οι αρουραίοι επέστρεφαν χορτασμένοι στις τρύπες τους.

Κι όμως εκείνο το συνηθισμένο πρωινό ο κύριος Κ. δεν μπορούσε πια να εκτιμήσει την ορθότητα του νόμου και την τάξη του υπονόμου.

Η δυσωδία άρχισε να τον ενοχλεί, το πάτωμα πλησίασε το ταβάνι. Οι σκέψεις του δεν χωρούσαν πια ανάμεσα τους.

Ένιωσε για πρώτη φορά κλειστοφοβία.

Προσπάθησε να μιλήσει στους ανθρώπους γύρω του.

Προσπάθησε να μιλήσει στον εαυτό του.

Δεν κατάφερε πολλά πράγματα, παρά μόνο να μεγαλώσει κι άλλο η ανάγκη του εκείνη για καθαρό αέρα. Η ανυπομονησία του όλο και μεγάλωνε.

Απομονώθηκε.

Ύστερα απονομώθηκε.

Και τελικά, ανυπόμονος πάντα, ο κύριος Κ. έμεινε για πάντα ανυπόνομος.

Η γάτα













Θα την βρεις να τριγυρίζει στα όνειρα του.

Επιλέξεων

Τα χρόνια εκείνα όλοι υμνούσαν την επιλογή.

Έλεγαν ψέματα.

Ο κόσμος τους δεν είχε καμιά απολύτως αληθινή επιλογή.

Κάποιοι δεν το κατάλαβαν.

Κάποιοι άλλοι φώναξαν πως εξαπατήθηκαν.

Και κάποιοι μίλησαν για επιλογές κρυμμένες.

Επιλέγεις, λοιπόν, ανάμεσα στης γνώσης την απόγνωση και στην ελπίδα της εξέγερσης.

Επιλέγεις;

Γνώσης απόγνωσις

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου φίλε μου, μα εκείνη σιωπά.

Γιατί σιωπά;

Κάποτε ο άνθρωπος ήταν φυλακισμένος και όμως μιλούσε. Τολμούσε.

Τώρα ελεύθερος πια, στέκει βουβός. Τρέχει βουβός.

Και είναι περήφανος για τη σιωπή του τούτη.

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου΄, μα δεν ακούω τίποτα παραπάνω από την ήσυχη ηχώ της ανάσας μου.

Που πήγαν οι μεγάλοι δάσκαλοι;

Σκόρπισαν; Δεν υπήρξαν ποτέ;

Τι συμβαίνει;

Έγινε ο άνθρωπος έρμαιο της μοναξιάς του και του χρήματος;

Της μοναξιάς του χρήματος;

Αφού κι αυτό καιρό τώρα αρχίζει και το χάνει. Τα χάνει.

Και ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός.

Και το συναίσθημα δεν είναι ποτέ δυνατό.

Τα παιδιά μας γίνηκαν δολοφόνοι.

Προσπαθώ ν αφουγκραστώ την εποχή μου, μα εκείνη βάζει το δάχτυλο στο στόμα.

Σσσσσσς.

Να ζεις ήσυχα.

Μάθαμε πια να ζούμε ήσυχα κι ανώνυμα.

Να είναι η ζωή μας τακτοποιημένη, να μην ενοχλούμε.

Μα το χειρότερο από όλα δεν είναι πως γίναμε ανώνυμοι. Πως μας φόρτωσαν ανώνυμες ιδέες και ανάγκες, πως τα όνειρα μας δεν έχουν όνομα πια.

Το χειρότερο είναι πως μάθαμε να πεθαίνουμε ανώνυμα.

Μέσα σε κάτασπρα νοσοκομεία, δίχως να ξέρουμε καν ποιος είναι αυτός που πεθαίνει στο διπλανό κρεβάτι.

Δίχως να ξέρουμε ποιος είναι αυτός που αργοπεθαίνει στο διπλανό διαμέρισμα;

Αργοπεθαίνουμε.

Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος ξεπεσμός από αυτόν;

Προσπαθώ να αφουγκραστώ την εποχή μου, μα εκείνη ουρλιάζει.

Ουρλιάζει τόσο δυνατά που το τύμπανο μου αιμορραγεί.

Το ξεριζώνει από το αυτί μου. Το συνθλίβει.

Καλύτερα έτσι.

Τώρα τουλάχιστον ξέρω πως για τη σιωπή της φταίω μονάχα εγώ.

Είχες δίκιο φίλε μου για τον άνθρωπο.

Είναι τελικά ένα λάθος της φύσης.

Κι εμείς τώρα το πληρώνουμε με τις πυρωμένες βελόνες της λογικής και των ενστίκτων, πάνω στη γερμένη πλάτη της συνείδησης.