ανάπλους


Ο Αρτούρο Μομπασάν ακουμπούσε στην κουπαστή του ξακουστού τρικάταρτου Ελένα και κοιτούσε τα σταχτογάλανα νερά σκεφτικός. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη και το κατάστρωμα ήταν σχεδόν άδειο, τουλάχιστον μπροστά στην πλώρη που βρισκόταν εκείνος. Μονάχα ένας μελαχρινός ναύτης, με το κάτω χείλος του κομμένο και τα μάτια του μισόκλειστα σφουγγάριζε την κουβέρτα και σιγομουρμούριζε κάτι, που θα μπορούσες να το πεις χαρούμενο πειρατικό σκοπό. Ο νεαρός ανθυποπλοιάρχος όμως δεν του έδωσε σημασία, το μυαλό του είχε μείνει πίσω στο λιμάνι που άφησαν πριν από μερικές ώρες, στο Χάι-Λαπούρ.

Τριακόσια χρόνια αργότερα, στο ίδιο περίπου σημείο, αν μπορούμε να πούμε πως ο Ινδικός Ωκεανός είναι τόσο μεγάλος που δυο τρία δεύτερα της μοίρας δεν είναι δα και τόσο μεγάλη απόκλιση, ο Ρόμπερτ Χάστινγκς, πρώτος μηχανικός του φορτηγού Constantine, βυθιζόταν με ένα νωθρό χαμόγελο στον τρυφερό πυρετό του οπίου. Ένιωσε το βόμβο από τις γιγάντιες τουρμπίνες της μηχανής να λιώνει πίσω του και τους στενούς τοίχους που τον περιόριζαν βαθιά μέσα στα σπλάχνα του ατσαλένιου κήτους να απλώνονται μέχρι που έγιναν έναν με τον ορίζοντα. Κι ο ίδιος μέσα στην απεραντοσύνη του ωκεανού είχε γίνει ένας μικροσκοπικός γαλάζιος γλάρος.

Ο γλάρος πέρασε ξυστά από την πλώρη κι έφερε το νεαρό Αρτούρο πίσω στο κατάστρωμα. Όμως όχι για πολύ. Ο νους του δεν μπορούσε να αφήσει πίσω του τα δύο κίτρινα μάτια της μικρής μιγάδας, χρυσοκίτρινα σαν τη λεπτή λωρίδα που είχε τώρα αποσχιστεί ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα. Να τα ‘χε άραγε αγαπήσει αυτά τα μάτια που τον εκλιπαρούσαν να τα πάρει μαζί του, μακριά από το σκλαβοπάζαρο της Χάι-Λαπούρ, μακριά από τη βία και τη φτώχεια, μακριά από τον θάνατο… Μπορεί άραγε κάποιος να αγαπήσει μέσα σε έξι μέρες; Ο Αρτούρο Μομπασάν αναστέναξε, δίχως να μπορεί να βρει κάποια απάντηση που να τον καθησυχάσει, δίχως να μπορεί ξεχάσει το πρόσωπο που είχε  εγκαταλείψει για πάντα σε αυτή την ξεχασμένη γωνιά της γης, σίγουρος πως δεν επρόκειτο να  ανταμώσει ποτέ ξανά. Ο γαλάζιος γλάρος έκρωξε και απομακρύνθηκε πέρα μακριά.  

Κάθε φορά που έπιαναν λιμάνι, αμέτρητα μικρά βαρκάκια πλησίαζαν το βαρύθυμο φορτηγό και οι μικρόσωμοι δουλοπρεπείς έμποροι που τα διαφέντευαν πουλούσαν την πραμάτεια και τις κόρες τους. Έτσι και τώρα που έδεσαν στη Χάι-Λαπούρ, όταν ο Ρόμπερτ Χάστινγκς άνοιξε τα μάτια του βρήκε απέναντι του ένα αδύνατο σιωπηλό πρόσωπο, με λεπτά ολόισια φρύδια και δυο βαθυκίτρινα, μεγάλα μάτια. Ένας αναστεναγμός που ίσως και να μην ήτανε δικός του έφτασε στα χείλια του και αργότερα, αφού έκαναν έρωτα, ένιωσε τον ίδιο αναστεναγμό να πολλαπλασιάζεται σε αναρίθμητες αντηχήσεις, μία για κάθε ένα από αυτά τα τριακόσια χρόνια που είχαν περάσει από τότε που κάποιος μακρινός πρόγονος του είχε εγκαταλείψει την ακόμη πιο μακρινή πρόγονο αυτού του κοριτσιού.

Ζαλισμένος ακόμη από τη μέθη του οπίου και τις παλλόμενες μες στα αυτιά του αντηχήσεις, ο σαραντάρης αρχιμηχανικός του Constantine ένιωσε ένα ακαθόριστο καθήκον απέναντι στη μικρή μιγάδα, που αν και εντελώς ασαφές ήταν ταυτόχρονα και εντελώς ξεκάθαρο: όφειλε να πάρει τη μικρή μαζί του, μακριά από αυτόν τον εφιάλτη. Κι έτσι κι έκανε.

Όταν μετά από έξι μήνες ο Ρόμπερτ Χάστινγκς πέθαινε στο πατρικό του με οδυνηρούς πόνους από τις επιπλοκές κάποιου άγνωστου αφροδίσιου που τον κόλλησε η μικρή μιγάδα, δεν την κατηγόρησε καθόλου. Έφερε για τελευταία φορά μπρος στα μάτια του τη θάλασσα του Ινδικού Ωκεανού και σιγοτραγούδησε κάτι που θα μπορούσε να ακουστεί σαν χαρούμενος πειρατικός σκοπός.  Ύστερα έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πως ήταν ένας ασήμαντος γαλάζιος γλάρος.

5 με 5


Είναι 5 το απόγευμα και έχεις υποσχεθεί στον εαυτό σου πως δε θα ξεκινάς το πιώμα τόσο νωρίς, όμως η απρόσμενη επιτυχία ενός φίλου σου δίνει ένα γερό άλλοθι που κατεβαίνει αβίαστα μέχρι το στομάχι σου μαζί με την πρώτη γουλιά. Ξέρεις που θα καταλήξει και αυτή η ιστορία.

Έχετε καθίσει σε ένα καφενείο – ναι, καφενείο – γιατί είναι η ώρα που προτιμάς να βρίσκεσαι ανάμεσα σε συνταξιούχους, είναι ακόμη νωρίς και απολαμβάνεις την στασιμότητα που γεμίζει το μυαλό σου η επανάληψη των ίδιων συζητήσεων ξανά και ξανά από τους αργόσχολους γέροντες – σου θυμίζει τη στασιμότητα που κυριαρχεί στη ζωή σου, ο χρόνος κάνει πως κινείται για λίγο προς τα εμπρός και μετά από λίγο με ένα απροειδοποίητο άλμα γυρνά στο ίδιο ακριβώς σημείο. Μόνο έτσι νιώθεις άνετα με αυτή την αμείλικτη βελόνα ενός αόρατου πικάπ που έχει κολλήσει στο ίδιο σημείο και σου γδέρνει το μυαλό και το συκώτι.

Απέναντι, στο μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου, που περισσότερο μοιάζει με κλουβί που κάποιος στρίμωξε βιαστικά ανάμεσα στις πολυκατοικίες, βλέπεις 5 να αναμετρώνται με άλλους 5 και ενώ ο φίλος σου γελάει θριαμβευτικά και εσύ τον συνοδεύεις παραδομένος στην αδράνεια, σκέφτεσαι το δικό σου κλουβί, τους δικούς σου τέσσερεις που μαζί τους, ως πέμπτος, μοιράζεσαι το κλουβί σου [παραδομένος στην αδράνεια], σκέφτεσαι το τέλος της ημέρας που έφτασε πριν καλά καλά εκείνη να ξεκινήσει, ένα τέλος που το ξέρεις πολύ καλά – έχει φροντίσει για αυτό το déjà vu, για αυτή την καθημερινή δολοφονία του απρόοπτου, εκείνο το αόρατο πικάπ  – και  συνεχίζεις να γελάς και να πίνεις μέχρι που  απέναντι το ματς έχει τελειώσει, μέχρι που το καφενείο κλείνει και είσαι τώρα έτοιμος να ξεκινήσεις τη νύχτα σου.

Είναι 5 το πρωί και δε σε νοιάζει πλέον ούτε το πικαπ, ούτε οι υποσχέσεις που έχεις δώσει στον εαυτό σου. Δίνεις ακόμη χίλιες και κάνεις άλλα τόσα όνειρα που δε θα τα δεις όταν θα κοιμηθείς, γιατί είσαι πάλι μεθυσμένος. Μα προτού μπεις στο σπίτι, προτού ανέβεις όλα αυτά τα θεόρατα σκαλιά, σταματάς στο μικρό γήπεδο του ποδοσφαίρου. Παίρνεις φόρα και σουτάρεις με δύναμη από το πέναλτι. Όμως δε βρίσκεις μπάλα. Δε βρίσκεις τίποτα. Το πόδι σου κλωτσάει τον αέρα κι εσύ σωριάζεσαι φαρδύς πλατύς στο γήπεδο.