Ο μύθος του Σίσυλου

Το τελευταίο κομμάτι της δουλειάς το παραδώσαμε στις 2.28.

Δύο λεπτά πριν τη λήξη.

Αυτό είναι ψέμα. Δυστυχώς.

Το τελευταίο κομμάτι της δουλειάς με ένα μαγικό τρόπο έγινε προτελευταίο.

Κι όλη εκείνη η χαρά και η ικανοποίηση του τέλους γίνηκε μαύρος καπνός. Και χάθηκε μέσα στις φούχτες μας.

Και τώρα πάλι στη μέση, ή λίγο πιο μετά, της διαδρομής, να γυροφέρνω στο μυαλό μου ξανά και ξανά το μύθο εκείνο του Τάνταλου.

Ή μήπως του Σίσυφου?

Όλο τους μπερδεύω αυτούς τους δυο.

Εκείνος ο μύθος με το γίγαντα που προσπαθεί να σκαρφαλώσει σε ένα βουνό και κάθε φορά που φτάνει στην κορυφή, βλέπει άλλη μία πιο μακριά.

Και είναι υποχρεωμένος να κουβαλάει νηστικός ένα πελώριο κοφίνι, με λογιών λογιών φαγιά στην πλάτη.

Κι όποτε απλώνει το χέρι του να τσιμπήσει κάτι το κοφίνι αναποδογυρίζει και πέφτει πίσω στην αρχή του βουνού.

Και ξανά πίσω.

Και ξανά πάνω.

Αυτός.

6 ώρες μετά την προθεσμία.

Μετρώντας αντίστροφα

Έχει νυχτώσει. Είσαι κουρασμένος, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να δουλεύεις.
Η προθεσμία παράδοσης όλο και πλησιάζει.

Και τρέχεις πανικόβλητος, ανάμεσα σε χαρτιά, γκρίνιες και λάθη.

Κάθε λεπτό είναι ένα λεπτό πολυτιμότερο από το προηγούμενο.

Και ξαφνικά, το ραδιόφωνο, φτύνει νυσταγμένο, νότες και παράσιτα.

Στην αρχή δε δίνεις σημασία, αλλά ξαφνικά, λες κι αρχίζουν να βροντάνε τα καμπανάκια του υποσυνείδητου, ο σκοπός γίνεται ξεκάθαρος.

Μια παρέα, κιθάρες. Οι φίλοι μου.

Σαν πρώιμο σταφύλι η Μαρία
πριν πατήσει ακόμα καν τα δεκατρία
τους άντρες έκανε τυφλά να την ποθούν
σαν τα μυγάκια που πετούν γύρω απ’ τη φλόγα
όταν αντίκριζαν τη ροδαλή της ρόγα
γύρω της τρέχαν για να τσουρουφλιστούν

Κατεβαίνει απ το χωριό της στην Αθήνα
Γερμανοί παντού και λύσσαξε στην πείνα
τι άλλο θα βρω για να σας πω ένα παραμύθι
λόγω πείνας της αμβλύνθηκαν τα ήθη
στην Αθήνα της Μαρίας η ομορφιά
ξεπουλήθηκε στη μαύρη αγορά
ένας δοσίλογος την έχει ερωτευτεί
κι αυτή του δίνεται χωρίς να το σκεφτεί

Μια μέρα ένας άντρας την πλευρίζει
κακομοίρα μου στ’ αυτί της ψιθυρίζει
μ’ αυτόν που είσαι το κεφάλι σου θα φας
γυρεύοντας κοπέλα μου το πας
Σηκώθηκε ένα βράδυ απ το κρεβάτι
προς νερού μου πάω λέει στο συνεργάτη
βιαζότανε αυτός να την πηδήσει
μα τον πείθει πως αμέσως θα γυρίσει

Από κάτω περιμέναν οπλισμένοι
δυο της ΟΠΛΑ και στο κόμμα οργανωμένοι
τους ανοίγει, ανεβαίνουνε επάνω
και σκοτώνουν στο κρεβάτι τον ρουφιάνο
Φχαριστήθηκε ο κοσμάκης κι η Μαρία
άστε που εβγήκε στην παρανομία
μα την ψάχνανε παντού οι Γερμανοί
φεύγει αυτή για το βουνό για να κρυφτεί

Με αντάρτες στο βουνό κάνει παρέα
γνωρίζει κάποιον ονόματι Αντρέα
τα γένια του μυρίζανε θυμάρι
μαυροσκούφης ήτανε του Άρη
Της υπόσχεται μόλις λευτερωθούνε
με το καλό θα ήθελε να παντρευτούνε
κι ενώ μπαίναν στην Αθήνα οι Εγγλέζοι
δώσ’ του εκείνος με παντρειά να την πιέζει

Κάποιος βρέθηκε να την διαφωτίσει
ο Φώτης και τα μάτια της ν’ ανοίξει
ο Αντρέας ήταν λέει Τροτσκιστής
γι αυτό δεν πρέπει να τον ξαναδείς
του χώσανε λοιπόν μια παγίδα
τον αντάρτη κι αν τον είδατε τον είδα
πάει τον έφαγε το μαύρο το σκοτάδι
κατά διαταγή του Ζαχαριάδη

Και μια νύχτα σκοτεινή πάνω στο Γράμμο
ο Φώτης την εζήτησε σε γάμο
ο Φώτης βρέθηκε μετά στη Βουλγαρία
κι αυτή να σέρνεται μες στα στρατοδικεία
ο επίτροπος ζητά την εσχάτη των ποινών
μα επεμβαίνει ευτυχώς κάποιος γιος εφοπλιστών
την είχε δει σε μια εφημερίδα
την ερωτεύτηκα μπαμπά του λέει μόλις την είδα

Κι όταν σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη
στην Μητρόπολη γινήκαν οι γάμοι
ο φάκελός της σαν σκιά εξαφανίστηκε
σε κολυμπήθρα εθνική ξαναβαφτίστηκε
κι από τότε κολυμπά στα πλούτη μέσα
η Μαρία είναι τώρα ναυαρχέσα

έχουν δίκιο της ζωής οι βετεράνοι
στόλους σέρνει άμα θέλει το φουστάνι

έχουν δίκιο όταν λένε οι παλιοί
στόλους σέρνει άμα θέλει... ταραράραμ


Ακόμα και 10 λεπτά αρκούν για να μην ξεχνάμε ποιοι είμαστε και τι χρωστάμε στο όνειρο μας.

Γιατί κάποιους άνθρωπους τους έχουμε πάντα μέσα μας.

16 ώρες μέχρι την προθεσμία παράδοσης.

Mosquito already

Δουλεύω και μου κρατάει συντροφιά ένα κουνουπάκι. Η αλήθεια είναι πως πάντα συμπαθούσα τα κουνούπια. Ίσως γιατί αντιπαθούσα τις πεταλούδες.

Από τότε που άρχισα να γράφω αυτό το ποστ προσπαθεί να προσγειωθεί στα δάκτυλα μου.

Αλλά εγω πληκτρολογώ.

Αν δεν υπήρχε το κουνούπι δεν θα έγραφα λέξη και θα μπορούσε να κατέβει και να ξεδιψάσει. Αλλά είπαμε, δεν θα είχα λόγο να γράψω γιατί δε θα υπήρχε το κουνούπι.

Επομένως, το κουνούπι είναι καταδικασμένο.

Καμιά φορά η επιθυμία αποφασίζει να σου ρουφήξει το αίμα, όμως εσύ προσπαθώντας να την περιγράψεις δε σταματάς λεπτό να κοπανάς το πληκτρολόγιο της εκλογίκευσης.

Και όταν πια χαθεί, μπλέκεις με τις κατσαρίδες τις καθημερινότητας, τα εργατικά μυρμήγκια του γραφείου και τις σιχαμερές σαρανταποδαρούσες που χώνουν τα ποδάρια τους παντού.

Ενός κακού μύρια έρπονται.

Ενός καλού,

λίγη φαγούρα.

Οι αγέρωχες αγέλαστες αγελάδες

Εδώ και πέντε μέρες περνάω – πάλι – όλη τη μέρα μου στη δουλειά. Ούτε ωράρια, ούτε αργίες, ούτε κουβέντα.

Όχι, δε μ’ αρέσει η δουλειά που κάνω, όπως στους περισσότερους φυσιολογικούς ανθρώπους. Απλά τις προάλλες είδα στον ύπνο μου εφτά παχιές αγελάδες να κυνηγάνε εφτά αδύναμες.

Υπήρχε και κάποια δόση λαγνείας είναι η αλήθεια.

Στο όνειρο, όχι στη δουλειά.

Λοιπόν,

συμβουλεύτηκα τον καζαμία μου και αποφάσισα πως πρέπει να δουλέψω σκληρά αυτές τις μέρες που η δουλειά περισσεύει.

Από την άλλη όμως,

σκέφτομαι και την προτροπή του Νίτσε,

«Να ζεις τη ζωή σου, λες και κάθε της στιγμή θα επαναλαμβάνεται αιώνια».

και αμφισβητώ λιγάκι τις τρελαμένες αγελάδες, που βοσκάνε μέσα στο κεφάλι μου. Είναι οι παχιές και μασουλάνε αφοσιωμένες και αγέλαστες.

Οι αγέρωχες αγέλαστες αγελάδες.

Αυτές είναι οι μοναδικές σκέψεις, που γλιτώσανε τα λαίμαργα σαγόνια τους.

Αυτές και μία ψιθυριστή υπόσχεση καλοκαιριού.

Σαν βέλασμα.