Ανυπόνομος
Ο κύριος Κ. ζούσε για χρόνια μέσα στον υπόνομο.
Αυτό ήταν κάτι το συνηθισμένο για τους ανθρώπους της γενιάς του, όπως και για τους ανθρώπους της προηγούμενης γενιάς και της προπροηγούμενης, και ούτω καθεξής.
Ζούσε σε ένα υγρό και βρώμικο καταφύγιο, κάτω από τα βιαστικά βήματα των περαστικών και τα θυμωμένα λάστιχα των αυτοκινήτων.
Αν και αντιμετώπιζε τα αναμενόμενα προβλήματα υγείας, εξαιτίας της υγρασίας και της πληθώρας των επίδοξων μικροβίων, ο κύριος Κ. δεν παραπονιόταν.
Η ζωή του στον υπόνομο του άρεσε.
Του άρεσε γιατί πάνω από όλα του έδινε ασφάλεια και σιγουριά.
Σε ποιον εξάλλου δε θα έδινε σιγουριά το να ζει υπό του νόμου;
Για αυτό και είχαν φτιάξει τους νόμους. Για αυτό είχαν φτιάξει τον υπόνομο.
Για αυτό και υπονόμευαν την ίδια τους τη ζωή.
Ένα πρωινό, ο κύριος Κ. αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο.
Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό, που οι σωλήνες έσταζαν και το ταβάνι βούιζε.
Οι αρουραίοι επέστρεφαν χορτασμένοι στις τρύπες τους.
Κι όμως εκείνο το συνηθισμένο πρωινό ο κύριος Κ. δεν μπορούσε πια να εκτιμήσει την ορθότητα του νόμου και την τάξη του υπονόμου.
Η δυσωδία άρχισε να τον ενοχλεί, το πάτωμα πλησίασε το ταβάνι. Οι σκέψεις του δεν χωρούσαν πια ανάμεσα τους.
Ένιωσε για πρώτη φορά κλειστοφοβία.
Προσπάθησε να μιλήσει στους ανθρώπους γύρω του.
Προσπάθησε να μιλήσει στον εαυτό του.
Δεν κατάφερε πολλά πράγματα, παρά μόνο να μεγαλώσει κι άλλο η ανάγκη του εκείνη για καθαρό αέρα. Η ανυπομονησία του όλο και μεγάλωνε.
Απομονώθηκε.
Ύστερα απονομώθηκε.
Και τελικά, ανυπόμονος πάντα, ο κύριος Κ. έμεινε για πάντα ανυπόνομος.

